Νέες ταινίες: Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ αναζητά ξανά εξωγήινους στην “Ημέρα Αποκάλυψης”
Διαβάζεται σε 12'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 11 Ιουνίου 2026 06:16
Το “Scary Movie” άνοιξε στα 25.000 εισιτήρια παίρνοντας την 1η θέση του ελληνικού box office αλλά το “Backrooms” συνεχίζει να κάνει χαμό, με 17.000 τετραήμερο και σύνολο ήδη πάνω από τις 55.000 – ένα διεθνές φαινόμενο που μεταφράζεται ως τέτοιο και στην Ελλάδα, για μια ταινία που συζητιέται πολύ.
Τίμιο άνοιγμα με 12.000 ο νέος Αλμοδόβαρ, στα 1.800 το πείραμα του “Ελλάδα 3.0”, ενώ το “Ο Διάβολος Φοράει Prada 2” (στα 228.000) και το “Michael” (στα 213.000) συνεχίζουν να γράφουν εισιτήρια καθώς μπαίνουμε πλέον και στην θερινή περίοδο.
Αυτή την εβδομάδα ο νέος Σπίλμπεργκ αναμένεται να δώσει άλλη μια τόνωση στα ταμεία.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Ημέρα Αποκάλυψης
(“Disclosure Day”, Στίβεν Σπίλμπεργκ, 2ω25λ)
★★½
Ο Ντάνιελ και η Τζέιν βρίσκοντια κυνηγημένοι από μια σκιώδη παρακρακτική οργάνωση επειδή εκείνος έχει στη διάθεσή του αποδείξεις για ένα τεράστιο μυστικό που η κυβέρνηση των ΗΠΑ κρατά κρυμμένο εδώ και δεκαετίες. Ταυτόχρονα, σε ένα άλλο σημείο της χώρας, η παρουσιάστρια καιρού Μάργκαρετ αρχίζει ξαφνικά ένα πρωί να έχει τηλεπαθητικές ικανότητες.
Σε 25 λέξεις: Καταπληκτικά γυρισμένο από τον απόλυτο μάστορα της οπτικής αφήγησης Στίβεν Σπίλμπεργκ, διαθέτει μπόλικα highlights αλλά και ένα σενάριο χωρίς αιχμές, αλλοπρόσαλλο καστ και μια παλιομοδίτικη πολιτική ματιά.
Κριτική
Η μετά-11ης Σεπτεμβρίου καριέρα του Στίβεν έχει προσφέρει κάποιες συναρπαστικές οπτικές του κόσμου, και συγκεκριμένα του κόσμου του ίδιου του Σπίλμπεργκ. Ωριμότερος ο ίδιος, κυνικότερος ο κόσμος γύρω του, πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα μίξη τη στιγμή που μιλάμε για ένα σινεμά αθεράπευτα εφηβικής και αισιόδοξης ματιάς: Εκεί που πάντοτε βλέπουμε παιδιά να αντικρύζουν με γουρλωμένα μάτια κάποιο θαύμα της φύσης που μέχρι τότε φάνταζε αδύνατο.
Το βλέμμα στην πορεία άλλαξε. Ο Σπίλμπεργκ μεγάλωσε, και αναλογίστηκε έναν κόσμο υπό επίθεση (στον “Πόλεμο των Κόσμων”), έναν κόσμο ματωμένης και ηθικά ασύμφορης εκδίκησης (“Μόναχο”), έναν κόσμο παραδομένο στην ψηφιακή ανακύκλωση της ίδιας της κληρονομιάς του (“Ready Player One”). Ανάμεσα σε αυτά τα έργα, δε σταμάτησε να αναζητά μια αγνότητα με τον τρόπο που πάντα ήξερε, αλλά πλέον έμοιαζε σαν κάτι να έχει για πάντα χαθεί: Βλέπε την αμηχανία του “The BFG” ή την μάλλον μέτρια υστεροφημία του 4ου “Ιντιάνα Τζόουνς”.
Έχει όμως ενδιαφέρον τι συμβαίνει στις στιγμές όπου αυτή η εγγενής αισιοδοξία και θέληση του Σπίλμπεργκ να πιστέψει σε κάτι καλό και αγνό, καταφέρνει να συνυπάρξει με τον κόσμο γύρω μας – όπως συμβαίνει σε ένα φιλμ σαν το “The Post”, που με πολλούς τρόπους καταλήγει απολύτως συγγενικό με την “Ημέρα Αποκάλυψης” παρά την φαινομενική τους διαγαλαξιακή απόσταση είδους και στυλ.
Κι όμως, η “Ημέρα Αποκάλυψης” θριαμβεύει όποτε εστιάζει πλήρως στις διαδικασίες μιας μηχανής αποκάλυψης της αλήθειας – εκεί ήταν ένας δημοσιογραφικός θεσμός, εδώ είναι άτομα κυνηγημένα από ένα σύστημα καταπίεσης της αλήθειας – και όταν, δε, το κάνει με αυτή ακριβώς τη σπιλμπεργκική αίσθηση δέους.
Το φιλμ ξεκινά in media res, με πολλαπλούς τρόπους: Στο πρώτο πλάνο, εμείς ως θεατές γρονθοκοπούμαστε χωρίς να ξέρουμε τι συμβαίνει στο ρινγκ τη στιγμή που μεταφερόμαστες μες στο βλέμμα του ενός πυγμάχου. Ήδη η ταινία σου λέει πώς να ετοιμαστείς να την παρακολουθήσεις: Κάνοντας ένα ελαφρύ zoom out, εστιάζει σε έναν νεαρό άντρα που, χωρίς να ξέρουμε τα πώς και τα γιατί, αναγκάζεται να παραδώσει κάτι πολύτιμο σε σκιώδεις πράκτορες μιας οργάνωσης που τον απειλεί. Ποιος είναι; Τι κουβαλά; Τι συμβαίνει; Η ταινία δε θα σταματήσει στιγμή για να σε πάει πίσω, παρά θα γεμίζει τα κενά μέσα από την δράση, για όλη την υπόλοιπη διαρκειά της.
Ο Σπίλμπεργκ, μάλλον ο καθοριστικός συναισθηματικός αφηγητής κινηματογραφικής δράσης στην ιστορία του μέσου, ξέρει πώς να σε πιάσει από το μπράτσο με το καλημέρα και να σε κάνει να ακολουθήσεις καθηλωμένος τον ρυθμό του. Αφηγείται εξαιρετικά την ιστορία μέσα από κινήσεις της κάμερας, από πληροφορία μες στο εκάστοτε κάδρο, κι από το πώς κοιτάζει κάθε φορά τον κάθε χαρακτήρα, κάτι που σκιαγραφεί όλα τα κεντρικά πρόσωπα πιο αποτελεσματικά από όσο θα το έκανε ποτέ το οποιοδήποτε επεξηγηματικό λογύδριο.
Μέσα από μια πλοκή –βασισμένη σε ιδέα του ίδιου του Σπίλμπεργκ και γραμμένη από τον πολύ συχνό του σεναριογράφο, Ντέιβιντ Κεπ– φτιαγμένη στα μέτρα ενός διαρκούς κρεσέντου, ο Σπίλμπεργκ μας κρατά σε συνεχή εμπλοκή καθώς το φιλμ χτίζει εμφανώς προς κάτι το (θεωρητικά) εντυπωσιακό. Όλη, δε, αυτή την ώρα, όποτε μεταφερόμαστε στην οπτική του αρχι-αντιστασιακού που παίζει ο Κόλμαν Ντομίνγκο, στο φόντο κυριολεκτικά κάτι διαρκώς χτίζεται! (Άγνωστο επίσης το τι, και για ποιο λόγο.)
Αυτό το διαρκές κρεσέντο αποτελεί μια αληθινή επίδειξη των δυνάμεων του αφηγητή Σπίλμπεργκ, ο οποίος με ευκολία ξέρει πώς να μας κάνει να συγκινηθούμε ή να νιώσουμε αγωνία (από κάποια απολαυστική σκηνή δράσης μέσα σε μια, επί της ουσίας, ταινία-καταδίωξη), θέλοντας στην πορεία να αναλογιστεί την αξία της ενσυναίσθησης, της συλλογικότητας, και της ελεύθερης βούλησης.
Αυτές του όμως οι πολιτικές ιδέες μοιάζουν αρκετά πια αποκομμένες από τον κόσμο μας, σαν ένας αξιαγάπητος και απολύτως καλοπροαίρετος κύριος μιας κάποιας ηλικίας που έχει σαν κύρια θέση το «μα γιατί δε μπορούμε να είμαστε όλοι μονιασμένοι». Που ισχύει, φυσικά! Αλλά υπάρχει ένας βαθμός (δικαιολογημένου) κυνισμού στη σημερινή μας ανάγνωση του κόσμου που θα χρειαζόταν κανονιοβολισμό “αισιόδοξων vibes” για να καμφθεί. Η ταινία ως έχει, καταρρέει εύκολα σε αρκετά της σημεία.
Παράλληλα, επειδή οι χαρακτήρες είναι γραμμένοι σαν κομμάτια πλοκής, κι επειδή η πλοκή με τη σειρά της είναι σχηματισμένη σαν αλληγορική ιδέα πριν από οτιδήποτε άλλο, γίνεται γρήγορα εμφανές πως όλα θα πρέπει να οδηγηθούν σε μια πολύ συγκεκριμένη κορύφωση. Όσα μαγικά ματζαφλάρια κι αν χρησιμοποιηθούν στην πορεία, ή όσα λογικά κενά του σεναρίου κι αν κουκουλωθούν από τον μάγο σκηνοθέτη Σπίλμπεργκ. Αυτό κάνει την όλη διαδρομή περίεργα λεία, δίχως ένταση και αιχμή, σαν ένα σταθερό γλίστρημα προς μια αναπόφευκη κατάληξη.
Όμως η δομή του όλου φιλμ έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, σαν μια διαρκή καταδίωξη φτιαγμένη για μια ιδανική (και ποτέ αλόγιστη) τοποθέτηση σκηνών δράσης. Από το καστ η Έμιλι Μπλαντ ξεχωρίζει σε έναν αβανταδόρικο μεν, εξαιρετικά παιγμένο δε, ρόλο – την ώρα που ο Κόλιν Φερθ μοιάζει να παίζει σε ελαφρώς διαφορετική ταινία κι ο Τζος Ο’ Κόνορ… μάλλον να μην είναι ακριβώς σίγουρος τι παίζει και γιατί. (Η Ιβ Χιούσον είναι αληθινά καλή, με τον Σπίλμπεργκ ξεκάθαρα να εμπνέεται από αυτήν.)
Εν τέλει, είναι μια περιπέτεια που συνυπάρχει ανάμεσα σε διάφορες πλευρές του σπιλμπεργκικού κόσμου, δοκιμάζοντας παλιομοδίτικη αφέλεια σαν γιατρειά – και σκιαγραφώντας χαρακτήρες-σύμβολα που έχουν να κάνουν με την ίδια την αναγκαιότητα της ενσυναίσθησης και της κατανόησης. Σε πολλά σημεία αστοχεί, σε πολλά πετυχαίνει διάνα, αλλά ως αγνό κομμάτι διασκέδασης είναι δύσκολο να απορριφθεί.
Εδώ, ο Σπίλμπεργκ δείχνει πως θυμάται πώς να καθηλώσει απόλυτα ένα κοινό. Και στην πορεία, να αναρωτηθεί: Τι άλλο πρέπει να συμβεί για να καταλάβουμε πως πρέπει να γίνουμε ένα; Ποιο είναι το θαύμα που πρέπει να σας δείξω; Κάποτε το θαύμα ήταν το άγνωστο που αντίκρυζαν – ο μικρός Έλιοτ στον Ε.Τ., ο Σαμ Νιλ στο Jurassic Park. Τώρα, είναι το να ερχόμαστε μαζί, σαν τη σκηνή που οι γυναίκες πλησιάζουν και αγγίζουν την Μέριλ Στριπ στο “The Post”.
Είναι σαν ο Σπίλμπεργκ, απεγνωσμένος, να θέλησε να γυρίσει μια ολόκληρη ταινία για την στιγμή που ο Έλιοτ βλέπει για πρώτη φορά τον Ε.Τ. τον εξωγήινο. Μια στιγμή δέους σπασμένη σε μια ολόκληρη διαδικασία δράσης και κρεσέντου. Σα να αναρωτιέται, «Γιατί ένιωσα έτσι;». Σα να αναρωτιέται, «Είναι δυνατόν να μην το νιώθετε κι εσείς – όλοι;»
Ο Ξένος
(“L’ Etranger / The Stranger”, Φρανσουά Οζόν, 2ω2λ)
★★★½
Στην Αλγερία των ‘30s, ο Μερσώ, που δε μοιάζει συναισθηματικά καλωδιωμένος με τον κόσμο γύρω του, βρίσκεται στην κηδεία της μητέρας του – μη χύνοντας ούτε ένα δάκρυ. Αργότερα θα συνάψει δεσμό με μια γυναίκα από τη δουλειά, όμως η μοιραία του συνάντηση θα είναι με έναν νεαρό Άραβα…
Σε 25 λέξεις: Εντυπωσιακού ακαδημαϊκού ελέγχου κινηματογραφική διασκευή του “Ξένου” του Καμύ από τον εξπέρ κάθε πιθανού είδους, Φρανσουά Οζόν. Απόλυτος έλεγχος, σιγουριά και υπαρξιακή ασφυξία σε ένα μαγευτικά κυνικό, ασπρόμαυρο δοκίμιο.
Κριτική
Ο Φρανσουά Οζόν διασκευάζει Καμύ – και γιατί όχι, όλα μοιάζει να τα έχει κάνει στην πυκνή, συναρπαστική καριέρα του, γιατί όχι και αυτό; Μόνο στην καριέρα του ακούραστου γάλλου μπορούμε να συναντήσουμε μέσα σε απόσταση 2 χρόνων, ταινίες τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο “Το Έγκλημά Μου” (μια απολαυστική, ζωηρή παστίς δικαστική κομεντί) με τον απείρως πιο λιτό και κοντρολαρισμένο “Ξένο”: Μια ασπρόμαυρη διασκευή Καμύ όπου αποφεύγονται εύκολες λύσεις και αποδράσεις.
Αυτό που ενώνει φιλμ σαν αυτά είναι ο έλεγχος του Οζόν πάνω στην γραμματική του κάθε κινηματογραφικού είδους. Δεν νιώθεις βλέποντας τον “Ξένο” πως μασκαρεύεται κάτι που δεν είναι, αντιθέτως αφοσιώνεται πλήρως σε αυτό που η ιστορία απαιτεί από το σινεμά: Μια αίσθηση αποστασιοποίησης μεν αλλά χωρίς ποτέ η αποτύπωση να εκφράζεται στεγνά ή μονότονα. Το πιο έντονο, οριακά μυστηριώδες, πρώτο μέρος δίνει κάποια στιγμή τη σκυτάλη σε μια δεύτερη πράξη πολύ πιο στατική αλλά και κινηματογραφικά τολμηρή, καθώς ο κόσμος όλος συγκεντρώνεται γύρω από τον μουντό ήρωα απαιτώντας και αναζητώντας εξηγήσεις.
Ο Οζόν αρνείται να ενδώσει σε ποπ ψυχολογία, κρατώντας το φιλμ του στέρεο, και με έναν τρόπο αποπνικτικό μες στην ακινησία του. Οι πινελιές αποικιοκρατικής και πατριαρχικής βίας συνθέτουν το φόντο ενός κόσμου υπερβολικά βωβού για να μπορέσει να αρθρώσει τον οποιονδήποτε ουσιώδη λόγο (το φιλμ ξεκινά με ένα εκπληκτικό “τουριστικό” φιλμάκι για την Αλγερία ως χοτ προορισμό, που θα μπορούσε να αφορά την οποιαδήποτε σημερινή περίπτωση κατοχής ή μοντέρνας αποικιοκρατίας), μες στον οποίο ένας άντρας πολύ απλά αδυνατεί να αισθανθεί… γενικώς.
Σαν αντίβαρο στην χολιγουντιανή αισιοδοξία του Σπίλμπεργκ (να ένα πραγματικά συναρπαστικό double feature που μπορείτε να δοκιμάσετε!), το φιλμ του Οζόν αφηγείται μια υπαρξιακά αδιέξοδη ιστορία του ασπρόμαυρου παρελθόντος και, μέσα από μια γεμάτη σιγουριά απόδοση δίχως ευκολίες ή εκπτώσεις, μοιάζει να γυρνά στον θεατή και να ψιθυρίζει απλά: «ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ».
Το Ιερό Αγόρι
(“La Valle dei Sorrisi / The Holy Boy”, Πάολο Στριπόλι, 2ω2λ)
★★★
Σε ένα απομονωμένο ορεινό χωριό, ένας νέος δάσκαλος καταφθάνει και διαπιστώνει πως οι πάντες μοιάζουν να ζουν σε απόλυτη, σχεδόν απόκοσμη αρμονία. Θα ανακαλύψει πως η πηγή αυτής της ευτυχίας είναι ένα μοναχικό αγόρι γεννημένο με μια σχεδόν θεϊκή δύναμη. Αν όμως προσπαθώντας να βοηθήσει το αγόρι από αυτή την κοινωνική φυλακή του, καταλήξει σε μια πολύ πιο φρικιαστική πραγματικότητα;
Σε 25 λέξεις: Εξαιρετική ατμόσφαιρα σε ένα στιβαρό ιταλικό ψυχολογικό θρίλερ που ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει νεκρική ακινησία και θρησκευτική ενοχή για ένα ανατριχιαστικό αποτέλεσμα.
Κριτική
Απρόσμενα αποτελεσματικό ψυχολογικό και μεταφυσικό θρίλερ από την Ιταλία, παίρνει μια αρχική ιδέα που μοιάζει ξεκλεμμένη από κάποιον μεταμεσονύκτιο μαραθώνιο “Twilight Zone” αλλά την έχει επαναπλασάρει σαν κάτι βαθιά ιταλικό – ειδικά με τον τρόπο που η θρησκευτική και κοινωνικά συλλογική ενοχή μπαίνει στο παιχνίδι.
Μια κλειστή κοινότητα όπου όλα μοιάζουν τρομακατικά απόκοσμα παρά την ευτυχισμένη βιτρίνα, ένα αινιγματικό άτομο με ικανότητα-κατάρα που έχει διαστρεβλωθεί σε κάτι υπόκωφα επικίνδυνο, ένας outsider γεμάτος με τραύματα και προσωπικούς δαίμονες – που όμως είναι αυτή ακριβώς η πληγωμένη ανθρωπιά του που θα του δώσει τη στέρεα ψυχολογική βάση να αμφισβητήσει ένα creepy status quo της απομακρυσμένης κοινότητας.
Το φιλμ κάνει εξαιρετική χρήση του αργού ρυθμού και της αίσθησης πως πάντα υπάρχει κάτι που δεν γνωρίζεις στα αλήθεια. Καταφέρνοντας να διαθέτει έναν νοηματικό και ψυχολογικό πλούτο ακόμα κι όταν οδηγείται σε ένα φινάλε ομολογουμένως ελαφρώς πιο εφετζίδικο και μεγαλόστομο από ό,τι θα ταίριαζε στο ως τότε φιλμ. Αξίζει τον χρόνο των ελαφρώς πιο τολμηρών φανς του είδους.
Οι Άλλοι
(“The Others”, Αλεχάντρο Αμενάμπαρ, 1ω40λ)
★★★★
Μια θρησκευόμενη γυναίκα, η Γκρέις, ζει σε μια παλιά, σκοτεινή έπαυλη επειδή τα δύο της παιδιά, η Αν κι ο Νίκολας, έχουν μια σπάνια γενετική ευαισθησία στο φως. Όταν η οικογένεια αρχίζει να υποπτεύεται πως το σπίτι αυτό είναι στοιχειωμένο, η Γκρέις ορκίζεται να προστατέψει τα παιδιά της με κάθε κόστος – ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως πρέπει να τα βάλει με μυστηριώδεις, απειλητικούς επισκέπτες.
Σε 25 λέξεις: Σπουδαίο μεταφυσικό θρίλερ που παίζει εντυπωσιακά με τη φόρμα και με τις προσδοκίες των θεατών. Η κορυφαία ταινία του Αμενάμπαρ, μια από τις κορυφαίες ταινίες του είδους, και ίσως η κορυφαία ερμηνεία της Νικόλ Κίντμαν.
Κριτική
Ταξιδεύοντας στο Χόλιγουντ μετά την διεθνή επιτυχία του “Άνοιξε τα Μάτια”, ο Αλεχάντρο Αμενάμπαρ σκηνοθέτησε την κορυφαία ταινία της καριέρας του. Ένα μεταφυσικό, ψυχολογικό θρίλερ εντυπωσιακού ελέγχου φόρμας, όπου κάθε οπτικό στοιχείο (στο κάδρο, στον φωτισμό, στον ρυθμό της αφήγησης) αλλά και λεπτομέρειες της δραματουργίας και της σκιαγράφησης χαρακτήρων μιας ασφυκτικά κλειστής οικογενειακής δυναμικής, συνεισφέρει σε ένα εκπληκτικό κρεσέντο και σε ένα φινάλε-σοκ που ακόμα κρατά τη δύναμή του.
Είναι η διαφορά ανάμεσα στις ανατροπές εντυπωσιασμού και σε κινηματογραφικά πυκνές ιστορίες όπου η αισθητική και η αφήγηση συνυπάρχουν, χτίζοντας προς ένα αξέχαστο κρεσέντο. Με μια Νικόλ Κίντμαν σε ξεκάθαρο highlight καριέρας (ποτέ ξανά άνθρωπος δεν άνοιξε τις κουρτίνες του σπιτιού του μετά το κοντρολαρισμένο camp του “the curtains!!” της Κίντμαν σε αυτό το φιλμ) και τον Αμενάμπαρ να ελέγχει κάθε μικρή και μεγάλη λεπτομέρεια, ένα σύγχρονο classic του σινεμά τρόμου, και όχι μόνο.