Θέματα πραγματικής πολιτικής
Διαβάζεται σε 5'
Ο καθείς ρεαλιστής καταλαβαίνει πως, αν δεν υπάρξουν ριζικές αλλαγές, πάμε για φούντο χειρότερο από του 2008 -και δεν μας σώζει καμιά “δημοσιονομική υπευθυνότητα”.
- 14 Αυγούστου 2026 06:50
Όποια παρακολουθεί την πολιτική διαμάχη στην χώρα μας ξέρει καλά πως η έντασή της δεν αντιστοιχεί και πολύ στην ατζέντα της δημόσιας συζήτησης. Ακόμη κι όταν, αφού δεν γίνεται αλλιώς, έρχονται στο προσκήνιο ουσιώδη ζητήματα, η βαρύτητα (!) των προτάσεων είναι αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους του προβλήματος.
Να δώσω ένα παράδειγμα.
Γίνεται αποδεκτό πως τα πράγματα δεν πάνε καλά σε ό,τι αφορά την καθημερινή ζωή του μέσου (;) πολίτη. Σχεδόν τα 2/3 των εργαζομένων έχουν μισθό κάτω από 920 ευρώ, που δεν φτάνει ούτε για να βγάλει μια οικογένεια τις 20 ημέρες ενός μήνα. Συχνά το ενοίκιο απορροφά το 40% του μηνιαίου εισοδήματος. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, όταν, για να αγοράσεις σπίτι στην Αθήνα απαιτούνται 15 ετήσιοι μισθοί, έναντι 12 στο Λονδίνο, 10 στη Μαδρίτη, 8 στη Ρώμη και 5 στην Πράγα. Πώς να είναι αλλιώς, όταν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης είναι κάτω από αυτό της καθυστερημένης και «μη ευρωπαϊκής» Τουρκίας
Υπάρχει περιθώριο, για να αλλάξουν ουσιωδώς τα πράγματα; Αν ακούσουμε προσεκτικά τις τοποθετήσεις δεξιών και κεντροαριστερών δεν φαίνεται κάτι τέτοιο.
Νομίζω, λοιπόν, πως, από μια ειρωνεία της κατάστασης, αυτό συμβαίνει εξαιτίας της έλλειψης ρεαλισμού στις τοποθετήσεις τους! Έλλειψη ρεαλισμού, που συμπυκνώνεται στην πλήρη άρνηση της πραγματικότητας, των περιορισμών και των δυνατοτήτων. Η δεξιά και η κεντροαριστερά τείνουν -όχι συνωμοτώντας, αλλά γιατί αυτός είναι ο τρόπος που έχουν για να αναλύουν τα πράγματα- να βλέπουν μονίμως τους περιορισμούς· που πάντοτε αφορούν, φυσικά, τη δυνατότητα να γίνουν πράγματα για τους φτωχούς.
Ας δούμε, π.χ., τις προτάσεις για το στεγαστικό. Με τις οποίες, άντε και να πάμε από το 40% του εισοδήματος σε ένα σημείο, όπου θα μας χρειάζεται μόνο το 38% για το ενοίκιο!
Μπορεί να αποδειχτεί ότι αντίστοιχες, για την επίπτωση στην κατάσταση της εργατικής τάξης, είναι και οι υπόλοιπες «μεταρρυθμιστικές» προτάσεις των τοξικά, όπως λέει ο ένας για τον άλλο, αντιμαχομένων διεκδικητών της εξουσίας.
Άλλωστε, όλοι ομονοούν πως δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα βελτίωσης χωρίς την «αύξηση της πίτας»· η οποία έχει ως καίρια προϋπόθεση την ενίσχυση της, υγιούς πάντα, επιχειρηματικότητας.
Όμως, να. Όπως σημείωνε πρόσφατα ο Κώστας Καλλίτσης, το 2019 τα εισοδήματα από κέρδη ήταν κατά 21.3 δισεκατομμύρια μεγαλύτερα από αυτά της εργασίας, ενώ το 2024 κατά 36.1 δισεκατομμύρια -αύξηση 70%! Τα οποία, με πρώτα τα μερίσματα, ταξιδεύουν σε άλλη γη σε άλλα μέρη, σε μεγάλο βαθμό.
Μήπως φταίει η άγρια φορολόγησή τους; Μπα! Και τα παιδιά ξέρουν, ακόμα κι όσα δεν διδάσκονται Αρχές Οικονομικής Θεωρίας στο Λύκειο πως τα δημόσια έσοδα, με προκλητικό διεθνώς τρόπο, βασίζονται στο ΦΠΑ και τα αντίστοιχα. Για να μην μείνουμε στο γεγονός πως 60000, όλα κι όλα, «επιχειρηματικά» ΑΦΜ στην Ελλάδα χρωστούν στην εφορία πάνω από 30, κατ’ ελάχιστον, δισεκατομμύρια.
Τι συμβαίνει, λοιπόν, εδώ;
Γιατί συνεχίζει να αντιμετωπίζεται, από όλους ως ομνύουν κατεξοχήν στην κυβερνησιμότητά (!) τους αυτή η συγκεκριμένη «επιχειρηματικότητα» ως η κότα που γεννά τα χρυσά αυγά, ενώ γεννά κατά βάση κοπριά δαπανώντας πόρους, που θα επαρκούσαν για μια πραγματική βελτίωση της ζωής μας;
Δεν θα αναλύσω το ζήτημα «μαρξιστικά»· φοβάμαι κιόλας μην με πιάσουν στο στόμα τους σοβαροί αναλυτές, που, αφού τον έπαιξαν τον Μαρξ στα δάχτυλα στα νιάτα τους, κατάλαβαν την αλήθεια.
Θα μείνω μόνο εδώ στην ανάγκη για «αύξηση της πίτας».
Μπορεί αυτή να γίνει χωρίς την αύξηση της παραγωγικότητας; Ειδικά σήμερα που από 73% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2008 έχει πέσει στο 54%; Όχι, δεν μπορεί.
Μπορεί να αυξηθεί η παραγωγικότητα χωρίς αύξηση των επενδύσεων σε πραγματικά παραγωγικούς τομείς – και όχι στα, μαϊμούνια συχνά, του τουρισμού και των κατασκευών; Όχι, δεν μπορεί.
Να το πω κι αλλιώς. Μπορεί να αυξηθεί η παραγωγικότητα χωρίς δραστική αύξηση του αποθέματος κεφαλαίου ανά εργαζόμενο; Όχι δεν μπορεί.
Το απόθεμα κεφαλαίου ανά εργαζόμενο είναι 30% κάτω από ό,τι το 2008. Στη βιομηχανία αντιστοιχεί στο 50% του ευρωπαϊκού, ενώ στην εστίαση και τα καταλύματα στο 30%.
Πάει να πει, δηλαδή, πως, με όλη την, αποκρουστική συχνά, από ταξική άποψη, φιλολογία περί αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου, η μόνη αλλαγή είναι η ενίσχυση όλων των οικονομικά καταστροφικών για τη χώρα χαρακτηριστικών του· σήμερα, εξαρτόμαστε από τον τουρισμό πολύ περισσότερο από όσο το 2008!
Συνοπτικό συμπέρασμα.
Πολύ μικροί μισθοί. Πολύ μεγάλα κέρδη. Πολύ μικρή επανεπένδυσή τους. Ακόμη μικρότερη η πραγματικά παραγωγική επένδυση. Διαρκής αύξηση του ελλείμματος παραγωγικότητας με την Ευρώπη -παρόλο που κι αυτή δεν τα πάει και πολύ καλά.
Αλλάζουν αυτά; Ίσως. Όχι, όμως, με βάση τη «σοβαρότητα» της κυβέρνησης και των επίδοξων άλλων «κυβερνωσών». Ο καθείς ρεαλιστής καταλαβαίνει πως, αν δεν υπάρξουν ριζικές αλλαγές, πάμε για φούντο χειρότερο από του 2008 -και δεν μας σώζει καμιά «δημοσιονομική υπευθυνότητα».
Έχουμε ελπίδες; Λίγες.
Γιατί θα άλλαζε ένα παραγωγικό μοντέλο που ευνοεί τόσο πολύ αυτούς που το εκμεταλλεύονται; Γιατί να γίνει αξιοπρεπής η εργασία και οι μισθοί, όταν ακριβώς η φτηνή και ανυπεράσπιστη εργασία είναι το μείζον συγκριτικό πλεονέκτημα του ελληνικού καπιταλισμού;
Η λογική και ο ρεαλισμός λένε πως μόνο η μεγάλη ενίσχυση της εργασίας θα ανάγκαζε τους «επιχειρηματίες» να στραφούν στην αναζήτηση περισσότερο παραγωγικών επενδυτικών επιλογών.
Αυτό, όμως, θα απαιτούσε μια τεράστια ανατροπή των οικονομικών μας ειωθότων.
Και κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να βρίσκεται στον ορίζοντα επιλογών του πολιτικού συστήματος.