Νίκος Μαραντζίδης: Η Αριστερά που αξίζει να υπερασπιζόμαστε

Διαβάζεται σε 5'
Νίκος Μαραντζίδης: Η Αριστερά που αξίζει να υπερασπιζόμαστε
Ο Νίκος Μαραντζίδης ΑΠΕ

Ο καθηγητής του ΠΑΜΑΚ, Νίκος Μαραντζίδης, γράφει στο NEWS 24/7 για την ουσία της διάκρισης μεταξύ σκληρής κριτικής και δολοφονίας χαρακτήρα. Τι αναφέρει για το δημοσίευμα που τον παρουσίασε ως “πράκτορα των βρετανικών υπηρεσιών”.

Ένιωσα αμήχανα γράφοντας αυτό το κείμενο γιατί δεν συνηθίζω να μιλώ για τον εαυτό μου. Εξάλλου, οι περισσότεροι άνδρες της γενιάς μου δυσκολεύονται να εξωτερικεύσουν τη λύπη τους. Ανήκω σε αυτούς.

Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με τις αξίες της εποχής της. Μικρό παιδί ακόμα, το σφύριγμα του ζωναριού του πατέρα μου που έσκιζε τον αέρα πριν πέσει πάνω μου συνοδευόταν σχεδόν πάντα από την ίδια φράση: «Σσσστ. Οι άνδρες δεν κλαίνε».

Στο σχολείο, ο δάσκαλος φρόντιζε να επαναλαμβάνει το μάθημα με τη βέργα στην παλάμη. Τα χαστούκια, πάλι στο γυμνάσιο, έπεφταν βροχή. Δεν κρατάω κακία. Έτσι ήταν τότε.

Έγινα ένας μάλλον δύσκολος έφηβος. Η θλίψη και το άγχος μεταφράζονταν μέσα μου σε θυμό. Οι νταήδες του σχολείου και της γειτονιάς μου ζωντάνευαν μια οργή που ζητούσε διαρκώς αφορμή. Έγινα αυθάδης, κι έπαιξα αρκετό ξύλο, συνήθως με αξιοθρήνητα αποτελέσματα αλλά το διασκέδαζα απίστευτα. Δεν τα νοσταλγώ, όμως εξακολουθώ να θυμάμαι εκείνα τα χρόνια με αγάπη. Ίσως γιατί σήμερα καταλαβαίνω καλύτερα πως πίσω από την οργή κρύβεται συχνά πολλή θλίψη.

Όταν είδα το πρωτοσέλιδο να με παρουσιάζει, λίγο-πολύ, ως πράκτορα των βρετανικών υπηρεσιών, δεν αντιλήφθηκα τη λύπη που μου προκάλεσε αλλά ένιωσα αμέσως θυμό. Πολύ θυμό. Μα σοβαρά τώρα; Αναρωτήθηκα.

Κι ύστερα έγινε κάτι που δεν είχα προβλέψει: ένα κύμα δημόσιας συμπαράστασης. Η μία δήλωση διαδεχόταν την άλλη. Άνθρωποι από διαφορετικές διαδρομές και διαφορετικές εκδοχές της Αριστεράς, αλλά και πέρα από αυτήν, ασφαλώς. Μερικούς θέλω να τους αναφέρω ονομαστικά, τους το οφείλω: ο Χρήστος Ράμμος, η Σία Αναγνωστοπούλου, ο Γιώργος Καμίνης, ο Τάκης Κατσαρός, ο Κώστας Χλωμούδης, ο Θόδωρος Μαργαρίτης, ο Παντελής Καψής, ο Στέφανος Παραστατίδης, ο Πολυμέρης Βόγλης, ο Νίκος Μπίστης, ο Γεράσιμος Μοσχονάς, η Ελένη Χοντολίδου, ο Χάρης Αθανασιάδης, ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης, και τόσοι πολλοί άλλοι και άλλες που αδικώ παραλείποντάς τους. Τους ευχαριστώ όλους.

Κι όταν ήρθε το μήνυμα της φίλης μου της Τζένης στο κινητό: «Σκεφτόμουν αν υπάρχει ρόλος οδοντιάτρου του Τζέιμς Μποντ σε κάποια ταινία, ένα ρολάκι έστω. Πάντως τη σύμπασα Αριστερά εσύ την ενοποίησες». Η Τζένη υπερέβαλε αλλά εγώ έβαλα τα κλάματα. Ντρέπομαι που το γράφω, αλλά αυτό έγινε.

Ήταν για τη συνείδηση μου συγκλονιστικό. Διαφορετικών εμπειριών και ευαισθησιών άνθρωποι στάθηκαν μαζί απέναντι σε μια πρακτική που θεωρούν ξένη προς τις αξίες τους. Για να υπερασπιστούν έναν άνθρωπο, αλλά κυρίως μια αντίληψη για την πολιτική που δεν αντιμετωπίζει τον αντίπαλο ως εχθρό προς εξόντωση. Αυτοί οι άνθρωποι μου θύμισαν πως η πολιτική που αγάπησα δεν κρίνεται από τις χειρότερες στιγμές της, αλλά από την ικανότητά της να υπερασπίζεται τον άνθρωπο ενάντια στην αδικία. Χωρίς αυτό, η πολιτική καταντά απλώς μια ακόμη μορφή πολέμου.

Ας είμαστε όμως ειλικρινείς. Η σύγχρονη ιστορία της χώρας είναι γεμάτη από αυτές τις πρακτικές. Η Δεξιά έκανε τον στιγματισμό και τη διαπόμπευση καθεστώς.

Το μετεμφυλιακό κράτος κατασκεύασε κρατικά οργανωμένους μηχανισμούς αποκλεισμού και στιγματισμού με βάση «πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης». Η κουλτούρα της εθνικοφροσύνης που συνεχίζει ως και σήμερα να διαμορφώνει τους ορίζοντες της Δεξιάς, διαμόρφωσε τις νόρμες που αυτή χρησιμοποιεί για να διαχωρίσει τους πολίτες.

Όμως, κι η Αριστερά κουβαλά τις ενοχές και τα τραύματα της. Από την εποχή της πρακτορολογίας μέχρι τον Αυριανισμό και από εκεί στο «φαινόμενο Ντοκουμέντο», διαφορετικά ρεύματα της Αριστεράς, από την κομμουνιστική έως τη σοσιαλδημοκρατική εκδοχή της, υπέκυψαν κατά καιρούς στον πειρασμό της οργανωμένης δημόσιας διαπόμπευσης που τρέφεται από τη συνωμοσιολογία, μετατρέπει τον πολιτικό αντίπαλο σε εχθρό και τον εσωτερικό αντίπαλο σε προδότη.

Κατανοώ γιατί αυτές οι μέθοδοι είναι ελκυστικές. Επειδή είναι αποτελεσματικές. Γι’ αυτό και επανέρχονται διαρκώς. Συσπειρώνουν κάποια βάση, ασκούν ηθική πίεση, απομονώνουν, εκφοβίζουν. Και συχνά δίνουν την ψευδαίσθηση της λαϊκής έκφρασης, ότι επιτέλους κάποιος λέει όσα πολλοί σκέφτονται.

Όμως η Αριστερά γεννήθηκε για να χειραφετεί όχι να εκφοβίζει, να αφορίζει ή να διαπομπεύει. Κάθε φορά που επιλέγει αυτόν τον δρόμο, μπορεί να κερδίζει πρόσκαιρα, αλλά απομακρύνεται από τον εαυτό της.

Πρέπει να μεταλλάξουμε το λόγο μας, λοιπόν, σε ένα υποκριτικό ακροκεντρώο (μπουρζουά θα το λέγαν οι παλιοί) ύφος, χωρίς λαϊκότητα και αιχμές, θα αναρωτηθούν μερικοί; Όχι ασφαλώς.

Η απάντηση δεν είναι να γίνουμε πιο ευγενικοί από όσο είμαστε ούτε να μιλάμε τη γλώσσα των σαλονιών. Η Αριστερά οφείλει να παραμείνει αυθάδης, λαϊκή, αιχμηρή και ανυπότακτη. Όμως άλλο η λαϊκότητα και άλλο η χυδαιότητα.

Άλλο η σκληρή κριτική και άλλο η δολοφονία χαρακτήρων. Αν χαθεί αυτή η διάκριση, κάτι ουσιαστικό χάνεται μαζί της.

Πρέπει να γίνουμε όλοι εμείς η αλλαγή που προσδοκούμε να έρθει, είχε πει ο Αλέξης Τσίπρας, την ημέρα της παραίτησης του από βουλευτής.

Η αλλαγή αυτή αφορά και τον τρόπο που μιλάμε, συγκρουόμαστε και συνυπάρχουμε. Γιατί η Αριστερά δεν κρίνεται μόνο από όσα υπερασπίζεται, αλλά και από τον τρόπο που τα υπερασπίζεται.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα