Ηχηρά σήματα για την οικονομία – Τα τέσσερα μεγάλα προβλήματα
Διαβάζεται σε 13'
Με βάση την ανάλυση του Ινστιτούτου Λέβι ως το 2027, η οικονομία θα βιώνει την αρχή μιας οικονομικής κρίσης με επιδείνωση της ανεργίας, περαιτέρω μειώσεις του διαθέσιμου εισοδήματος και ακόμη υψηλότερα ποσοστά φτώχειας. Παράλληλα κρουεί καμπανάκι για κλίμα και γεωργία και «οικονομία καφέ».
- 16 Απριλίου 2026 06:03
Για ζητήματα της οικονομίας, που υποεκτιμώνται στις αναλύσεις, αλλά ωστόσο προκαλούν σοβαρές ανησυχίες για την μελλοντική πορεία της οικονομίας κάνει λόγο ανάλυση του Ινστιτούτου Λέβι που δημοσιεύτηκε στις 9 Απριλίου.
Συγκεκριμένα η ανάλυση εστιάζει σε τέσσερα σημεία. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στα στοιχεία της απασχόλησης, που λανθάνουν της προσοχής, το διαθέσιμο εισόδημα, τον πληθωρισμό αλλά και τα κενά αλλαγής στο παραγωγικό μοντέλο, η αλλαγή του οποίου αναμένεται να συναντήσει δυσκολίες στο μέλλον λόγω των δημοσιονομικών περιορισμών αλλά και της αδυναμίας σωστής απορρόφησης του ΤΑΑ – Next Generation EU (NGEU) αλλά μη ύπαρξης προς ώρας και ενός πιθανού διαδόχου σχήματος.
Η ανάλυση αφού σημειώνει ότι “η τρέχουσα κατάσταση της οικονομίας στην Ελλάδα φαίνεται να έχει επιτύχει την επιστροφή στην κανονικότητα μετά την οικονομική κρίση του 2009-2015 και την πανδημία Covid-19” καταγράφερι μια σειρά από ζητήματα.
“Τα νέα για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας παρουσιάζουν μια συνεχιζόμενη ιστορία επιτυχίας σε σύγκριση με τον μέσο όρο των κρατών μελών της ΕΕ, εκτός εάν κάνουμε μια πιο προσεκτική ανάλυση” αναφέρουν οι συντάκτες της ανάλυσης που σημειώνουν ότι: “Οι θετικές τάσεις της οικονομίας υπερεκτιμώνται, ενώ οι αρνητικές και ανησυχητικές είτε δεν αναφέρονται ή αναφέρονται ως ασήμαντες. Αυτές συμπεριλαμβάνουν τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και του επιπέδου ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ που για την Ελλάδα βρίσκεται στη τελευταία βαθμίδα, τον αυξανόμενο αριθμό ατόμων που βρίσκονται κάτω από ή στο όριο της φτώχειας και τον κοινωνικό αποκλεισμό.”
Αγοραστική δύναμη
Όπως, χαρακτηριστικά, σημειώνει η ανάλυση η εικόνα του επιπέδου φτώχειας καταγράφεται “παρά τις αυξήσεις του κατώτατου μηνιαίου μισθού που τόσο περήφανα τονίζει η αφήγηση της κυβέρνησης”. Επιπλέον, οι πιέσεις από την αύξηση του πληθωρισμού -ιδίως στα τρόφιμα, την ενέργεια και τα βασικά είδη πρώτης ανάγκης- οδηγούν σε μείωση των επιπέδων ιδιωτικής κατανάλωσης και σε αυξανόμενη απαισιοδοξία μεταξύ των καταναλωτών, όπως καταγράφεται στον βαθιά αρνητικό δείκτη εμπιστοσύνης που είναι από τους χαμηλότερους στην ΕΕ, πολύ πιο κάτω από τον μέσο όρο, συμπληρώνει η ανάλυση.
“Το διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα, παρά τις διάφορες κοινωνικές μεταβιβάσεις (κουπόνια), μειώνεται περισσότερο από ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος της Ευρωζώνης, αυξάνοντας την απαισιοδοξία μεταξύ των καταναλωτών, όπως φαίνεται από τον βαθιά αρνητικό δείκτη εμπιστοσύνης, ο οποίος κυμαίνεται γύρω στο -46, έναν από τους χαμηλότερους στην ΕΕ, πολύ κάτω από τον μέσο όρο του.”
Απαισιοδοξία
Η ανάλυση στέκεται και στα επίπεδα απαισιοδοξίας των πολιτών, κάτι που αποτυπώνεται και σε άλλους δείκτες, όπως αυτούς που καταγράφει το ΙΟΒΕ (Μηνιαίος Δείκτης Οικονομικού Κλίματος). ”Οι λόγοι για την επίμονη απαισιοδοξία πηγάζουν όχι μόνο από τις αυξανόμενες τιμές, αλλά και από την επιδεινούμενη οικονομική ανασφάλεια. Άλλες αρνητικές και πράγματι πολύ σημαντικές τάσεις περιλαμβάνουν τη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας και του τεχνολογικού περιεχομένου της παραγωγής (Νικηφόρος κ.ά. 2025). Τυπικά μέτρα οικονομικής απόδοσης περιλαμβάνουν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, το οποίο αυξάνεται, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται στο κάτω μέρος, μαζί με τη Βουλγαρία, όπως αναφέρει η Eurostat” σημειώνει η ανάλυση.
Οι προβλέψεις
Παράλληλα, οι προβλέψεις του μοντέλου του Ινστιτούτου Λέβι δείχνουν μια σταδιακή και επίμονη αποδυνάμωση της οικονομικής δραστηριότητας μεσοπρόθεσμα. “Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να επιβραδυνθεί από το 2,0% το 2025, στο 1,3 % το 2026, 0,7% το 2027 και τελικά να γίνει αρνητική το 2029. Η ευκαιρία να επιτευχθεί μια καλύτερη χρήση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης με επίκεντρο την ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου με στόχο την υποκατάσταση των εισαγωγών και, με αυτόν τον τρόπο, τη μείωση της εξάρτησης της χώρας από τις εισαγωγές, χάθηκε.” αναφέρει η ανάλυση.
Υπενθυμίζει, δε, ότι “το πραγματικό ΑΕΠ κατά κεφαλήν στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 12,8% μεταξύ 2019 και 2025, σε σύγκριση με αύξηση μόλις 3,7% για το σύνολο της ζώνης του ευρώ. Παρά τις σημαντικές αυξήσεις, το πραγματικό ΑΕΠ κατά κεφαλήν που Το 2025, ο πληθυσμός της χώρας εξακολουθούσε να αντιπροσωπεύει μόνο το 56% του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ, από 66% το 2006 και πολύ χαμηλότερο από τις μεγάλες οικονομίες.
Οι μισθοί
Το μερίδιο των μισθών στο Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα (ΑΕΕ), παρά την οικονομική ανάκαμψη, παρέμεινε από τα χαμηλότερα στην ΕΕ, λόγω του ότι οι μισθοί δεν συμβαδίζουν με τον συνολικό ρυθμό ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει ότι η ισοτιμία αγοραστικής δύναμης των μισθών είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ και ανεπαρκής για την κάλυψη και των 13 βασικών και απαραίτητων αγαθών και υπηρεσιών, όπως ορίζονται και αναφέρονται από την ΕΛΣΤΑΤ. Το ατομικό διαθέσιμο εισόδημα, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών μεταβιβάσεων, ήταν επίσης από τα χαμηλότερα στην ΕΕ, στα 13.381 ευρώ το 2025, ακόμη και με αύξηση 8% σε σχέση με το 2024. Αυτό θέτει πολλά περισσότερα άτομα κοντά ή στο όριο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού – το 27,5% του πληθυσμού το 2025 καταγράφοντας αύξηση από 26,9% το 2024 (ΕΛΣΤΑΤ).”
Απασχόληση
Συμπληρώνει δε η ανάλυση ότι: Επιπλέον, το τοπίο απασχόλησης/ανεργίας στην Ελλάδα παρουσιάζει τις δικές του προκλήσεις. Το προς τα πάνω αναθεωρημένο εποχικά προσαρμοσμένο ποσοστό ανεργίας τον Φεβρουάριο του 2026 ήταν 8,5%, αυξημένο από 7,9% τον προηγούμενο μήνα.
Ωστόσο, καταγράφει υψηλότερο ποσοστό από τον Οκτώβριο του 2025.
Ο συνολικός αριθμός των ανέργων αυξήθηκε σε 410.500 άτομα, ενώ τα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού που δεν απασχολούνται ούτε αναζητούν εργασία είναι 2.906.800.
Αυτά τα στατιστικά στοιχεία, σε συνδυασμό με τον συνολικό αριθμό απασχολούμενων των 4.412.200, παρουσιάζονται στην τελευταία έκθεση που δημοσιεύθηκε από την ΕΛΣΤΑΤ.
Για άλλη μια φορά, τα στατιστικά στοιχεία ανεργίας για την Ελλάδα έδειξαν το υψηλότερο επίπεδο μακροχρόνιας ανέργων μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, που αντιπροσωπεύει 5,4%. Αυτό, σύμφωνα με πολλά ευρωπαϊκά πρότυπα, είναι ένα κρίσιμο ζήτημα, χωρίς να παρατηρείται βελτίωση παρά την επιταχυνόμενη οικονομική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια.”
Παράλληλα η ανάλυση αναφέρει ότι: “Ένα άλλο ανησυχητικό ζήτημα είναι η τεράστια διαφορά μεταξύ του επίσημου αριθμού των ανέργων που αναφέρει η ΕΛΣΤΑΤ σύμφωνα με τον ορισμό της ΔΟΕ και του αριθμού των εγγεγραμμένων ανέργων που αναφέρονται από τη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), ο οποίος είναι πάνω από 2,2 φορές υψηλότερος, δηλαδή 903.928 άτομα. Ο αριθμός των μακροχρόνια εγγεγραμμένων ανέργων βρίσκεται και πάλι στο υψηλό επίπεδο των 412.191 ατόμων, που αντιπροσωπεύει περίπου το 45,6%. Επιπλέον, η υψηλότερη συγκέντρωση του συνόλου των εγγεγραμμένων ανέργων αντιπροσωπεύεται από την ηλικιακή ομάδα 30-44 ετών (268.539 άτομα ή 29,7% του συνόλου). Σαφώς, η ηλικιακή ομάδα 30-44 ετών αποτελείται από τους νεότερους και το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, με αποτέλεσμα τις σοβαρές συνέπειες του μεγάλου φαινομένου διαρροής εγκεφάλων στη χώρα, ενώ άλλοι από αυτήν την ομάδα εξαρτώνται από την οικογενειακή υποστήριξη ή την αδήλωτη χαμηλόμισθη απασχόληση.”
Αναθεώρηση μεγεθών
Με βάση την ανάλυση “ο προϋπολογισμός της κυβέρνησης που κατατέθηκε πρόσφατα στη Βουλή είναι αισιόδοξος, προβλέποντας βιώσιμη ανάπτυξη πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ με αυξανόμενα φορολογικά έσοδα κυρίως από τον ΦΠΑ και έλεγχο των πρωτογενών δαπανών της γενικής κυβέρνησης σύμφωνα με το νεοσύστατο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης. Οι προβλέψεις της κυβέρνησης πιθανότατα θα αναθεωρηθούν προς τα κάτω, δεδομένου του επίμονα διατηρήσιμου πληθωρισμού και των πρόσφατων γεωπολιτικών εχθροπραξιών μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και ΗΠΑ, ενώ ο πόλεμος Ουκρανίας-Ρωσίας συνεχίζεται αμείωτος.”
Γεωπολιτική
Παράλληλα η ανάλυση εστιάζει στην συγκυρία. “Η αστάθεια της διεθνούς τάξης θα επιδεινώσει την υπάρχουσα διαταραχή των αλυσίδων εφοδιασμού, ιδίως εκείνων που επηρεάζουν το πετρέλαιο, το LNG, τα λιπάσματα και τα τρόφιμα από τα οποία η Ελλάδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό.
Τα γεωπολιτικά γνωστά άγνωστα μαζί με τις συνεχιζόμενες αρνητικές συνθήκες (πληθωρισμός, μειωμένοι μισθοί, στασιμότητα στο διαθέσιμο εισόδημα) και εκείνες που θα προκύψουν σύντομα, δηλαδή ο τερματισμός του RRF και άλλων ευρωπαϊκών προγραμμάτων στήριξης μετά την Covid, θα επιδεινώσει τις προοπτικές της οικονομίας για το υπόλοιπο του 2026 και μετά.”
Επενδύσεις και ζήτηση
Παράλληλα η ανάλυση εστιάζει στο επενδυτικό κενό ειδικά στον ιδιωτικό τομέα και σημειώνει ότι “Η δυναμική των επενδύσεων παρέχει μόνο μερική στήριξη στη συνολική ζήτηση. Ενώ οι επενδύσεις παρουσιάζουν ισχυρή ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα (9,8% τόσο το 2025 όσο και το 2026), αντανακλώντας σε μεγάλο βαθμό τη συνέχιση των έργων που σχετίζονται με τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF).
Καθώς αυτά τα κεφάλαια σταδιακά καταργούνται, η αύξηση των επενδύσεων μετριάζεται σημαντικά, μειώνοντας σε περίπου 3-4% το 2027-2028 και περαιτέρω στο 1,4% το 2029. Αυτή η επιβράδυνση υπογραμμίζει την περιορισμένη ικανότητα των ιδιωτικών επενδύσεων να αντισταθμίσουν την απόσυρση της δημόσιας στήριξης, ιδίως σε ένα πλαίσιο υποτονικών προσδοκιών ζήτησης.
Οι δημόσιες δαπάνες συμβάλλουν ελάχιστα στην ανάπτυξη καθ’ όλη τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, παραμένοντας σε γενικές γραμμές σταθερές σε πραγματικούς όρους. Αυτό αντανακλά τη δέσμευση των αρχών για δημοσιονομική εξυγίανση, όπως αποδεικνύεται από τη διαρκή αύξηση τόσο των συνολικών όσο και των πρωτογενών πλεονασμάτων της κυβέρνησης.”
Πλεονάσματα
Η ανάλυση εστιάζει και στη δημοσιονομική κατάσταση. Όπως αναφέρει, το συνολικό πλεόνασμα αυξάνεται από 4,1% του ΑΕΠ το 2025 σε μια κορύφωση 5,6% το 2027-2028, πριν ελαφρώς μειωθεί το ποσοστό στο 5,2% το 2029. Ομοίως, το πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει σταθερά υψηλό, ξεπερνώντας το 7% της ΑΕΠ καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου. Ενώ αυτή η πορεία υποστηρίζει τη μείωση του χρέους, συνεπάγεται επίσης μια συνεχή απόσυρση της κρατικής ζήτησης από την αρνητική οικονομία στην ανάπτυξη, την απασχόληση και τα εισοδήματα.”
Εξαγωγές
Παράλληλα η ανάλυση αναφέρει ότι “ο εξωτερικός τομέας σταδιακά καθίσταται ο κύριος μοχλός ανάπτυξης. Η αύξηση των εξαγωγών ενισχύεται από 1,5% το 2025 σε πάνω από 4% το 2026, πριν σταθεροποιηθεί περίπου στο 3% τα επόμενα χρόνια, υποστηριζόμενη από τις συνθήκες εξωτερικής ζήτησης.
Ταυτόχρονα, οι εισαγωγές εμφανίζουν ένα ασταθές, αλλά γενικά φθίνον πρότυπο, αντανακλώντας τη συρρίκνωση της εγχώριας απορρόφησης.
Ως αποτέλεσμα, το εξωτερικό ισοζύγιο βελτιώνεται σημαντικά, μετατοπιζόμενο από έλλειμμα -3,9% του ΑΕΠ το 2025 σε σχεδόν ισόρροπο το 2027 και τελικά φτάνοντας σε πλεόνασμα 4,6% έως το 2029. Αυτή η προσαρμογή δείχνει ότι η διόρθωση των εξωτερικών ανισορροπιών επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της συμπίεσης της ζήτησης και όχι μέσω μιας σημαντικής επέκτασης της εξαγωγικής ικανότητας.
Από την άποψη των τομεακών ισοζυγίων, αυτό υποδηλώνει ότι ο εγχώριος ιδιωτικός τομέας θα παρουσιάσει οικονομικά ελλείμματα, αν και αυτά θα μειωθούν σταδιακά με την πάροδο του χρόνου καθώς βελτιώνεται η εξωτερική θέση. Η πορεία προσαρμογής χαρακτηρίζεται επομένως από μια διαρκή εξαγωγή χρηματοοικονομικών πόρων από τον ιδιωτικό τομέα, καθώς η καθαρή απόκτηση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του ιδιωτικού τομέα (NAFA) παραμένει αρνητική καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου πρόβλεψης.
Το 2025, η NAFA ισούται με -8,0% του ΑΕΠ και παραμένει έτσι μέχρι το 2026. Ενώ η ενίσχυση του εξωτερικού ισοζυγίου αντισταθμίζει εν μέρει αυτό το αποτέλεσμα στα επόμενα χρόνια, η συνολική διαμόρφωση υποδηλώνει ότι η μείωση του δημόσιου χρέους και η βελτίωση των εξωτερικών λογαριασμών επιτυγχάνονται με κόστος μια παρατεταμένη συμπίεση του καθαρού χρηματοοικονομικού πλούτου του ιδιωτικού τομέα.
Συνολικά, το βασικό σενάριο απεικονίζει μια πορεία προσαρμογής στην οποία η δημοσιονομική εξυγίανση και η αδύναμη εγχώρια ζήτηση οδηγούν σε μια επανεξισορρόπηση της οικονομίας προς τον εξωτερικό τομέα.
Ωστόσο, αυτή η διαδικασία συνδέεται με τη μείωση της αύξησης της παραγωγής και τη συρρίκνωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, υποδηλώνοντας ότι τα διατηρήσιμα πλεονάσματα της κυβέρνησης έρχονται με κόστος τη μειωμένη οικονομική δραστηριότητα μεσοπρόθεσμα με τις σχετικές αρνητικές επιπτώσεις για τη συνολική οικονομία”.
Συμπέρασμα και “συγκάλυψη”
Συμπερασματικά η ανάλυση αναφέρει ότι “η τρέχουσα κατάσταση της οικονομίας στην Ελλάδα φαίνεται να έχει επιτύχει μια επιτυχή επιστροφή στην κανονικότητα μετά την οικονομική κρίση του 2009-2015 και την πανδημία Covid-19 το 2019-2020. Η σημερινή κυβέρνηση, από το 2019, έχει χαρακτηριστεί από τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως αποτελεσματική και αποτελεσματική στην ανάπτυξη της οικονομίας, στην αύξηση της απασχόλησης, στη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και στη μετατροπή τους σε πλεονάσματα, στην επίτευξη ποιότητας επενδύσεων στο χρέος της και στη θέσπιση θεσμικών και ευέλικτων μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας.”
Αυτή η κατάσταση της οικονομίας, ωστόσο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ανάλυση, “συγκαλύπτει τις σοβαρές προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η οικονομία ενδιάμεσα. Η ανάλυσή μας, σε αυτήν την έκθεση, δείχνει ότι τα χρόνια μετά το 2026 πιθανότατα θα μετατρέψουν την επιτυχημένη ιστορία σε μια κατάσταση μακροοικονομικής ευθραυστότητας.”
Οι συντάκτες τονίζουν μάλιστα, ότι “η συνεχιζόμενη αυστηροποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής ελλείψει ενός νέου ευρωπαϊκού προγράμματος στήριξης των δημόσιων δαπανών, μόλις λήξουν τα κεφάλαια του RFF, θα συρρικνώσει βαθιά την οικονομία.
Όπως αναφέρεται στις προβλέψεις μας, έως το 2027, η οικονομία θα βιώνει την αρχή μιας οικονομικής κρίσης με επιδείνωση της ανεργίας, περαιτέρω μειώσεις του διαθέσιμου εισοδήματος και ακόμη υψηλότερα ποσοστά φτώχειας.”
Ο ρόλος των ευρωπαϊκών πόρων και η χαμένη ευκαιρία
Η ανάλυση του Ινστιτούτου κάνει λόγο για “χαμένη ευκαιρία χρήσης των διαρθρωτικών ταμείων του NGEU για την ανάπτυξη ενός νέου μοντέλου παραγωγής με στόχο την υποκατάσταση των εισαγωγών (ηλιακή και αιολική ενέργεια, logistics και τρόφιμα, για να αναφέρουμε μερικά) και με αυτόν τον τρόπο τη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές (Papadimitriou, et. al., 2024)”. Όπως αναφέρει μια τέτοια ευκαιρία “ενδέχεται να μην είναι δυνατή στο μέλλον, υπό το πρίσμα των αυστηρότερων ελέγχων διακυβέρνησης που έχει θεσπίσει η ΕΕ για τα υπερχρεωμένα κράτη μέλη.”
Καμπανάκι για κλίμα και γεωργία και «οικονομία καφέ»
Επιπλέον, όπως αναφέρει, “η εμπειρία των τελευταίων δύο ετών περίπου δείχνει ότι η κλιματική αλλαγή έχει καταστεί επείγουσα έκκληση για δράση για την προστασία του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας από ανεξέλεγκτες πλημμύρες και πυρκαγιές με σοβαρές επιπτώσεις στη συνολική οικονομία και το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού. Το παροιμιώδες μοντέλο «business as usual» που έχει μετατρέψει την ελληνική οικονομία σε μια «οικονομία καφέ» (Nikiforos, et. al 2025) που εξαρτάται κυρίως από τον τουρισμό και τις συναφείς δραστηριότητες δεν μπορεί ούτε να αναπτύξει την οικονομία ούτε να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο” αναφέρει η ανάλυση που τονίζει με εύγλωττο τρόπο:
“Οι οικονομικές μας προσομοιώσεις σε πολλές από τις προηγούμενες εκθέσεις μας ήταν απαισιόδοξες, όπως και αυτή η έκθεση. Μας θυμίζει τη γνωστή φράση που εξέφρασε ο Άντριου Σμίθερς για την οικονομική κρίση (2007-08), όταν έγραψε «Η Κασσάνδρα ήταν μια καλή αναλύτρια. Οι προβλέψεις της ήταν σωστές. Δεν έκανε καμία δήλωση σχετικά με το χρονοδιάγραμμά τους και οι απόψεις της αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό. Αλλά αυτό που την έκανε να τρελαθεί ήταν ένας τίτλος στην εφημερίδα Troy Times: «Η Βασίλισσα Εκάβη ρωτάει “Γιατί κανείς δεν μας προειδοποίησε για το ξύλινο άλογο;”