Οι ταινίες της εβδομάδας: Το “1917” από σήμερα στις αίθουσες, λίγο μετά το θρίαμβο στις Χρυσές Σφαίρες

Οι ταινίες της εβδομάδας: Το “1917” από σήμερα στις αίθουσες, λίγο μετά το θρίαμβο στις Χρυσές Σφαίρες

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες. Σήμερα ξεχωρίζει το οσκαρικό φαβορί "1917"

Πιστό στο ραντεβού του με το σινεμά, το News 24/7 παρουσιάζει κάθε Πέμπτη τις νέες ταινίες που κάνουν πρεμιέρα στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες.

Αναλυτικά οι κριτικές της εβδομάδας:

1917

*****

(Σαμ Μέντες, 1ω59λ)

Καστ: Τζορτζ ΜακΚέι, Ντιν-Τσαρλς Τσάπμαν, Κόλιν Φερθ, Μπένεκτικτ Κάμπερμπατς

Σε τέλειο τάιμινγκ, το πολεμικό δράμα του Σαμ Μέντες («Skyfall») κυκλοφορεί στις αίθουσες λίγες μέρες αφού βραβεύτηκε με Χρυσές Σφαίρες Καλύτερης Δραματικής Ταινίας και Σκηνοθεσίας. Η ταινία, που αποτελείται από δύο μακρά πλάνα κατασκευασμένα ώστε να δίνουν την αίσθηση των μονοπλάνων, ακολουθεί δύο στρατιώτες που στο απόγειο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αναλαμβάνουν μια γεμάτη ρίσκο αποστολή: Να παραδώσουν ένα μήνυμα που μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες του πολέμου, διασχίζοντας τη νεκρή ζώνη ανάμεσα στα αντίπαλα στρατόπεδα.

Η ταινία είναι πρώτα και κύρια ένα εξαιρετικά κατασκευασμένο θέαμα, το οποίο δεν είναι απαραίτητα η αίσθηση με την οποία ενδείκνυται να αποχωρεί κανείς ύστερα από μια ταινία πάνω στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως η τεχνική δεινότητα είναι κάπως αναμφίβολη. Ο Μέντες, ένας σκηνοθέτης δίχως απαραιτήτως σαφή δημιουργική ταυτότητα, έχει ωστόσο στο ενεργητικό του μια από τις καλύτερες περιπέτειες της δεκαετίας, το επετειακό «Skyfall» του Τζέιμς Μποντ. Στο «1917» επανενώνεται με την ανεκτίμητο κι εκεί συνεργάτη του, διευθυντή φωτογραφίας Ρότζερ Ντίκινς, έναν από τους σημαντικότερους κινηματογραφιστές σήμερα. Ο Ντίκινς κέρδισε με καθυστέρηση το πρώτο του Όσκαρ με το «Blade Runner 2049» και ίσως φέτος τιμηθεί και πάλι- η Ακαδημία έχει την τάση να επιβραβεύει διευθυντές φωτογραφίας που πετυχαίνουν κάποια εμφανή αξιοθαύμαστα τρικ και η αφήγηση του περιπετειώδους μονοπλάνου σίγουρα εκπληρώνει αυτή την τάση.

Ο Ντίκινς κάνει προφανώς σπουδαία πράγματα και πάλι, όμως ο θαυμασμός δεν περιορίζεται στην τεχνική δυσκολία του συνεχούς πλάνου (ένα επίτευγμα που εγείρει ερωτήματα προθέσεων και σε πολλά σημεία περισσότερο βγάζει τον θεατή έξω από το θέαμα, παρά τον αφήνει αβασάνιστα να χαθεί μες στην ταινία). Μέσα από μια λίγο-πολύ ευθύγραμμη περιπέτεια, αρκετά απλοϊκή, σαφή, και δίχως αφηγηματικές αποχρώσεις, οι σεκάνς που ξεχωρίζουν είναι εκείνες στις οποίες ο Μέντες βυθίζεται πλήρως στον σουρεάλ εφιάλτη του πολέμου, βασισμένος στην απαράμιλλη ικανότητα του Ντίκινς να δημιουργήσει παλέτες γεμάτες χρωματικές αποχρώσεις μες στο βαθύ σκοτάδι. Όταν οι ήρωες του φιλμ βρίσκονται πλήρως αποπροσανατολισμένοι και η όλη κατασκευή ξεχνά την υπολογιστική της ακρίβεια αφήνοντας την εικόνα και τις αισθήσεις να χάσουν κάθε έγνοια γεωγραφίας και χρόνου, εκεί η ταινία απογειώνεται.

Γύρω από αυτές τις διάσπαρτες στιγμές, το «1917» είναι περίεργα άνισο. Ο Τόμας Νιούμαν προσφέρει με την ελεγειακή του σύνθεση ένα μουσικό πέπλο για το φιλμ που δεν το αφήνει ποτέ να ισοπεδωθεί συναισθηματικά, ενώ ο Μέντες με την πείρα και την τεχνική του ξέρει πώς να διανθίσει την ιστορία με αληθινά συναρπαστικές επιμέρους σεκάνς δράσης. Σε αρκετά σημεία το φιλμ υποφέρει από κοιλιές ενδιαφέροντος, ενώ εξίσου αποπροσανατολιστικά με τον κατασκευαστικό του εντυπωσιασμού λειτουργούν οι εμφανίσεις πασίγνωστων προσώπων στην αρχή και το τέλος της ταινίας- κρίμα ειδικά κι επειδή οι δύο φρέσκοι πρωταγωνιστές είναι εξαιρετικοί. Όμως τελικά πάντα στην πορεία σε ξανακερδίζει. Είναι και εντυπωσιακό, και αγωνιώδες, και ίσως και συγκινητικό.

Αλλά η βασικότερη ένσταση είναι καθαρά ουσίας: Ο Μέντες έχει τελικά δημιουργήσει ένα κατασκεύασμα κουλ, λείο, εντυπωσιακό, θαυμαστό, τόσο αποφασισμένο να αναπαράγει μια “αληθινή” εμπειρία που τελικώς διαφημίζει σε κάθε στιγμή την αρτιότητα -και τελικά, την πολιτική και ανθρωπιστική αποστασιοποίηση- της τεχνικής του. Δεν λέει απολύτως τίποτα, αλλά το λέει εντυπωσιακά. Είναι κενό: Θα μπορούσε να αφορά το οτιδήποτε, και τίποτα απολύτως.

Η Ομορφιά της Ύπαρξης

*****

(“About Endlessness / Om det oändliga”, Ρόι Άντερσον, 1ω13λ)

Καστ: Μπενκτ Μπέργιους, Άνγια Μπρομς, Μαρί Μπούρμαν

«Είδα έναν άντρα που είχε χάσει τον δρόμο του», ακούγεται μια φωνή από το υπερπέραν, σαν αφήγηση που έρχεται από πουθενά συγκεκριμένα και αφορά τους πάντες. Μικρά περιστατικά, σαν ανέκδοτα που ξέχασαν να έχουν set-up, ασήμαντα τραγικωμικά περιστατικά της παντελώς συνηθισμένης καθημερινότητας, σε ένα ψηφιδωτό που διαπερνά όρια και γραμμές χρόνου και τόπου. Από (μη) συναντήσεις σε ανώνυμα καφέ μέχρι παράλογα ραντεβού με διαβόητες ιστορικές φιγούρες κι από απειροελάχιστες καθημερινές αγωνίες μέχρι ξεκαρδιστικά συμβάντα του παραλόγου σε ιατρικές αίθουσες. Για τον μεγάλο Σουηδό Ρόι Άντερσον, η ανθρώπινη κατάσταση εντοπίζεται σε κάθε ανάσα, κάθε προσμονή, κάθε απογοήτευση ή κάθε στιγμή το γέλιο κι η τραγωδία μοιάζουν αναπόσπαστα.

Αυτή η συλλογή συμβάντων είναι με έναν τρόπο κάτι ανάμεσα σε βόλτα σε μουσείο όπου τα εκθέματα είναι ψυχικές καταστάσεις, και ξεφύλλισμα ενός βιβλίου του οποίου οι σελίδες ανοίγουν σε ζωντανό 3D. O Σουηδός μάστερ του υπαρξιακού σουρεαλισμού («Ένα Περιστέρι Έκατσε σε ένα Κλαδί…», «Τραγούδια από το Δεύτερο Όροφο») βρίσκεται εδώ πολύ κοντά μεν στις συνήθεις θεματικές και τα αισθητικά στοιχεία του, όμως η απόλυτη λιτότητα στην οποία έχει κατασταλλάξει -σαν αντίστροφος Σκορσέζε, αλλά με παρόμοιο τελικά αποτέλεσμα!- δίνει στην «Ομορφιά» έναν χαρακτήρα ανεξίτηλου.

Έχει ειπωθεί πως πρόκειται για κάτι σαν τις κατά Άντερσον «Χίλιες και μια Νύχτες» (της ανθρώπινης ύπαρξης) και προς αυτή την κατεύθυνση κινείται στυλιστικά: Κόβει τις βινιέτες του στην ελάχιστη δυνατή τους διάρκεια με την ταινία να καταλήγει σε ένα δίχως-το-παραμικρό-λίπος-70λεπτο διάρκειας. Κρατά το πλάνο απολύτως στατικό με ελάχιστη κίνηση εντός του, τόσο ελάχιστη που είναι κάθε φορά σαν απλώς να την φαντάστηκες, όπως όταν διαβάζεις ένα βιβλίο και δημιουργείς τη ροή ανάμεσα στις γραμμές μέσω της φαντασίας σου. Δημιουργώντας, τελικά, μια συλλογή καρτ-ποστάλ από την Άλλη Πλευρά. Αστείο και περίεργα καθηλωτικό αποκορύφωμα μιας σπουδαίας καριέρας, με δίκαιο βραβείο σκηνοθεσίας στο φετινό Φεστιβάλ Βενετίας.

Επίσης κυκλοφορούν

Corpus Christi

*****

(Γιαν Κομάσα, 1ω50λ)

H ταινία-έκπληξη της εβδομάδας. 20χρονος βιώνει πνευματική αναγέννηση στη διάρκεια της κράτησής του σε αναμορφωτήριο, κι ενώ θέλει να γίνει ιερέας αυτό είναι αδύνατον λόγω του ποινικού του μητρώου. Φτάνοντας όμως σε μια επαρχιακή απομονωμένη κωμόπολη για να δουλέψει εκεί ως ξυλουργός, προσποιείται πως είναι ιερέας και συμπτωματικά, καταλήγει να αναλαμβάνει καθήκοντα ιεροκήρυκα στην τοπική ενορία. Το θαύμα όμως της υπόθεσης είναι άλλο: Μέσα από τη χαρισματική του περσόνα, καταλήγει να βοηθά την τοπική κοινωνία να ξεπεράσει μια συλλογική τραγωδία που τους έπληξε. Ποιο θα είναι όμως το κόστος του ψέμματος κι ως πού μπορεί να φτάσει αυτή η προσποίηση;

Γεννημένο με ντοκιμαντεριστικής γραφής προσέγγιση, βασισμένο σε πραγματικό γεγονός, το φιλμ του Γιαν Κομάσα ολοκληρώνει ένα καθηλωτικό πορτρέτο ενός άντρας και μιας κοινωνίας σε αναζήτηση εξιλέωσης, δίχως σε κανένα σημείο να ωραιοποιεί το παραμικρό στοιχείο της διαδικασίας. Η ταινία, γεμάτη αιχμηρές επιφάνειες, γατζώνεται στη συνείδηση του θεατή. Η κάμερα του Κομάσα περικυκλώνει με κάθε πιθανό τρόπο το νεαρό ήρωα (με μια ερμηνεία δυναμίτη από τον Μπαρτόζ Μπιελένια) μην αφήνοντας ποτέ την εξερεύνησή της να καταλήξει σε μονοδιάστατο ερώτημα. Πολύ περισσότερο από το “αξίζει κανείς την εξιλέωση” η ταινία διερωτάται για τις δομές που αφήνουν ανθρώπους απροστάτευτους απέναντι στον κοινωνικό αποκλεισμό, και την δύναμη της ελπίδας ακόμα και μπροστά στο πρόσωπο του παραλόγου. Βρίσκοντας τελικά ένα ενδιαφέρον σημείο σύνδεσης ανάμεσα στο κοινωνικό και το πνευματικό.

Είναι μόνο το τελευταίο δείγμα γραφής από ένα αληθινά συναρπαστικό σύγχρονο πολωνικό σινεμά, που από τους πειραματισμούς ταινιών σαν το «All These Sleepless Nights» (που θολώνει τα όρια ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και την προσωπική αφήγηση) ή το «The Lure» (μια απίστευτη επαναπροσέγγιζει του μύθου της Μικρής Γοργόνας ως ωμά βίαιο ‘80s μιούζικαλ) μέχρι την ακαδημαϊκή τελειότητα των ασπρόμαυρων διαμαντιών του Πάβελ Παβλικόφσκι («Ψυχρός Πόλεμος», «Ida») διεκδικεί με πυγμή μια θέση ως εξέχουσα ευρωπαϊκή κινηματογραφία της εποχής. Το «Corpus Christi», που σημειωτέον, πραγματοποιεί πρεμιέρα στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, μπορεί μάλιστα να φτάσει και στα Όσκαρ, έχοντας συμπεριληφθεί στην τελική λίστα των 10 ταινιών από τις οποίες θα προκύψει η πεντάδα των ξενόγλωσσων οσκαρικών υποψηφιοτήτων. Δε θα εκπλαγούμε καθόλου αν το πετύχει.

Ένα Ψηλό Κορίτσι

*****

(“Beanpole / Dylda”, Καντεμίρ Μπαλάγκοφ, 2ω10λ)

Yπάρχει κάτι το ειρωνικό στο να κυκλοφορεί αυτή η ταινία στις αίθουσες ταυτόχρονα με το «1917», καθώς εξετάζει τα τραύματα του πολέμου με πολύ πιο ωμά ενδελεχή τρόπο από ό,τι η ταινία του Μέντες- και, με τον τρόπο της, είναι εξίσου τεχνικά εντυπωσιακή στην κατασκευή της.

Το Λένινγκραντ του 1945, αμέσως μετά το Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μοιάζει με νεκροταφείο. Η πόλη είναι ένα ντόμινο από ερείπια κι οι άνθρωποι είναι φαντάσματα, ψυχές χαραγμένες με βία και τρόμο που δεν ξέρουν καν πώς να αναζητήσουν κουράγιο για μια νέα αρχή. Η αφήγηση επικεντρώνεται σε μια νοσοκόμα με μετα-τραυματικό στρες, της οποίας η ασυνήθιστη κορμοστασιά την κάνει πάντα να ξεχωρίζει- πιο πολύ από ό,τι οι σωματικές αντιδράσεις της στο παραμικρό ερέθισμα, που έχουν φτάσει να αποτελούν κάτι το συνηθισμένο, μια λεπτομέρειας της φρικώδους μεταπολεμικής ταπετσαρίας της ρημαγμένης Ευρώπης.

Ο Καντεμίρ Μπαλάγκοφ επιβεβαιώνει το ταλέντο του, επιστρέφοντας μετά το εξαιρετικό, φορμαλιστικά προκλητικό προ δύο ετών «Οι Δικοί Μας Άνθρωποι», χαρτογραφώντας και πάλι την διαδρομή λαών και ανθρώπων σε μια γκρεμισμένη ήπειρο, μέσα από το εξειδικευμένα αξιοπερίεργο στόρι μιας γυναίκας. Γεμίζει το κάδρο του με φωτεινά χρώματα αποτυπωμένα όμως μέσα από μια νεκρική ακινησία, σαν ζωή που έφυγε από το σώμα της ταινίας. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο στόρι, αυτή η βουβαμάρα μοιάζει μονίμως κυρίαρχη, σε κάθε αποσυναισθηματικοποιημένο κάδρο βαρβαρότητας (όπως σε ένα σοκαριστικό γεγονός που έρχεται νωρίς στο φιλμ και μοιάζει να αφήνει ασυγκίνητη την κάμερα), μετατρέποντας έτσι το σοκ σε εικόνα.

Αν από την ταινία τελικά μοιάζει πιθανώς να απουσιάζει η κατεύθυνση (λείπει ίσως η αιχμή του ντεμπούτου του), αυτό δεν της αφαιρεί δύναμη, αφήνοντάς πίσω έναν σκηνοθέτη που υπόσχεται πολύ μεγάλα πράγματα για την ερχόμενη δεκαετία. Βραβείο Σκηνοθεσίας στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα των φετινών Καννών.

H Κατάρα (“The Grudge”, Νίκολας Πέσι, 1ω34λ). Νέο αμερικάνικο ριμέικ της γνωστής γιαπωνέζικης ταινίας τρόμου, αυτή τη φορά από το σκηνοθέτη των ίντι επιτυχιών τρόμου «Piercing» και «The Eyes of my Mother».

Ουπς! Ο Νώε Έφυγε… (“Oops… Noah is Gone!”, Τόμπι Γκένκελ, Σον ΜακΚόρμακ, 1ω27λ). Ευρωπαϊκή συμπαραγωγή κινουμένων σχεδίων του 2015 βασισμένη στην ιστορία της Κιβωτού του Νώε.

@9: Στα Εννιά (Άγγελος Σπάρταλης, 1ω35λ). Ένα κορίτσι φάντασμα καταλαμβάνει τα κατασχεθέντα από τις τράπεζες διαμερίσματα της Αθήνας και επιτίθεται σε μεσίτες και αγοραστές. Ταινία φαντασίας με φόντο την κρίση, σε ανεξάρτητη διανομή στον Μικρόκοσμο.

Η Νύχτα τ’ Αγι’ Αντώνη (Θανάσης Σκρουμπέλος, 1ω8λ). Απόστρατος αξιωματικός ξεμένει ένα βράδυ στη Μακρόνησο. Εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία του αντιστασιακού Δημήτρη Τατάκη.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα