ΓΚΕΟΡΓΚΙ ΓΚΟΣΠΟΝΤΙΝΟΦ: «ΑΝ ΖΟΥΝ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΣΑΣ, ΠΕΙΤΕ ΤΟΥΣ “Σ’ ΑΓΑΠΩ” ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΧΡΟΝΟΣ»
Πώς διαχειρίζεσαι την απώλεια του πατέρα; Ο σπουδαίος -και ιδιαίτερα αγαπητός από το ελληνικό κοινό- λογοτέχνης το έκανε γράφοντας ένα σπαρακτικό βιβλίο που υμνεί τη ζωή και με αυτή την αφορμή μιλά στο NEWS 24/7 για όσα κέρδισε και όσα έχασε ως το τελευταίο αντίο. Το οριστικό αντίο.
Τέσσερα χρόνια μετά το «Χρονοκαταφύγιο» (Διεθνές Βραβείο Booker 2023) το μυθιστόρημα «Ο κηπουρός και ο θάνατος» (μτφρ.: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Ίκαρος) δεν είναι ούτε το πρώτο μέχρι σήμερα που ο πολυβραβευμένος Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ έχει γράψει ορμώμενος (και) από τις ιστορίες του πατέρα του, ούτε -κατά πάσα πιθανότητα- θα είναι το τελευταίο της συγγραφικής του καριέρας, αφού όπως λέει στο NEWS 24/7 «οι ιστορίες του είναι ακόμη εδώ, τις κουβαλάω και ελπίζω να καταφέρω να τις κρατήσω ζωντανές».
Είναι όμως το πλέον εξομολογητικό και σπαρακτικό του γιατί ο σπόρος του φυτεύτηκε στην ψυχή του ξακουστού Βούλγαρου πεζογράφου κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα, του οριστικού, εν γνώση τους, μήνα που οι δύο άντρες πέρασαν μαζί («ήταν μια έντονη περίοδος για τη μεταξύ μας επικοινωνία, είπε ο ένας στον άλλο πάρα πολλά πράγματα, εκφράσαμε περισσότερο από ποτέ τα συναισθήματά μας») ώσπου ο πατέρας πέθανε και ο γιος, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, εν μέσω πένθους άρχισε να γράφει ένα βιβλίο όχι για τον θάνατο («τίποτα ιδιαίτερο ή ενδιαφέρον δεν συμβαίνει τη στιγμή που πεθαίνεις») αλλά για να υμνήσει τις πολύτιμες στιγμές μιας ζωής που τελείωσε.
Αλλά και για να διαχειριστεί ένα ζήτημα πρωτόγνωρο μεν για τον ίδιο, κοινό δε για όσους έχουν βιώσει την απώλεια των γονιών τους: Την επακόλουθη, τρόπον τινά ανυπαρξία της παιδικής σου ηλικίας. «Έχεις υπάρξει παιδί αν δεν ζουν πια οι άνθρωποι που θυμούνται με περισσότερες λεπτομέρειες ακόμη κι από σένα πώς ήσουν τότε;» αναρωτιέται ο σπουδαίος συγγραφέας λίγο πριν δώσει μια χρήσιμη, τουλάχιστον με βάση την εμπειρία του, συμβουλή.
Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου σας επισημαίνετε ότι ξεκινήσατε να κρατάτε τις σημειώσεις που εν τέλει αποτέλεσαν τον πυρήνα του ενώ ο ασθενής πατέρας σας ήδη πονούσε. Μέχρι να τις επεξεργαστείτε συγγραφικά -αρκετούς μήνες μετά τον θάνατό του- πόσο έντονη υπήρξε η εσωτερική σας πάλη σχετικά με την ορθότητα της απόφασής σας να γράψετε ένα μυθιστόρημα για όλα αυτά;
Πρώτα απ’ όλα πρέπει να πω ότι ο πατέρας μου εμφανίζεται σχεδόν σε όλες μου τις ιστορίες, από τα διηγήματα μέχρι τα μυθιστορήματα. Άλλοτε είναι ένας από τους ήρωες, άλλοτε ο αφηγητής – γιατί ήταν πράγματι ένας σπουδαίος αφηγητής. Ο πατέρας μου το γνώριζε αυτό αν και δεν είμαι σίγουρος ότι του άρεσε γιατί ανέκαθεν ήταν πολύ ντροπαλός.
Προς το τέλος της ζωής του περάσαμε έναν μήνα μαζί και ήταν μια έντονη περίοδος για τη μεταξύ μας επικοινωνία, είπε ο ένας στον άλλο πάρα πολλά πράγματα, εκφράσαμε περισσότερο από ποτέ τα συναισθήματά μας. Ούτε καν σκεφτόμουν τότε ότι από την συνύπαρξή μας στη δύση της ζωής του θα μπορούσε να προκύψει ένα βιβλίο. Πάντα όμως έχω μαζί μου ένα σημειωματάριο. Έτσι όπως καθόμουν δίπλα του μια μέρα ξεκίνησα να σημειώνω διάφορα, από τη θερμοκρασία του και το πότε έπρεπε να του δώσω το επόμενο χάπι μέχρι το πώς μου έλεγε ότι ένιωθε ή ακόμη και τις δικές μου σκέψεις σχετικά με την έντονη επιθυμία του να διαβάζει καθημερινά τις εφημερίδες παρόλο που ήξερε ότι η ζωή του επρόκειτο να τελειώσει σύντομα.
Έξι-επτά μήνες μετά τον θάνατό του αποφάσισα, χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, να γράψω αυτό το βιβλίο, δεν έγινε δηλαδή καμία διαπραγμάτευση, όπως λέτε. Εξαρχής κατάλαβα ότι ήθελα να γράψω όχι μόνο για την απώλεια του πατέρα μου αλλά για το «αλφάβητο» της ασθένειάς του και της πορείας του προς τον θάνατο. Αλλά και να ανοίξω κατά κάποιο τρόπο μια μεγαλύτερη κουβέντα για την ελλειματική επικοινωνία μεταξύ γονιών και παιδιών, και πιο συγκεκριμένα μεταξύ πατεράδων και γιων, ένα μοτίβο σταθερό λίγο πολύ μέχρι και την προηγούμενη, από τη δική μου, γενιά. Ο παππούς μου δεν έλεγε ποτέ «σ’ αγαπώ» στον πατέρα μου. Ούτε ο πατέρας μου σε μένα. Το έδειχναν αλλά δεν το έλεγαν.
Όταν ο πατέρας μου με προσκαλούσε στο σπίτι του δεν μου έλεγε ποτέ ότι του είχα λείψει ή ότι απλά ήθελε να περάσουμε χρόνο μαζί. «Φέτος έχω 125 νέες τουλίπες στον κήπο. Και τις καλύτερες ντομάτες. Έλα να φας και να σου τα δείξω όλα αυτά» μου έλεγε. Ο κήπος ήταν ο τρόπος του για να μου πει όσα δεν μπορούσε με τις λέξεις.
Εσείς λέτε «σ’ αγαπώ;»
Στην κόρη μου; Συνέχεια! Η δική μου γενιά ευτυχώς έχει βελτιωθεί ως προς αυτό.
Στον πατέρα σας το λέγατε;
Το είπα πολλές φορές κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα που περάσαμε μαζί. Κρατούσα συνέχεια το χέρι του, ξάπλωνα δίπλα του στο κρεβάτι του, του διάβαζα βιβλία, έλεγα «σ’ αγαπώ», μου το έλεγε κι εκείνος. Φτάσαμε σε ένα πρωτόγνωρο επίπεδο επικοινωνίας. Παλιότερα ίσως να μην του το έλεγα τόσο συχνά. Κάποια στιγμή όμως παρατήρησα ότι όποτε τον επισκεπτόμουν, είτε μόνος είτε με την κόρη μου, οι αγκαλιές μας χρόνο με τον χρόνο γίνονταν ολοένα και μεγαλύτερης διάρκειας. Ήταν ο δικός μας κώδικας. Κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε. Αλλά μπορούσαμε και καλύτερα.
Τονίζετε ότι αυτό δεν είναι ένα βιβλίο για τον θάνατο, αλλά για τη θλίψη για τη ζωή που φεύγει. Και υπάρχει διαφορά. Πού ακριβώς έγκειται;
Πράγματι, δεν είναι ένα βιβλίο για τον θάνατο, δηλαδή για τη στιγμή που αφήνεις την τελευταία σου πνοή, γιατί τίποτα ιδιαίτερο ή ενδιαφέρον δεν συμβαίνει τη στιγμή που πεθαίνεις. Η πορεία σου όμως προς το τέλος της ζωής έχει νόημα, κάθε λεπτό της είναι κομμάτι της ζωής σου, δεν είναι κομμάτι του θανάτου σου. Αυτές τις πολύτιμες στιγμές μιας ζωής που τελειώνει ήθελα να υμνήσω, ήταν ξεκάθαρο για μένα, γι’ αυτό και με το που ξεκίνησα να γράφω κατάλαβα ότι όλο το βιβλίο ήταν σχεδόν έτοιμο στο μυαλό μου. Κάθε πρόταση γεννιόταν μέσα μου σχεδόν χωρίς να σκέφτομαι. Δεν υπάρχει κανένα λογοτεχνικό τέχνασμα σε αυτό το βιβλίο. Δεν παίζω κανένα λογοτεχνικό παιχνίδι. Ήθελα να είμαι απόλυτα ανοιχτός, να μην κρύψω την ευαλωτότητά μου. Είναι το πιο προσωπικό μου βιβλίο κι αυτό σημαίνει ότι όλοι πια ξέρουν πολύ σημαντικές πτυχές της ζωής μου. Ίσως όμως να είναι και το βιβλίο που έγραψα πιο εύκολα από οποιοδήποτε άλλο.
Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ένα παράδοξο: Αποδείχτηκε για εσάς εύκολο να γράψετε το πιο δύσκολο, σε προσωπικό επίπεδο, βιβλίο σας.
Ακριβώς όπως το λέτε. Είναι το απόλυτο παράδοξο! Όταν έγραφα το βιβλίο βρισκόμουν στην εξοχή και συχνά περπατούσα άσκοπα ανάμεσα στα δέντρα και τα λουλούδια για να καθαρίσει το μυαλό μου. Μια συγκεκριμένη μέρα θυμάμαι ότι ένιωσα σαν να περπατούσα πλάι στον πατέρα μου, σαν να κάναμε μια βόλτα μετά θάνατον. Θυμάμαι να βλέπω ένα λουλούδι και να τον ρωτάω πώς το λένε. Αλήθεια, ήταν σαν το ξεκίνημα μιας νέας συνομιλίας με τον πατέρα μου, μιας συνομιλίας που δεν πρόκειται να τελειώσει όσο ζω. Αυτό είναι το σημαντικότερο πράγμα που έχω πια μάθει: η επικοινωνία με τον μακαρίτη τον πατέρα μου δεν τελείωσε όταν πέθανε.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι λίγο πριν από μια παρουσίαση του βιβλίου μου στη Σεβίλλη, καθόμουν σε ένα ολάνθιστο κήπο και συνειδητοποίησα ότι τα πανέμορφα τριαντάφυλλα ήταν σχεδόν ίδια με εκείνα που είχε ο πατέρας μου στον κήπο του. Ακόμη και τα τριαντάφυλλα δηλαδή μετά τον θάνατό του δεν είναι για μένα «απλά» τριαντάφυλλα. Είναι μια αφορμή για να τον νιώσω κοντά μου και να του μιλήσω. Δεν πρόκειται για κάτι μυστικιστικό, δεν σκέφτομαι με τέτοιους όρους. Και σίγουρα δεν πρόκειται για κάτι στενάχωρο. Κάθε άλλο! Όχι, δεν πονάω όταν βλέπω τριαντάφυλλα που μου θυμίζουν τον πατέρα μου. Χαίρομαι, το απολαμβάνω και ελπίζω κάθε τριαντάφυλλο να καταφέρνει να μου τον θυμίζει. Όπως και κάθε κερασιά και κάθε τουλίπα.
Αυτό είναι το σημαντικότερο πράγμα που έχω πια μάθει: η επικοινωνία με τον μακαρίτη τον πατέρα μου δεν τελείωσε όταν πέθανε.
Και οι δύο γονείς μου είναι ακόμη εν ζωή, οπότε δεν μπορώ να κρίνω εξ ιδίων, αλλά αυτό που περιγράφετε μου το έχουν πει και άλλοι που έχουν χάσει τους δικούς τους ανθρώπους, γονείς και όχι μόνο. Ότι δηλαδή μετά τον θάνατο αναπτύσσεται μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων μια άλλου είδους σχέση, πιο πνευματική και εσωτερική, δεν αποκλείεται όμως και πιο ολοκληρωμένη.
Η συνομιλία είναι πιο έντονη από ποτέ. Αλήθεια.
Πιάνετε τον εαυτό σας να ξεκινά αυτή τη συνομιλία κατά κανόνα όταν είστε χαρούμενος ή λυπημένος;
Και στις δύο περιπτώσεις. Θα σας πω κάτι αστείο: Πριν από μερικούς μήνες κέρδισα ένα βραβείο στη Βουλγαρία. Ανέκαθεν οι όποιες διακρίσεις ήταν χαρμόσυνα νέα για μένα κυρίως γιατί χαίρονταν οι δικοί μου άνθρωποι και περισσότερο απ’ όλους ο πατέρας και η μητέρα μου, η οποία πέθανε φέτος. Χαριτολογώντας λέω ότι δεν έχει πια κανένα νόημα να με καλέσουν ξανά στην τηλεόραση αφού δεν ζουν οι γονείς μου για να με πάρουν μετά και να με συγχαρούν, φουσκωμένοι από περηφάνια γιατί οι γείτονες τους μιλάνε για μένα.
Σε μία από τις τελευταίες δημόσιες τοποθετήσεις του πριν τον θάνατό του ο Πολ Όστερ χαρακτήρισε την εμμονή των ανθρώπων περί συμφιλίωσης με την απώλεια και αποδοχής της ως την πιο ανόητη ιδέα που είχε ακούσει ποτέ. «Όταν πεθαίνει κάποιος που κατέχει κεντρική θέση στη ζωή σου, πεθαίνει και ένα κομμάτι σου. Δεν είναι απλό, δεν το ξεπερνάς ποτέ. Μαθαίνεις να ζεις με αυτό. Αλλά κάτι έχει ξεριζωθεί από μέσα σου» είπε και παρομοίασε την ψυχολογική κατάσταση με το σύνδρομο μέλους-φάντασμα, οπότε και ένα άτομο εξακολουθεί να νιώθει ως κομμάτι του σώματος του ένα άκρο που έχει ακρωτηριαστεί. Πώς τα ακούτε όλα αυτά;
Συμφωνώ απόλυτα. Σκεφτείτε επίσης ότι ο θάνατος του γονιού σου σε κάποιο βαθμό σημαίνει και την οριστική ανυπαρξία της παιδικής σου ηλικίας. Έχεις υπάρξει παιδί αν δεν ζουν πια οι άνθρωποι που θυμούνται με περισσότερες λεπτομέρειες ακόμη κι από σένα πώς ήσουν τότε;Έχεις υπάρξει παιδί αν δεν υπάρχει πια καμία απόδειξη; Παρεμπιπτόντως ο Πολ Όστερ -τον οποίο λάτρευα όταν ξεκινούσα να γράφω και με επηρέασε πολύ- πέθανε την ίδια περίοδο με τον πατέρα μου. Και σύντομα θα παρουσιάσουμε με τη Σίρι Χούστβεντ από κοινού τα βιβλία μας (σ.σ. Στο Ghost Stories η Σίρι Χούστβεντ περιγράφει την τεσσαρακονταετή και πλέον συμβίωσή της με τον Πολ Όστερ, μέχρι να πέσει η αυλαία, με τον θάνατό του, στις 30/3/2024).
Νιώθετε διαφορετικός συγγραφέας μετά την ολοκλήρωση του τελευταίου σας βιβλίου;
Νιώθω διαφορετικός άνθρωπος πια. Το πόσο διαφορετικός συγγραφέας είμαι θα το διαπιστώσω στη συνέχεια. Γιατί δεν έχασα απλά τον πατέρα μου. Έχασα τον σπουδαιότερο αφηγητή της ζωής μου. Τέλος πάντων, οι ιστορίες του είναι ακόμη εδώ, τις κουβαλάω και ελπίζω να καταφέρω να τις κρατήσω ζωντανές.
Εντοπίζετε και κάποια πολιτική διάσταση στο «Ο κηπουρός και ο θάνατος»;
Όταν λέτε πολιτική;
Υπό την έννοια ότι το γήρας αν και αναπόφευκτο είναι σαν να βρίσκεται σε καθεστώς αποκλεισμού από τη σύγχρονη δυτική φιλοσοφία. Έχω την αίσθηση λοιπόν ότι στο βιβλίο σας δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με μια εξομολόγηση, αλλά ίσως και με μια διακήρυξη κατά κάποιο τρόπο όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα.
Έχετε δίκιο. Πεθαίνεις μέσα σε ένα πλαίσιο, όχι εν κενώ. Το πλαίσιο μπορεί να σε αγνοεί, εσύ όμως όχι. Όπως σας είπα, ο πατέρας μου ήξερε ότι πέθαινε αλλά συνέχιζε να διαβάζει κάθε πρωί τις εφημερίδες. Διάβαζα κι εγώ στα γρήγορα τους τίτλους στα πρωτοσέλιδα, ήταν όλοι φριχτοί. Θυμάμαι ότι ο πατέρας μου -ο οποίος είχε με τον τρόπο του αντιταχθεί στην καταπίεση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Βουλγαρία- νευρίαζε με την κοινωνικοπολιτική αδικία που υπήρχε ακόμη στην πατρίδα του και στον υπόλοιπο κόσμο. Μου φαινόταν περίεργο. Πεθαίνεις, σκεφτόμουν, τι σε νοιάζει τι θα απογίνει ο κόσμος; Όμως ο μελλοθάνατος πατέρας μου μέχρι το τέλος νοιαζόταν για τον κόσμο και το αύριο πολύ απλά γιατί εγώ θα συνέχιζα τη ζωή μου. Είναι πολύ περίεργο. Ο δικός μου πόνος αφορά το παρελθόν – το δικό μου και του πατέρα μου. Ο δικός του πόνος αφορούσε το μέλλον. Σκεφτόταν ότι θα έρθει η στιγμή που η εγγονή του θα τελειώσει το σχολείο, θα ερωτευτεί, ίσως παντρευτεί, ίσως κάνει τη δική της οικογένεια, κι όλα αυτά θα ο ίδιος δεν θα τα προλάβει. Ο μελλοθάνατος πενθεί για όσα θα συμβούν. Αυτοί που μένουν πίσω πενθούν για όσα έχουν ήδη συμβεί.
Πότε ήταν η τελευταία φορά που αναρωτηθήκατε τι γνώμη θα είχε ο μακαρίτης ο πατέρας σας για το «Ο κηπουρός και ο θάνατος»;
Μόλις τώρα! Είναι κάτι που σκέφτομαι κάθε φορά που μιλάω γι’ αυτό. Σαν να τον βλέπω τώρα εδώ δίπλα μου να λέει: «Όχι, τα πράγματα δεν συνέβησαν ακριβώς όπως τα γράφεις» ή «Μα γιατί κάθισες και τα έγραψες όλα αυτά, ποιον ενδιαφέρουν;» Ήταν χαμηλών τόνων, του άρεσε να κοιτάζει τη δουλειά του, να φροντίζει τον κήπο του και να καπνίζει το τσιγάρα του με καταπληκτικό στιλ. Δεν ξέρω, ελπίζω ότι δεν θα θύμωνε αν είχε την ευκαιρία να τα διαβάσει όλα αυτά. Επιτρέψτε μου όμως να σας δώσω μια συμβουλή. Είπατε νωρίτερα ότι ζουν οι γονείς σας. Συνειδητοποιείτε πόσο τυχερός είστε;
Θέλω να πιστεύω πως ναι.
Πείτε τους «σ’ αγαπώ» όσο υπάρχει ακόμη χρόνος. Ξέρω για τι πράγμα σας μιλάω.
Το μυθιστόρημα «Ο κηπουρός και ο θάνατος» του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση Αλεξάνδρας Ιωαννίδου.