Όταν το σπίτι γίνεται σάουνα: Γιατί το κλιματιστικό δεν αρκεί

Διαβάζεται σε 4'
Όταν το σπίτι γίνεται σάουνα: Γιατί το κλιματιστικό δεν αρκεί
Nicoletta Zarifi

Το σπίτι δεν είναι πάντα καταφύγιο από τον καύσωνα. Νέα έρευνα καταγράφει θερμοκρασίες έως 38°C στο εσωτερικό κατοικιών.

Το σπίτι θα έπρεπε να είναι το καταφύγιό μας από τον καύσωνα. Ένας χώρος όπου μπορούμε να ξεκουραστούμε, να κοιμηθούμε και να προστατευτούμε από τις ακραίες θερμοκρασίες. Η δυνατότητα για επαρκή ξεκούραση και ασφαλείς συνθήκες διαβίωσης συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη υγεία και αξιοπρέπεια. Τι συμβαίνει, όμως, όταν το ίδιο το σπίτι μετατρέπεται σε θερμική παγίδα;

 

Για πόσο μπορεί να παραμένει κανείς μέσα στο σπίτι του όταν η θερμοκρασία στο εσωτερικό ξεπερνά τους 30°C; Και τι συμβαίνει όταν, ακόμη και τη νύχτα, η ζέστη δεν υποχωρεί αρκετά ώστε ο οργανισμός να μπορέσει να ξεκουραστεί; Τα ερωτήματα αυτά αποκτούν μεγαλύτερη σημασία σε μια Ελλάδα όπου οι καύσωνες γίνονται συχνότεροι και μεγαλύτερης διάρκειας, ενώ μεγάλο μέρος του κτιριακού αποθέματος είναι παλιό και έχει κατασκευαστεί χωρίς τις σύγχρονες απαιτήσεις θερμικής προστασίας.

 

Έρευνα πεδίου που πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2025 από το Ελληνικό Ινστιτούτο Παθητικού Κτιρίου, σε συνεργασία με την Greenpeace, κατέγραψε τις πραγματικές συνθήκες σε 29 κατοικίες σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λάρισα-Καλαμπάκα, Ηράκλειο-Χανιά, Κοζάνη και Πάτρα. Οι συνεχείς μετρήσεις έδειξαν ότι στη μεγάλη πλειονότητα των κατοικιών οι εσωτερικές θερμοκρασίες ξεπερνούσαν για σημαντικό διάστημα το όριο θερμικής άνεσης των 25°C. Οι μέσες θερμοκρασίες συχνά κυμαίνονταν μεταξύ 28 και 31°C, ενώ οι μέγιστες έφτασαν ή ξεπέρασαν τους 34-38°C.

 

Όταν ούτε τη νύχτα δεν πέφτει η θερμοκρασία

 

Ιδιαίτερα ευάλωτες αποδείχθηκαν οι αμόνωτες κατοικίες. Σε αρκετές από αυτές, η θερμοκρασία παρέμενε πάνω από τους 28-30°C ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας, περιορίζοντας τη νυχτερινή αποφόρτιση του κτιρίου και δημιουργώντας μια συνθήκη διαρκούς θερμικής επιβάρυνσης.

 

Το κλιματιστικό δεν είναι η λύση για όλους

 

Την ίδια στιγμή, η λύση του κλιματιστικού δεν είναι αυτονόητη για όλους. Ακόμη και σε κατοικίες με πολύ υψηλές θερμοκρασίες, η χρήση κλιματισμού περιορίστηκε συχνά σε μόλις μία ή δύο ώρες την ημέρα. Ο λόγος δεν είναι απαραίτητα ότι δεν υπάρχει ανάγκη για ψύξη, αλλά ότι το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργεί ως περιορισμός. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: τα σπίτια που δεν διαθέτουν επαρκή θερμική προστασία χρειάζονται περισσότερη ψύξη, η ψύξη αυξάνει την κατανάλωση και το κόστος και, όταν το κόστος δεν μπορεί να καλυφθεί, οι κάτοικοι περιορίζουν τη χρήση του κλιματισμού και παραμένουν εκτεθειμένοι στη ζέστη.

 

Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στη δυσφορία. Η παρατεταμένη έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες επηρεάζει τον ύπνο, τη συγκέντρωση και την καθημερινή λειτουργικότητα και αυξάνει τους κινδύνους για την υγεία, ιδιαίτερα για ηλικιωμένους, παιδιά και ανθρώπους με υποκείμενα νοσήματα. Στην έρευνα καταγράφηκαν επίσης περιπτώσεις ανεπαρκούς αερισμού, με συγκεντρώσεις CO₂ άνω των 1.000 ppm, ενώ σε αρκετές κατοικίες η υγρασία επιβάρυνε περαιτέρω τις συνθήκες.

 

Nicoletta Zarifi

 

Δεν χρειαζόμαστε απλώς περισσότερα κλιματιστικά

 

Τα ευρήματα δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές παρεμβάσεις. Χρειάζονται ριζικές και μαζικές ενεργειακές αναβαθμίσεις των κατοικιών, ώστε το σπίτι να μπορεί πράγματι να λειτουργεί ως ασφαλής χώρος διαβίωσης ακόμη και σε συνθήκες ακραίας ζέστης. Οι κατοικίες που είχαν δεχθεί περιορισμένες ενεργειακές παρεμβάσεις παρουσίαζαν μόνο μερική βελτίωση, ενώ καλύτερη και πιο σταθερή θερμική συμπεριφορά εμφάνισαν τα σπίτια με ουσιαστικές ενεργειακές αναβαθμίσεις. Ακόμη καλύτερα αποτελέσματα καταγράφηκαν στα παθητικά κτίρια.

 

Η συζήτηση, επομένως, πρέπει να μετατοπιστεί από το «πώς θα δροσίσουμε το σπίτι» στο «πώς θα φτιάξουμε ένα σπίτι που δεν υπερθερμαίνεται». Αυτό σημαίνει ολοκληρωμένες ανακαινίσεις, με έμφαση στο κέλυφος, θερμομόνωση, αεροστεγανότητα, σωστό αερισμό και παρεμβάσεις σε επίπεδο ολόκληρου κτιρίου.

 

Και αυτή η αλλαγή δεν μπορεί να αφορά μόνο όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να ανακαινίσουν την κατοικία τους. Οι πιο ευάλωτες κατοικίες και τα νοικοκυριά που πλήττονται περισσότερο από τη θερινή ενεργειακή φτώχεια χρειάζονται προτεραιότητα και ουσιαστική οικονομική στήριξη. Χρειάζονται πολιτικές που θα κάνουν τα ενεργειακά αποδοτικά και μηδενικών εκπομπών σπίτια προσβάσιμα σε όλους, θα μειώνουν το ενεργειακό κόστος τους θερινούς μήνες και θα ενισχύουν την προστασία των πολιτών σε περιόδους ακραίας ζέστης.

 

Γιατί όσο οι καύσωνες αποτελούν όλο και συχνότερο μέρος της ελληνικής πραγματικότητας, ένα σπίτι που μετατρέπεται σε «σάουνα» δεν μπορεί να θεωρείται απλώς ένα ακόμη πρόβλημα άνεσης. Είναι ζήτημα υγείας, αξιοπρεπούς στέγασης και κοινωνικής προστασίας. Και το σπίτι μας πρέπει να μπορεί να είναι καταφύγιο.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα