Οι ταινίες της εβδομάδας: “Doctor Strange” και “Downton Abbey” για φανς και μη

Οι ταινίες της εβδομάδας: “Doctor Strange” και “Downton Abbey” για φανς και μη

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.

Οι ταινίες της εβδομάδας:

Doctor Strange in the Multiverse of Madness

(Σαμ Ρέιμι, 2ω6λ)

3 / 5

Ο Δόκτωρ Στρέιντζ συναντά μια νεαρή κοπέλα, την Αμέρικα, η οποία έχει τη μυστηριώδη ικανότητα να ταξιδεύει ανάμεσα στα παράλληλα σύμπαντα χωρίς κι η ίδια ακριβώς να μπορεί να τιθασεύσει τη δύναμή της. Την Αμέρικα καταδιώκει ένας δαίμονας με σκοπό να κλέψει αυτή την πανίσχυρη δύναμη για λογαριασμό του αφεντικού του. Ο Στρέιντζ απευθύνεται στην Γουάντα Μάξιμοφ για βοήθεια και τότε ξεκινά ένα κυνηγητό ζωής και θανάτου που μπορεί να κρίνει την ίδια την ασφάλεια του multiverse.

Υπάρχουν, υποθέτω, δύο διαφορετικοί λόγοι για να έρθει κανείς με ενθουσιασμό στη νέα ταινία του MCU- τυπικά ένα εξαιρετικά καθυστερημένο σίκουελ στο “Doctor Strange” του 2016 αλλά πρακτικά απλώς το νέο κεφάλαιο στην δαιδαλώδη Marvel σάγκα που πλέον αντλεί ουσιώδες υλικό κι από τις τηλεοπτικές της διακλαδώσεις (με κυριότερο εδώ το “WandaVision”, μια σειρά που σημειωτέον ακόμα δεν έχει προβληθεί νόμιμα στην Ελλάδα).

Η μία είναι ως φαν αυτού του κόσμου: Χτίζοντας πάνω στην εξαιρετικά πετυχημένη πρόσφατη Spider-Man ταινία και την πρώτη αληθινή επαφή με τα παράλληλα σύμπαντα αυτού του multiverse, αλλά χωρίς να έχει πρακτικά κάποια αφηγηματική σύνδεση μαζί του, το “Doctor Strange in the Multiverse of Madness” (φανταστικός τίτλος) εμβαθύνει –περισσότερο θεωρητικά παρά πρακτικά– στην ιδέα της ύπαρξης αυτών των παράλληλων κόσμων στέλνοντας τον ήρωα του σε ένα ταξίδι σε άλλες πραγματικότητες. Και αρπάζοντας έτσι την ευκαιρία να ανοίξει διάπλατα τις αφηγηματικές δυνατότητες αυτής της σάγκα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές σε κόσμους που μπορεί στο μέλλον να υπάρξουν ή που ίσως είχαν υπάρξει ή που θα θέλαμε να υπάρχουν.

Η άλλη είναι ως φαν του σκηνοθέτη. Ο Σαμ Ρέιμι, ένας θρύλος του καλτ σινεμά είδους το οποίο καθόρισε με ταινίες όπως το “Evil Dead II” ή το “Darkman”, έγινε φυσικά ακόμα πιο γνωστός στο ευρύ κοινό ως σκηνοθέτης της ορίτζιναλ τριλογίας “Spider-Man”. Είναι δηλαδή ο άνθρωπος που, έχοντας αφήσει το στίγμα του στο pulp σινεμά τρόμου, ουσιαστικά θεμελίωσε την εποχή των κινηματογραφικών υπερηρώων. Ο Ρέιμι έχει 9 χρόνια να κάνει ταινία, κι ακόμα κι αν εκείνη ήταν η χειρότερη της καριέρας του (το “Oz the Great and Powerful”), παραμένει παράλογο ένα auteur χέρι σαν αυτό του Ρέιμι να μένει άπραγο τόσο καιρό.

Δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά που η Marvel δίνει τα ηνία κάποιας ταινίας της σε σκηνοθέτη με δυνατό προσωπικό στίγμα, αλλά είναι αληθινά σπάνιο (αν δεν τσακωθούν και χωρίσουν τους δρόμους τους) η γραφή αυτών των σκηνοθετών να φτάνει αμόλυντη στην οθόνη, επιβιώνοντας μέσα από το πολύ αυστηρό γενικόλογο στυλ της Marvel και τους πολύ συγκεκριμένους κανόνες που πρέπει να ακολουθηθούν.

Δε θα σοκάρει λοιπόν κανέναν αν πούμε πως το στυλ του Ρέιμι έρχεται σε βίαιη σύγκρουση με τις κατευθύνσεις της Marvel, με τρόπο ελαφρώς αστείο και πάντοτε αποπροσανατολιστικό. Σε συνδυασμό με ένα σενάριο που μοιάζει σοκαριστικό ακίνητο με δεδομένη την ύπαρξη του multiverse, δραματουργικά αδρανές, γεμάτο με αδιέξοδες αυτοαναφορικότητες και αταίριαστα teasers, αυτό που έχουμε στα χέρια μας είναι μια ταινία απίστευτα άνιση και χαμένη στο χώρο.

Άρα… γιατί λειτουργεί;

Επειδή: Σαμ Ρέιμι. Δεν είναι, όπως τονίσαμε, μια στρωτή ταινία δίχως προβλήματα. Όμως από όλες τις μικρές και μεγάλες εκπλήξεις που ως συνήθως φυτεύει η Marvel στις ταινίες της (στο σημείο που πλέον δεν αποτελούν εκπλήξεις αλλά ψυχαναγκασμό), η μεγαλύτερη έκπληξη εδώ είναι ότι η εντελώς προσωπική σκηνοθετική φωνή του Ρέιμι δεν έχει απλά επιβιώσει, αλλά κυριαρχεί κιόλας. Για την διάρκεια της πρώτης πράξης του φιλμ μοιάζει να περιμένει υπομονετικά μέχρι να φύγει από τη μέση κάθε κομμάτι επεξήγησης και σταδιακά απασφαλίζει: Διαρκής κίνηση της κάμερας σε ατελείς ελλειπτικές τροχιές καθώς μοιάζει βιδωμένη πάνω σε οτιδήποτε κινείται, μανιακά close-ups, υπερτονισμένες b-movie αισθητικές, campy ιδέες βγαλμένες από τις πιο κιτρινισμένες κόμικ σελίδες, και μια διαρκής ενασχόληση με ένα καρτουνίστικα σωματικό gore, από μάτια που φεύγουν ιπτάμενα μέχρι κορμιά που διαμελίζονται.

Ο Ρέιμι προσεγγίζει το υλικό του με χιούμορ, αλλά όχι ακριβώς το στάνταρ μαρβελικό «κάνουμε πλακίτσα με αυτά που λέμε και κάνουμε» χιούμορ, μα με μια περισσότερο τεταμένα camp χροιά. Κάθε κομμάτι μυθολογίας πλασάρεται με ευθύ και over the top τρόπο σα να ήταν κάποιο ματζαφλάρι πλοκής σε επεισόδιο παλιών σίριαλ. Οι σκηνές μάχες μοιάζουν όλες να έχουν γεννηθεί κονσεπτικά με αποκορύφωμα μια, εχμ, μουσική σκηνή ανθολογίας που ουρλιάζει Ρέιμι.

Την ώρα που συμβαίνουν όλα αυτά, η ταινία έχει στο κέντρο της έναν χαρακτήρα-απειλή που μοιάζει στην πορεία όλο και περισσότερο με αιματηρό ζόμπι, μια απόκοσμη φιγούρα που διαπερνά τις διαστάσεις βαδίζοντας εμμονικά και ανατριχιαστικά. Ο Ρέιμι δε μπορεί εδώ να παίξει απόλυτα με τους κανόνες του τρόμου (εξακολουθεί να είναι μια ασφαλής Marvel ταινία στην τελική) όμως χρησιμοποιεί δημιουργικά τα εργαλεία του. Παίζει με καθρέφτες, με επιφάνειες, με γωνίες λήψεις, με ήχους, δίνοντας ορμή σε ένα σενάριο που μοιάζει την ίδια στιγμή ακινητοποιημένα απλοϊκό αλλά και πηγμένο, κομμένο σε δέκα κομμάτια.

Το πόσο έντονη είναι η σφραγίδα του πάνω στην ταινία (ακόμα πιο θαυμαστό αν αναλογιστεί κανείς πως δεν επρόκειτο για κάποιο πρότζεκτ πάθους του ίδιου, απλώς ήταν μια πρόσληψη ανάγκης) κάνει ακόμα πιο αταίριαστες τις εμφανείς παραγγελιές του στούντιο, κάποιες σκηνές, κάποιες κατευθύνσεις και κάποιους ολόκληρους χαρακτήρες για τους οποίους ο Ρέιμι εμφανέστατα αδιαφορεί πλήρως. Μια εκτεταμένη «για τους φανς» σεκάνς, ας πούμε, ολοκληρώνεται με σχεδόν σαδιστικά σλάπστικ τρόπο υπογραμμίζοντας την περίεργη σύγκρουση στην καρδιά της ταινίας. Οι φανς του Ρέιμι πολύ πιθανόν να το διασκεδάσουν περισσότερο από τους φανς της Marvel. Εμείς περάσαμε φανταστικά.

Ο Πύργος του Ντάουντον 2: Μια Νέα Εποχή

(“Downton Abbey: A New Era”, Σάιμον Κέρτις, 2ω5λ)

2.5/5

Η οικογένεια Κρόουλι κληρονομεί μια βίλα στα παράλια της Γαλλίας κι ο λαμπερός ήλιος που θα συναντήσουν εκεί θα ρίξει το φως του πάνω σε ανατρεπτικά μυστικά. Πίσω στον πύργο, ένα κινηματογραφικό συνεργείο καταφθάνει με σκοπό να γυρίσει εκεί μια νέα εμπορική επιτυχία, τη στιγμή όμως που το κοινό σταματά να ενδιαφέρεται για το βωβό σινεμά.

Οι λουσάτες περιπέτειες συνεχίζονται για το καστ ηρώων της τηλεοπτικής σειράς που με επιτυχία μεταφέρθηκε πριν λίγα χρόνια στο σινεμά κι αυτή τη φορά, σαν αληθινό επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς η δράση χωρίζεται σε ένα παραδοσιακό “a-plot” κι ένα “b-plot”. Το πιο διασκεδαστικό κομμάτι της ταινίας, ακόμα και για τους μη μυημένους στο τηλεοπτικό σύμπαν του “Ντάουντον”, είναι εκείνο της κινηματογραφικής παραγωγής. Παρά τον αστεία σχηματικό τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η κατάρρευση του βωβού κινηματογραφικού ονείρου, οι σεκάνς των γυρισμάτων διαθέτουν κάτι το αφελώς διασκεδαστικό με αποκορύφωμα τις στεγνά ξεκαρδιστικές αντιδράσεις μιας Μάγκι Σμιθ που πολύ απλά δεν έχει καμία όρεξη για αυτό το τσίρκο που συμβαίνει μες στο σπίτι της.

Ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος αλλάζει μπροστά στα μάτια των πρωταγωνιστών είναι ένα μοτίβο που συνδέει τις πλοκές. Στη Γαλλία, οι παραδοσιακοί βρετανοί του Ντάουντον μπαίνουν στο φως ενός διαφορετικού κόσμου, με άλλη αισθητική, συνήθειες και ρυθμούς έστω κι αν δεν αναπτύσσεται ιδιαίτερα αυτή η ιδέα, με την έμφαση να πέφτει στις διαπροσωπικές σχέσεις και την –ας πούμε– μυθολογία του σόου. Πίσω στην κεντρική πλοκή, βγάζει κανείς το συμπέρασμα πως η κινηματογραφική βιομηχανία γκρεμίστηκε και ξαναχτίστηκε μέσα στη διάρκεια ενός γυρίσματος. Κι ενώ τα πάντα είναι λίγο ως πολύ προβλέψιμα, η εκτέλεση στα επιμέρους κομμάτια κάνει την ταινία διασκεδαστική –αν και όχι απαραίτητη– επιλογή απόδρασης.

Full Time

(“A Plein Temps”, Ερίκ Γκραβέλ, 1ω28λ)

3/5

Μια μητέρα δουλεύει σε ξενοδοχείο προσπαθώντας να αναθρέψει τα παιδιά της κι όταν κλείνει συνέντευξη για μια καλύτερη δουλειά θα διαπιστώσει πως ακόμα και το να πάει εκεί στην ώρα της, θα αποδειχθεί άθλος. Από το σινεμά των Νταρντέν μέχρι το πρόσφατο “Maid” του Netflix η ειλικρινής απεικόνιση της εργατικής τάξης (και δη μέσω κάποιας ηρωίδας) πάντα είχε κάτι το εγγενώς αγωνιώδες: Όταν είσαι φτωχός η καταστροφή μπορεί να απέχει ένα λάθος, μια ατυχία ή φυσικά και –επειδή άνθρωποι είμαστε– μια λάθος απόφαση. Όταν δεν υπάρχουν περιθώρια ελιγμού τότε νομοτελειακά, κάθε βήμα μοιάζει να γίνεται μπροστά σε αδιέξοδο.

Ο Ερίκ Γκραβέλ παίρνει το σιωπηλό μοτίβο αυτών των ιστοριών και το βροντοφωνάζει, γυρίζοντας μια κατ’ουσίαν στάνταρ κοινωνική ιστορία σα να ήταν το πιο νευρώδες νεοϋορκέζικο θρίλερ α λα “Uncut Gems”. Η Λορ Καλαμί (“Call My Agent”) είναι πολύ καλή ως ο Άνταμ Σάντλερ της υπόθεσης, με μια διαρκή ενέργεια απόγνωσης, σα να πηγαίνει με αναθυμιάσεις που δε λένε να τελειώσουν. Σε ένα φιλμ όπου το Άτομο μοιάζει παρατημένο στο έλεος ενός κοινωνικού βάλτου όπου οι πάντες έχουν τεθεί εχθρικά αναμεταξύ τους από ένα σύστημα πλήρως ασυγκίνητο.

Κυκλοφορούν ακόμη

Δωμάτιο 108: Γάλλος πολιτικός κατηγορείται ότι σκότωσε τη γυναίκα του, η οποία βρίσκεται νεκρή στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τους. Πού κρύβεται η αλήθεια;

Πικροδάφνες: Η Πάολα Ρεβενιώτη, η Μπέτυ Βακαλίδου και η Εύα Κουμαριανού, τρεις τρανς γυναίκες που γνωρίζονται μεταξύ τους περισσότερα από σαράντα χρόνια, σε μια νυχτερινή βόλτα στην Αθήνα την οποία παρατηρούμε κι εμείς– πλέον μέσα από τα δικά τους μάτια, τις δικές τους αναμνήσεις και εμπειρίες.

100% Λύκος: Ένα αγόρι που προέρχεται από παραδοσιακή οικογένεια λυκανθρώπων, αντί να μεταμορφωθεί σε λύκος γίνεται κανίς. Παιδικό φιλμ κινουμένων σχεδίων.

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κριτική ταινιών, Σινεμά, κινηματογράφος
SHARE:

24Media Network