Πώς οι συντάξεις βασίζονται στους φορολογούμενους

Διαβάζεται σε 7'
Πώς οι συντάξεις βασίζονται στους φορολογούμενους
iStock

20 χρόνια μετά την έναρξη της ελληνικής κρίσης και δεκάδες μεταρρυθμίσεις του ασφαλιστικού συστήματος, το 38% της δαπάνης των συντάξεων αναμένεται να καταβάλλεται από την γενική φορολογία.

Τη δομική υστέρηση των συνταξιοδοτικών συστημάτων στην Ελλάδα αλλά και στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναδεικνύει το νέο κείμενο πολιτικής του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών με τίτλο «Το Συνταξιοδοτικό Σύστημα στην Ελλάδα και την ΕΕ: Ένα Αναπτυξιακό Εργαλείο Χωρίς Εφαρμογή», το οποίο υπογράφουν ο Χρήστος Λούκας και ο Ίων Βαλλιάνος.

Η μελέτη επισημαίνει ότι, παρά τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης δεκαετίας, το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη γενική φορολογία. Το 2025 εκτιμάται ότι το 57% των συντάξεων χρηματοδοτήθηκε από εισφορές, ενώ το υπόλοιπο 43% καλύφθηκε από τον τακτικό προϋπολογισμό. Η εικόνα αυτή είναι βελτιωμένη σε σχέση με το 2021, καθώς η συμμετοχή της γενικής φορολογίας έχει μειωθεί κατά περίπου 6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το 2029 προβλέπεται ότι οι εισφορές θα καλύπτουν το 62% των συνταξιοδοτικών δαπανών.

Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρεται, η Ελλάδα έχει υποχωρήσει από την 1η θέση στην ΕΕ ως προς τη δαπάνη για συντάξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2012, στην 4η θέση το 2023, πίσω από την Ιταλία, τη Γαλλία και την Αυστρία. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, χωρίς όμως να αναιρεί το βασικό διαρθρωτικό πρόβλημα: σημαντικό μέρος των συντάξεων εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από τους φορολογούμενους και όχι από αποταμιευμένα και επενδυμένα κεφάλαια.

Το συνταξιοδοτικό σύστημα των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργεί χωρίς αποθεματικά

Η μελέτη αναδεικνύει επίσης μια λιγότερο γνωστή, αλλά ιδιαίτερα κρίσιμη διάσταση: το συνταξιοδοτικό σύστημα των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης λειτουργεί χωρίς αποθεματικά.

Οι συντάξεις των πρώην υπαλλήλων της ΕΕ πληρώνονται από τον τρέχοντα προϋπολογισμό και όχι από ειδικά αποταμιευμένα κεφάλαια. Οι σχετικές πληρωμές μάλιστα αυξήθηκαν σε σταθερές τιμές κατά 183% την περίοδο 2000–2024, από 580 εκατ. ευρώ σε 2,9 δισ. ευρώ.

Σήμερα, οι συντάξεις των υπαλλήλων της ΕΕ απορροφούν το 22% των δαπανών του τομέα της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης, έναντι μόλις 10% το 1998. Παράλληλα, το 2024 μόλις το 21% των συντάξεων των υπαλλήλων της ΕΕ καλύφθηκε από εισφορές, ενώ το υπόλοιπο 79% χρηματοδοτήθηκε από τον τακτικό προϋπολογισμό, δηλαδή τελικά από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους.

Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ακόμη τη δυνατότητα να προχωρήσει σε μια δημοσιονομικά διαχειρίσιμη μετάβαση προς ένα κεφαλαιοποιητικό μοντέλο για το δικό της συνταξιοδοτικό σύστημα. Μια μείωση των διοικητικών δαπανών κατά 5% στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028–2034 θα μπορούσε να επιτρέψει τη δημιουργία αποθεματικών ύψους 87 δισ. ευρώ για την κάλυψη των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων της ΕΕ. Η επένδυση αυτών των κεφαλαίων, με βάση τις αποδόσεις αντίστοιχων διεθνών συνταξιοδοτικών ταμείων, θα μπορούσε να δημιουργήσει ετήσια αυτοχρηματοδότηση περίπου 3 δισ. ευρώ.

Η μελέτη καταλήγει ότι η μετάβαση σε ισχυρότερους κεφαλαιοποιητικούς πυλώνες δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ασφαλιστικής πολιτικής, αλλά κρίσιμη αναπτυξιακή επιλογή. Η αποταμίευση και επένδυση των εισφορών μπορεί να μειώσει τη μελλοντική πίεση στους προϋπολογισμούς, να περιορίσει τη μετακύληση βαρών στις επόμενες γενιές και να ενισχύσει την παραγωγική βάση της οικονομίας.

alfavita.gr

Το αναδιανεμητικό μοντέλο και το δημογραφικό

Όπως μάλιστα, αναφέρει η μελέτη, το αναδιανεμητικό συνταξιοδοτικό μοντέλο σχεδιάστηκε για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πλέον, καθώς η δημογραφική υπόθεση στην οποία στηρίχθηκε έχει καταρρεύσει, και το δημοσιονομικό κόστος της διατήρησής του είναι σήμερα μετρήσιμο, αυξανόμενο και δυσβάσταχτο.

Η Ελλάδα, από την έναρξη της κρίσης και διαδοχικές δύσκολες μεταρρυθμίσεις έχει καταφέρει να θέσει σε πτωτική τάση την συνταξιοδοτική της δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ, γεγονός που έχει μετακινήσει την Ελλάδα από την πρώτη θέση στην ΕΕ το 2012 στην τέταρτη το 2023, με μείωση 4,16 ποσοστιαίων μονάδων.

Ωστόσο, το 43% των συντάξεων εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από τον τακτικό προϋπολογισμό, και μόνο τα πρώτα βήματα κεφαλαιοποίησης μέσω του ΤΕΚΑ σηματοδοτούν μια πραγματική αλλαγή κατεύθυνσης. Το διαρθρωτικό πρόβλημα παραμένει, με το κόστος μετάβασης να είναι τεράστιο. Από την άλλη πλευρά, το συνταξιοδοτικό σύστημα στην δημόσια διοίκηση της ΕΕ αναπαράγει την ίδια διαρθρωτική επιλογή σε υπερεθνικό επίπεδο, καθώς λειτουργεί χωρίς αποθεματικά, με την ευθύνη χρηματοδότησης να βαρύνει τον τρέχοντα προϋπολογισμό.

Το αποτέλεσμα είναι πως σε σταθερές τιμές, οι πληρωμές συντάξεων αυξήθηκαν κατά 183% την περίοδο 2000–2024 (από 580 εκατ. η ΕΕ θα μπορούσε να προχωρήσει στην σταδιακή δημιουργία αποθεματικών (για νέα συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή μόνο για νέους υπαλλήλους) ή να δανειστεί για την άμεση χρηματοδότηση των δεσμεύσεών της.

Η διαφορά μεταξύ της απόδοσης των επενδεδυμένων συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεων (3%-7% όπως φαίνεται από την διεθνή εμπειρία) και του κόστους δανεισμού θα απέφερε σημαντική μακροπρόθεσμη εξοικονόμηση.9 ευρώ σε 2,9 δισ. ευρώ), απορροφώντας πλέον το 22% των δαπανών του τομέα της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης, έναντι μόλις 10% το 1998.

Το 2024, το 79% των συντάξεων των υπαλλήλων της ΕΕ χρηματοδοτείται από τη γενική φορολογία και μόλις το 21% από εισφορές, αποτυπώνοντας μια ακόμα πιο οξεία εξάρτηση από το αναδιανεμητικό μοντέλο σε σχέση με την ελληνική περίπτωση.

Η μετάβαση σε κεφαλαιοποιητικό σύστημα περνάει μέσα από συγκεκριμενές οδούς υλοποίησης, με την πλήρη κεφαλαιοποίηση των συνταξιοδοτικών δεσμεύσεων να είναι εφικτή χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση των φορολογουμένων.

Μια μέτρια μείωση των διοικητικών δαπανών κατά 5% (ύψους 87 δισεκατομμυρίων ευρώ) στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 της ΕΕ, στο οποίο τα αναμενόμενα έσοδα φτάνουν τα 1.763 δισ. ευρώ (σε τιμές 2025), θα επαρκούσε για τη δημιουργία αποθεματικών των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων της ΕΕ.

Η επένδυση αυτού του κεφαλαίου στις διεθνείς χρηματαγορές, με βάση τις αποδόσεις παρόμοιων διεθνών ταμείων (3%- 7% ετησίως), θα δημιουργούσε ετήσια αυτοχρημα-τοδότηση περίπου 3 δισεκατομμυρίων ευρώ, μειώ-νοντας μόνιμα το βάρος στον προϋπολογισμό της ΕΕ.

Αυτή η μεταρρύθμιση είναι ιδιαίτερα εφικτή σ βασης παραμένει διαχειρίσιμο σε σχέση με το υφιστάμενο δημοσιονομικό αποτύπωμα, σε αντίθεση με εθνικά συστήματα όπως το ελληνικό, όπου το κόστος μετάβασης είναι τεράστιο.

Η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι η πλήρης κεφαλαιοποίηση των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων δεν είναι μόνο εφικτή, αλλά και υπεύθυνη επιλογή που αποτρέπει τη μετακύληση του οικονομικού βάρους στις μελλοντικές γενιές φορολογουμένων, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί μακροπρόθεσμες εξοικονομήσεις μέσω των αποδόσεων των επενδύσεων.

Τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης

Συνοπτικά με βάση τη μελέτη:

  • Το 2025, το 57% των συντάξεων στην Ελλάδα εκτιμάται ότι χρηματοδοτήθηκε από εισφορές και το 43% από τον τακτικό προϋπολογισμό.
  • Το 2029 προβλέπεται ότι οι εισφορές θα καλύπτουν το 62% των δαπανών του ασφαλιστικού συστήματος.
  • Η Ελλάδα υποχώρησε από την 1η θέση στην ΕΕ σε δαπάνες συντάξεων ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2012 στην 4η θέση το 2023.
  • Οι συντάξεις των υπαλλήλων της ΕΕ χρηματοδοτούνται κατά 79% από τον τακτικό προϋπολογισμό και μόλις κατά 21% από εισφορές.
  • Οι πληρωμές για συντάξεις πρώην υπαλλήλων της ΕΕ αυξήθηκαν κατά 183% την περίοδο 2000–2024.
  • Η δημιουργία αποθεματικού ταμείου για τις συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις της ΕΕ θα μπορούσε να μειώσει μόνιμα το βάρος στους Ευρωπαίους φορολογούμενους.

Στο φόντο αυτό ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε:

«Οι συνέπειες δεκαετιών αναβολής των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στο συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας είναι πλέον ιδιαίτερα βαριές. Υπονομεύουν τα δημόσια οικονομικά, περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, επηρεάζουν το ύψος και τη βιωσιμότητα των συντάξεων και στερούν από την οικονομία πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε παραγωγικές επενδύσεις και στην καινοτομία.

Το γεγονός ότι ούτε οι ίδιοι οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτουν σήμερα ένα πλήρως κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό σύστημα είναι ενδεικτικό των πολιτικών αντιστάσεων που εξακολουθούν να εμποδίζουν την αναγκαία μετάβαση σε ένα πιο δίκαιο, βιώσιμο και αποτελεσματικό μοντέλο.

Το βέβαιο είναι ότι η πραγματικότητα, αργά ή γρήγορα, θα επιβάλει τις αλλαγές που αναβάλλονται. Και όσο περισσότερο καθυστερούμε, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κόστος της μετάβασης για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους και τους φορολογούμενους»

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα