ΔΕΗ
ΙΝΤΙΜΕ SPORTS

ΑΝΑΣΑΙΝΟΝΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΑΡΑΒΑΚΟ…

Ο Δημήτρης Σαραβάκος, ένας από τους σπουδαιότερους Ελληνες ποδοσφαιριστές ever, έχει γενέθλια. Το παρακάτω κείμενο είναι το απόσταγμα του θαυμασμού του γράφοντος.

Ο Δημήτρης Σαραβάκος αναβλύζει μέσα από τις χιλιάδες, εκατομμύρια, διαδρομές της μνήμης. Της δικής μου μνήμης αλλά και χιλιάδων άλλων που προσβληθήκαμε με το μικρόβιο του ποδοσφαίρου στη λαμπερή δεκαετία του 80.

Μιλάμε για ένα τεράστιο αποτύπωμα. Τόσο τεράστιο που σε εκείνα τα δευτερόλεπτα που θα μεσολαβήσουν μεταξύ της ζωής και της μεταφοράς στο επέκεινα είμαι απολύτως σίγουρος πως η σκηνή που παραλαμβάνω από το φάδερ την πράσινη φανέλα με το Νο 7 θα περάσει μπροστά από τα μάτια μου όπως και η σκηνή με τη γέννηση των παιδιών μου.

Εκείνο το δώρο είχε μία πανάκριβη λάμψη. Μία παιδική φανέλα, που αγοράστηκε σε κάποιο από τα περίπτερα της Ομόνοιας κρεμασμένη. Ολοπράσινη με το σήμα της ομάδας μου στο σημείο της καρδιάς και ένα κατάμαυρο νούμερο 7 στην πλάτη. Ακόμα και τότε, στα 7 μου χρόνια, μπορούσα να καταλάβω ότι πρόκειται για μία πολύ φθηνή απομίμηση της πραγματικής φανέλας του Παναθηναϊκού στην οποία τα νούμερα ήταν άσπρα (και όχι μαύρα) αλλά αυτή η διαπίστωση δεν μείωσε ούτε δράμι τη χαρά μου. Φορούσα το 7 του Παναθηναϊκού με κάποιον τρόπο και αυτό έφτανε.

Περπατούσα στη γειτονιά με ένα καμάρι ασύγκριτο, λες και είχα πλουτίσει ξαφνικά. Από τότε, κάθε γκολ που σκόραρα στο γήπεδο (της παιδικής χαράς της γειτονιάς) απέκτησε μία σημασία ξεχωριστή. Είχα το Σαραβάκο μέσα μου και ένιωθα ότι τον εκπροσωπώ στο μικρό βασίλειό μου στην Ανω Ηλιούπολη. Είχα χρέος να είμαι ο καλύτερος όπως ήταν και αυτός. Δεν ήμουν τελικά αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Ετσι αισθανόμουν.

Ο μικρός εξελίχθηκε σε αντικείμενο του ποδοσφαιρικού πόθου. Στο γήπεδο τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω του από την προθέρμανση ακόμα. Ο Σαραβάκος είχε τη συνήθεια να προθερμαίνεται σε κάποια σχετική απομόνωση από τους άλλους ποδοσφαιριστές, τελευταίος στην οριζόντια γραμμή και σε απόσταση από τον αμέσως διπλανό του. Σε μία από αυτές τις διαδικασίες νομίζω ότι κατάλαβα για πρώτη φορά τη φυσική συστολή που κουβαλούσε αυτό το παιδί από τα μικράτα του. Μια μελαγχολία πίσω από τα πάντα εκφραστικά του μάτια, ίσως ένας αδιόρατος φόβος, όχι βέβαια για τον αντίπαλο (κανέναν αντίπαλο δεν φοβήθηκε ποτέ) όσο για το τι θα πουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Μία ανασφάλεια που δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από την κλάση του.

Με τα χρόνια κατάφερα (έτσι νομίζω τουλάχιστον) να αποκωδικοποιήσω πλήρως τις κινήσεις του, τις συνήθειές του, αυτό που σήμερα θα λέγαμε τη ρουτίνα του. H, τα χούγια του, αν θέλετε. Οταν περπατούσε (και ιδιαίτερα όταν πήγαινε στη βούλα να εκτελέσει πέναλτι) το δεξί του πόδι σαν να σκόνταφτε, επιτηδευμένα όμως, στο έδαφος, σαν να το προετοίμαζε για την επικείμενη εκτέλεση. Ηταν αυτό το χαρακτηριστικό περπάτημα της σιγουριάς το οποίο όμως εμπειρείχε και γενναίες δόσεις ποδοσφαιρικής αλητείας.

actionimages

Ο πανηγυρισμός του εξελίχθηκε σε σήμα κατατεθέν μίας ολόκληρης παναθηναϊκής εποχής. Μικρό σπριντ, άλμα και τέντωμα του δεξιού χεριού σε μία ενδείξη ξεσπάσματος για την επιτυχία. Ολα τα μεγάλα γκολ, αλλά και τα λιγότερα μεγάλα, τα πανηγύρισε έτσι. Και φυσικά δεν μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό να τον μιμηθώ και ας ήμουν αριστερόχειρας (και ο πανηγυρισμός με το δεξί δεν μου έβγαινε).

Το στιλ του στα σουτ, ιδιαίτερα στα στημένα, τα οποία ήταν η σπεσιαλιτέ του. Το δεξί πόδι σηκωνόταν πολύ ψηλά και παρέμενε εκεί για κάποια δευτερόλεπτα μετά το χτύπημα. Τα δάχτυλα των χεριών του “μαζεύονταν” προς τα μέσα σαν να επιχειρούσαν να δώσουν έξτρα φάλτσο στην μπάλα ενώ το αριστερό πόδι παρέμενε κολλημένο στο έδαφος για να στηρίζει όλη αυτήν την καλλιτεχνική, σχεδόν, τελετουργία. Απόλαυση να βλέπεις ακόμα και σήμερα αυτές τις φωτογραφίες.

Και τέλος τα πέναλτι. Ο Σαραβάκος εκτελούσε πάντα στις γωνίες και σχεδόν πάντα ψηλά. Επέλεγε, δηλαδή, τον ασφαλή, αλλά τρομερά δύσκολο στην εκτέλεση, τρόπο. Κατά κανόνα ευστοχούσε. Και όταν έπρεπε να αστοχήσει, άλλαξε στιλ. Κλήθηκε να χτυπήσει το πέναλτι της ΑΕΚ στον τελικό του Κυπέλλου με αντίπαλο τον Παναθηναϊκό το 1995. Προς γενική κατάπληξη, διαφοροποιήσε τις προτιμήσεις του, ίσως επειδή ήξερε ότι ο Βάντσικ θα μπορούσε να διαβάσει την αρχέγονη συνήθειά του. Επέλεξε ευθύβολο χτύπημα στο κέντρο της εστίας αλλά η μπάλα έφυγε πολύ ψηλά και εξαφανίστηκε κάπου στη Λεωφόρο Κηφισίας. Ποτέ άλλοτε μία αστοχία, μία αστοχία επιβεβλημένη από την ίδια τη ζωή, δεν πανηγυρίστηκε τόσο πολύ στο σπίτι μας. Δεν θα άντεχα να δω τον Σαραβάκο να μας πληγώνει. Και φυσικά δεν μας πλήγωσε, πως θα μπορούσε άραγε;

Στον πέρασμα των χρόνων, και αφού προτίμησα να κάνω το χόμπι μου επάγγελμα (οκ ποδοσφαιριστής δεν έγινε αλλά τους πλησίασα ως αθλητικός ρεπόρτερ), ο Σαραβάκος ήταν εκείνος που δεν του χτύπησε ποτέ την πόρτα για μία συνέντευξη ή για μία δήλωση. Σχεδόν ποτέ, για την ακρίβεια. Ενα σχετικό SMS κάπου στα 1999 δεν απαντήθηκε ποτέ, ευτυχώς. Μία απάντηση, ακόμα και αρνητική, θα με έβγαζε έξω από τα νέρα του και θα με υποχρέωνε να έρθω “αντιμέτωπος” μ’ ένα κομμάτι του δικού μου εαυτού. Ηταν (και εξακολουθεί να είναι) αδύνατον. Πως να κοιτάξεις στον καθρέφτη τον παιδικό σου εαυτό;

Στα γήπεδα και τις εγκαταστάσεις του Παναθηναϊκού στο Κορωπί που έτυχε κάποιες φορές να τον συναντήσω, έσκυβα το κεφάλι με μία συστολή σχεδόν αυτόματη, αντανακλαστική. Είναι σαν να έκλινα ευλαβικά το γόνυ στις αναμνήσεις μου. Επαιρνα τις απαραίτητες αποστάσεις από το θεό του δικού μου σύμπαντος. Μετάνιωσα κάποιες φορές αλλά καλύτερα που έγινε έτσι. Δεν θα μπορούσαν, έτσι και αλλιώς, να συννενοηθούν δύο άνθρωποι τόσο ντροπαλοί για τους δικούς τους λόγους ο καθένας. Ο δικός μου λόγος είναι αυτό το αθεράπευτο δέος που προτιμώ να μείνει μέσα μου αναλλοίωτο, όπως ήταν τη δεκαετία του 80.

action images

Κάποτε, μετά από ένα ματς στη Λεωφόρο το 1988, περιπλανιόμασταν με τον φάδερ έξω από το χώρο στον οποίο βρίσκεται σήμερα η μπουτίκ του Παναθηναϊκού. Ετυχε να βγαίνει τότε ο Χρήστος ο Δημόπουλος από τα αποδυτήρια. Κοντοστάθηκε για να συνομιλήσει με κάποιους γνωστούς του. Με τράβηξε ο φάδερ από το χέρι, “πάμε να ακούσουμε τι λένε” μου είπε. Στύλωσα τα πόδια στο έδαφος και δεν κουνήθηκα. Ταυτόχρονα με έλουσε κρύος ιδρώτας. “Να φύγουμε” απάντησα. Φοβόμουν μήπως αντικρίσω εκείνον να βγαίνει, δεν θα ήξερα πως να τον αντιμετωπίσω και έτσι προτίμησα τη φυγή.

Θέλω ακόμα να τον ανασαίνω. Σήμερα γίνεται 65 ετών. Μου είναι αδιάφορο το νούμερο γιατί, όπως ξέρουμε, πάντα μικρός θα μείνει. Μικρός είναι και θα είναι. Και στα μάτια μου ο σούπερ ήρωας της παιδικής μου ηλικίας. Γι’ αυτό και θέλω να τον ανασαίνω χωρίς να τον “αγγίζω”, ούτε καν με τα μάτια. Ο Θανάσης Βέγγος έλεγε ότι στα γεράματα κανείς δεν χρειάζεται πολλά πράγματα. “Δύο χέρια για να σε φροντίζουν είναι αρκετά”, αυτό ήταν το συμπέρασμά του. Στα 47 μου δεν χρειάζομαι ούτε εγώ πολλά για να ανασάνω Δημήτρη Σαραβάκο. Δύο-τρεις φωτογραφίες, κάποια video στο youtube και το ορμητικό ποτάμι των αναμνήσεων μου είναι αρκετά. Είμαι πλήρης, χορτασμένος, γεμάτος Σαραβάκο στη ζωή μου.

Και τον ευγνωμονώ γι’ αυτό. Δεν παίζει κανένα ρόλο ότι δεν με γνωρίζει και ότι δεν έτυχε να συνομιλήσουμε ποτέ. Φτάνει που τον γνώρισε όλο το δικό μου είναι και η μορφή του αποθηκεύτηκε μια για πάντα στο σκληρό δίσκο του μυαλού. Οταν η ζωή περάσει από μπροστά μου “φεύγοντας”,  ο Σαραβάκος, μαζί με άλλα αγαπημένα πρόσωπα, θα είναι κάπου εκεί για να μου υπενθυμίσει ότι άξιζα να την βιώσω.

Δημήτρη, χρόνια σου πολλά…

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα