Βασίλης Προδρόμου: Μας ρίχνει στα δοξάρια και μιλά για τα τραγούδια που αφήνουν κάτι πίσω τους

Διαβάζεται σε 15'
Βασίλης Προδρόμου: Μας ρίχνει στα δοξάρια και μιλά για τα τραγούδια που αφήνουν κάτι πίσω τους

Μιλήσαμε με τον Βασίλη Προδρόμου πριν ανέβει στη σκηνή του Σταυρού του Νότου Club, την Πέμπτη 30 Απριλίου 2026, και ξεχύνεται χωρίς δεύτερες σκέψεις σε έναν κόσμο που, όπως λέει κι ο ποιητής, τον έχει ονειρευτεί, τον έχει περπατήσει και σίγουρα υπάρχει.

Η φωνή του είναι ήρεμη και σταθερή σαν να κουβαλάει μέσα της μια ολόκληρη διαδρομή πριν ακόμη αρχίσει να την αφηγείται. Ο Βασίλης Προδρόμου ανήκει σε εκείνη την κατηγορία μουσικών που δεν προκύπτουν ξαφνικά, αλλά χτίζονται αργά, μέσα από το περιβάλλον, τα βιώματα και μια διαρκή ειλικρινή σχέση με το τραγούδι, άλλοτε συλλογική και άλλοτε απόλυτα μοναχική.

Από τα πρώτα χρόνια στις Σέρρες, με τα ρεμπέτικα να ακούγονται σχεδόν καθημερινά δίπλα από το σπίτι του σε ένα αυτοσχέδιο εργαστήριο οργανοποιίας, μέχρι τις μεγάλες σκηνές και τις συνεργασίες με ονόματα που έχουν γράψει τη δική τους ιστορία, η πορεία του Βασίλη μοιάζει να ακολουθεί έναν εσωτερικό ρυθμό, χωρίς βιασύνη, αλλά με σταθερή κατεύθυνση. Και έτσι ακριβώς του αρέσει να παραμείνει.

Αυτόν τον ρυθμό μεταφέρει και στην εμφάνισή του στο Σταυρό του Νότου Club, την Πέμπτη 30 Απριλίου 2026. Εκεί, παίρνει τον χρόνο του και αφήνει τη μουσική να ανοίξει χώρο, σαν μια διαδρομή που βρίσκει τον τρόπο να ειπωθεί. Τη μορφή αυτού του κόσμου διαμορφώνει ο Δημήτρης Σίντος με τις ενορχηστρώσεις και την ηχητική επιμέλεια, μαζί με ένα κουαρτέτο εγχόρδων που δίνει βάθος και ένταση: ο Γιάννης Κονταράτος και ο Ιάσονας Κτενάς στα βιολιά, η Δέσποινα Σπανού στο τσέλο και η Χριστίνα Καμινάρη στη βιόλα.

Με αυτή τη αφορμή μιλάμε με τον Βασίλη για τη συλλογικότητα, για την έννοια του «καλού live», για το πολιτικό τραγούδι σήμερα, για τη διπλή του παρουσία ανάμεσα στο λαϊκό και το πιο θεατρικό διονυσιακό σύμπαν των Pagan, και επιστρέφει διαρκώς στην ίδια ιδέα: ότι η μουσική οφείλει να αφήνει κάτι πίσω της, έστω και σε έναν άνθρωπο.

Πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τη μουσική; Μεγάλωσες στις Σέρρες, σωστά; Τι ρόλο έπαιξε το περιβάλλον;
Ήμουν τεσσάρων χρόνων όταν πρωτοέπιασα μπουζούκι στα χέρια μου. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που δίπλα είχαμε ένα μουσικό εργαστήρι, παύλα οργανοποιείο. Και μαζί και με τα παιδιά των ανθρώπων που είχαν αυτό το χώρο, ήμασταν συνέχεια εκεί. Οπότε μεγαλώσαμε ακούγοντας μουσικές, ρεμπέτικα κυρίως. Και μάλιστα τα προπολεμικά. Μεγαλώσαμε σε αυτό τον κόσμο!

Το κριτήριό σου διαμορφώθηκε και μέσα από τα πανηγύρια και τα γλέντια;
Ναι, γιατί και η ευρύτερη παρέα των γονιών μου ήταν μερακλήδες και οι πάνω από τους μισούς έπαιζαν κιόλας, είτε επαγγελματικά είτε ερασιτεχνικά. Και το χωριό, η μία καταγωγή μου, η Σκοτούσσα Σερρών, έχει μια παράδοση, ας το πούμε παγανιστική, με ζουρνάδες και νταούλια και δρώμενα, που κάθε χρόνο τα ζούσαμε έντονα κι εμείς.

Ποιοι καλλιτέχνες και τραγουδοποιοί, φωνές, ή τραγούδια ένιωσες ότι σε καθόρισαν;
Εντάξει, είναι πάρα πολλά. Σίγουρα ο Τσιτσάνης και ο Βαμβακάρης, όταν κατάλαβα την αξία τους, και πιο μετά όλοι οι συνεχιστές τους, θα λέγαμε. Δηλαδή ο Άκης Πάνου, ο Καλδάρας, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις και όλοι οι σύγχρονοι: ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Μάλαμας, ο Περίδης. Ήταν σαν μια χρονομηχανή διδακτική, ας το πούμε έτσι, που την ακολουθούσα. Και ακόμη αυτό κάνω.

Έπαιξες κι εσύ σε τέτοια λαϊκά γλέντια στο ξεκίνημά σου;
Είχαμε μια νεανική μπάντα. Πήγα στο Μουσικό Σχολείο Σερρών και εκεί, για όσους δεν το ξέρουν, υπάρχουν τα λεγόμενα σύνολα, μικρά συγκροτήματα που φτιάχνονται μέσα στο σχολείο και παίζουν διάφορα στιλ. Στη φάση του Γυμνασίου ήμουν στη ρεμπέτικη κομπανία και έπαιζα και τραγουδούσα. Πιο μετά, στο Λύκειο, φτιάξαμε ένα συγκρότημα και παίζαμε τα λεγόμενα έντεχνα της εποχής. Ήταν και η δεκαετία του ’90, οπότε ήταν στο φόρτε τους. Ο Κότσιρας, ο Αλκίνοος, ο Πασχαλίδης που τότε πρωτοέβγαινε, ο Νίκος Παπάζογλου.

Tραγούδησες και ένα τραγούδι του Παπάζογου στο σχήμα Γαλάνη-Τσαλιγοπούλου στο VOX…
Ναι, είναι από τα αγαπημένα μου. Οι «Στιγμές», που είναι και το τελευταίο κομμάτι στον τελευταίο δίσκο του Παπάζογλου.

Έχεις λοιπόν μάθει, όπως καταλαβαίνω, να λειτουργείς μέσα σε μουσικά σύνολα από πολύ νωρίς. Σε καθορίζουν οι συνεργασίες;
Για να λέμε την αλήθεια, υπήρξε και πάρα πολύς καιρός που μελετούσα μόνος μου. Ήταν σαν διάλειμμα από τις ομαδικές συνευρέσεις, είτε αυτές ήταν για μάθημα είτε για παίξιμο. Τα πρώτα μαθήματα ήταν όντως ομαδικά. Μαζευόμασταν τα παιδιά της γειτονιάς και, χωρίς να υπάρχει επίσημα κάποιος δάσκαλος, παίζαμε τραγούδια με τους μεγαλύτερους ανθρώπους. Πιο μετά, καταλαβαίνοντας ότι το σημαντικό είναι να εντάσσεσαι σε μια ομάδα και να υπηρετείς έναν ρόλο για το καλύτερο αποτέλεσμα, πλέον δεν γινόταν αλλιώς. Άρχισα να ψάχνω αυτή την κατεύθυνση.

Πες μου για τη μετάβαση στην Αθήνα. Ήταν δύσκολη; Χρειάστηκε να παλέψεις λίγο πιο έντονα για να προχωρήσεις;
Νομίζω ότι η δουλειά του μουσικού έχει αυτή την αβεβαιότητα, όπως κάθε ελεύθερο επάγγελμα. Μια περίοδος μπορεί να είναι πολύ έντονη, με δραστηριότητα και δουλειά, και η επόμενη φάση να έχει κενό. Αυτή η αβεβαιότητα υπήρχε ήδη και στον βορρά, όταν ήμουν εκεί.

Στην Αθήνα, όμως, γλυκάθηκα με όλα αυτά που γίνονταν γύρω μου και μπορούσα να τα παρακολουθήσω. Και πολύ σύντομα, με όλα αυτά που γίνονταν και μπορούσα, ή τέλος πάντων χρειαζόταν, αν μου επιτρέπεται η λέξη, να συμμετέχω. Το απολαμβάνω.

Σε ακούσαμε με Γαλάνη-Τσαλιγοπούλου και Εστουδιαντίνα στο VOX. Πες μου λίγο πώς προέκυψε η συνεργασία και, σε αυτή την εκρηκτική ατμόσφαιρα, με αυτή την ορχήστρα, τι κράτησες;
Αυτό το πρόγραμμα είχε πάρα πολλή δουλειά. Εκεί θα εστιάσω. Ενώ 9 στα 10 τραγούδια είναι πασίγνωστα, τραγούδια που παίζονται παντού ή που οι ακροατές μπορούν να τα ακούσουν ανά πάσα στιγμή, οπουδήποτε, είναι τόσο μελετημένος ο τρόπος που παρουσιάζονται, η σειρά των τραγουδιών και οι ρόλοι που έχει ο καθένας, ώστε το αποτέλεσμα γίνεται πραγματικά αξιόλογο.

Είναι μια αφήγηση. Και επειδή είναι, όπως λέει και η κυρία Γαλάνη, μια αναβίωση της κατάστασης που είχαν φτιάξει κάποτε στο «Χάραμα» και με μια σπουδαία ορχήστρα, καταλαβαίνω κι εγώ, γνωρίζοντας από ιστορίες πόσο δυνατό ήταν αυτό που γινόταν τότε, συνειδητοποιώ και τι ζητούσαμε να συμβεί φέτος στο VOX. Νομίζω ότι πέτυχε.

Τι κρατάς από αυτές τις δύο σπουδαίες ερμηνεύτριες;
Κρατάω το ακομπλεξάριστο που έχουν και φυσικά τη δεινότητά τους, ερμηνευτική και τραγουδιστική. Αυτό δεν το συζητάμε. Κρατάω όμως και τον χώρο που μου έδωσαν. Παρότι αν το δούμε μαθηματικά η συμμετοχή μου είναι μικρή, ήθελα να πω δύο πράγματα, να δώσω ένα στίγμα μέσα από αυτό που κάνω. Και συνέβη 100%.

Παρά τη μικρή συμμετοχή, αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί σε μεγάλο σχήμα. Και φαίνεται. Αυτό που λένε συχνά, «περνάμε πολύ καλά στη σκηνή», σε πολλά μαγαζιά λέγεται, εδώ βγαίνει αληθινά.

Ναι το εισπράττει και το κοινό ότι περνάτε καλά…
Είναι αλήθεια. Επειδή έγινε πολλή δουλειά, δεθήκαμε και μεταξύ μας. Μπήκαμε ο ένας στη ζωή του άλλου και ως άνθρωποι. Δεν θα μπορούσε να μη βγει αυτό. Η δουλειά έγινε σε πολλά επίπεδα. Δουλέψαμε στο σπίτι, ψαχτήκαμε, φάγαμε όλοι μαζί. Η δουλειά έγινε και πάνω στις ενορχηστρώσεις και στην επιλογή των τραγουδιών. Σε όλα ήμασταν μέσα. Μαζευόμασταν, βλέπαμε κάθε συστατικό της παράστασης όλοι μαζί, λέγαμε τη γνώμη μας, κρατούσαμε, πετούσαμε. Ήμασταν ισότιμα μέλη. Γι’ αυτό λέω ότι ήταν ξεχωριστό αυτό που έγινε εκεί.

Ένα τραγούδι για τους νεκρούς από φασιστικό χέρι

Στο πρόγραμμα λες και το “Πιεστικά και μάνικες”. Θέλεις να μου πεις λίγο πώς γράφτηκε το τραγούδι αυτό, το κόνσεπτ πίσω από αυτό, και μίλησέ μου λίγο για το πολιτικό τραγούδι σήμερα.
Το έγραψα με έναν φίλο μου, τον Γιώργο Μαγιάκη ο οποίος γράφει γενικά ό,τι σκέφτεται, είτε για αυτά που συμβαίνουν γύρω μας είτε πιο ποιητικά και λογοτεχνικά πράγματα. Μου είπε κάποια στιγμή: «Έχω γράψει ένα τραγούδι με αφορμή τον θάνατο του Παύλου Φύσσα και κατ’ επέκταση για όλους τους νεκρούς από φασιστικό χέρι. Θέλεις να βάλεις μια μουσική;». Ο Γιώργος το είχε γράψει για να υπάρχει, για να το δημοσιεύσει σε κάποια ποιητική συλλογή που θα έφτιαχνε κάποια στιγμή.

Το κλίμα του τραγουδιού, αν μας επιτρέπεται να το πούμε με σεμνότητα, είναι σαν μια συνέχεια από το «Θα σημάνουν οι καμπάνες», από τον Ρίτσο και τον Θεοδωράκη, με τους νεκρούς που μας δίνουν δύναμη ώστε εμείς οι ζωντανοί να συνεχίσουμε το έργο τους. Αυτό με άγγιξε και έτσι προέκυψε η μουσική, άρα και το τραγούδι.

Για το πολιτικό τραγούδι σήμερα, έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα, εμείς, και λέω «εμείς» εννοώντας τους ανθρώπους που μας ενδιαφέρει κάπως να ζήσουμε καλύτερα, νιώθουμε μια πίεση στο πώς πρέπει να απευθυνόμαστε μέσα από τη μουσική, μέσα από αυτό που κάνουμε. Μια πίεση με την καλή έννοια.

Για παράδειγμα, το “Πιεστικά και μάνικες” λέμε σχεδόν πάντα, ακόμη και στο κουτούκι. Έστω και ένας άνθρωπος να έρθει μετά και να ρωτήσει «τι είναι αυτό το τραγούδι και γιατί μου προκάλεσε κάτι;», νομίζω ότι είναι σημαντικό.

Αυτό νιώθω ότι πρέπει να κάνει το πολιτικό τραγούδι, ή τέλος πάντων όλα τα τραγούδια: να προκαλούν κάτι. Να φτάνει στην επόμενη μέρα ο άνθρωπος που το άκουσε και να σκεφτεί, να κάνει κάτι παραπάνω από αυτό που έκανε στην καθημερινότητά του. Είτε είναι να βοηθήσει έναν συνάνθρωπό του είτε να διορθώσει τα δικά του τα στραβά.

Έτσι αντιλαμβάνεσαι και το λαϊκό τραγούδι γενικότερα;
Ναι. Όπως είχε πει κάποτε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, όλα τα τραγούδια είναι πολιτικά. Και συμφωνώ. Γιατί και το λαϊκό τραγούδι, ακόμη και τα ερωτικά τραγούδια, διαμορφώνουν μια ψυχοσωματική κατάσταση που τελικά είναι και στάση ζωής, άρα και πολιτική στάση. Με αυτή την έννοια, ναι.

Το προηγούμενο καλοκαίρι είδα τους Pagan. Άργησα να καταλάβω ότι ο κύριος με το ημίψηλο στους Pagan και ο χαμηλών τόνων νέος που τραγουδούσε με Γαλάνη- Τσαλιγοπούλου ήταν ο ίδιος καλλιτέχνης.
Αν ισχύει ότι η μουσική παιδεία ενός παιδιού διαμορφώνεται μέχρι περίπου τα 12 χρόνια του, σε συνδυασμό με αυτά που λέγαμε στην αρχή, δηλαδή τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά που ακούγαμε κάθε μέρα, αλλά και τα διονυσιακά, παγανιστικά δρώμενα στο χωριό, νομίζω ότι είναι κι αυτό βίωμα. Κάπως το έφερε η τύχη να συμμετέχω σε αυτή την μπάντα τους Pagan από την αρχή που δημιουργήθηκε, έχοντας αυτόν τον ρόλο. Το ζητούμενο είναι να κουρδιστώ κι εγώ μαζί με άλλους πέντε ανθρώπους.

Πρέπει βασικά να μας δείτε από κοντά. Είναι οπτικοακουστικό θέαμα. Ο στόχος, όπως τον περιγράφει και ο άνθρωπος που έφτιαξε την ομάδα, ο Σταύρος Τσουμάνης, είναι να συντονιστούμε όλοι μαζί, η μπάντα και το κοινό, σε ένα live, σε έναν ρυθμό που μας πηγαίνει κάπου αλλού. Στιγμιαία, και γιατί όχι και γενικά.

Μετά από 25 χρόνια που ανεβαίνεις στη σκηνή, τι είναι για σένα το καλό live;
Είμαι τυχερός με συνεργασίες με πραγματικά σημαντικούς ανθρώπους. Έχω βρεθεί στη σκηνή με τον Γιώργο Νταλάρα, με τη Γλυκερία, με τη Μαρινέλλα, με την Ελένη Βιτάλη. Έχω παίξει με τον Σταύρο Ξαρχάκο σε δύο-τρεις συναυλίες. Συμμετείχα και στη δουλειά που έγινε για τον Μίκη Θεοδωράκη από τον Θέμη Καραμουρατίδη και τη Νατάσσα Μποφίλιου. Και, κερασάκι στην τούρτα, το σχήμα με τη Γαλάνη και την Τσαλιγοπούλου.

Όλα αυτά με έχουν πείσει ότι το καλό live, εκτός από το αυτονόητο, ότι πρέπει να έχει ένα θέμα και καλό υλικό, δηλαδή τραγούδια, ωραία λόγια που θα ειπωθούν και ωραίες ιστορίες, είναι όλα τα υπόλοιπα. Είναι η λεπτομέρεια στα φώτα, στον ήχο, η άποψη στον ήχο. Κάθε κομμάτι μπορεί να χρειάζεται κάτι άλλο και πρέπει να το δουν αυτό οι άνθρωποι που φτιάχνουν την κάθε παράσταση.

Ένα καλό live πρέπει, σαν απόηχος, να αφήνει κάτι στον ακροατή. Είτε για να πάει να κοιμηθεί μετά είτε για την επόμενη μέρα είτε, γιατί όχι, και για την υπόλοιπη ζωή του. Να πει: «Τι ωραία ήταν εκεί που πήγαμε, να ξαναπάμε». Τόσο απλά.

Βασίλης Προδρόμου

Γιατί λες “είμαι τυχερός”; Υπήρχε και το ταλέντο, υπήρχε και το περιβάλλον. Έριξες πάρα πολύ σκληρή δουλειά, άρα γιατί είναι τύχη;

Υπάρχουν πολλά πιθανά παραστρατήματα για οποιονδήποτε ασχολείται με τη μουσική, άσχετα με τη δουλειά που μπορεί να ρίξει. Είναι και το μέρος που θα επιλέξει να βρίσκεται. Νιώθω ότι αν συνέχιζα να μένω στις Σέρρες ή γενικά στην επαρχία της Βόρειας Ελλάδας, δεν θα γνώριζα τους ανθρώπους που γνώρισα. Είναι και πρακτικό το θέμα. Δεν θέλω να υποτιμήσω τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόμουν επάνω, καμία σχέση. Αλλά έπαιξε ρόλο.

Μίλησέ μας για το “Ρίχτε με μες στα δοξάρια” στο Σταυρό του Νότου;
Κάποια στιγμή με τον Δημήτρη τον Σίντο, που είναι φίλος και συνεργάτης, είχαμε πει μεταξύ σοβαρού και αστείου, μου είχε πει δηλαδή ότι «ρε φίλε, βγες μόνος σου να παίξεις, άμα τολμάς». Και όντως το τολμήσαμε. Ήταν μια περίοδος, που σαν να έγινε ένα restart στον τρόπο που δουλεύουμε. Μιλάω στον πληθυντικό γιατί είναι τουλάχιστον άλλος ένας άνθρωπος που δούλεψε γι’ αυτό. Τελικά ήμασταν έξι στο σόλο, το λεγόμενο, που έγινε πολλές φορές και πήγε πάρα πολύ καλά. Νιώσαμε μαζί με τον Δημήτρη ότι πρέπει αυτό να περάσει σε ένα επόμενο στάδιο, πιο πλούσιο ή πιο ντελικάτο, θα λέγαμε, με την καλή έννοια, όχι την αποστειρωμένη.

Και σκεφτήκαμε να βρεθεί μια ομάδα με δοξάρια, ένα κουαρτέτο κλασικών εγχόρδων, βιολί, βιολί, βιόλα, βιολοντσέλο, και να δοκιμαστούμε με στόχο τα κομμάτια, και τα δικά μας, που ούτως ή άλλως παιζόταν και στο σόλο και προσπαθούμε να τα παίζουμε στα live, γιατί άμα δεν θα τα παίξουμε εμείς ποιος θα τα παίξει, να αποκτήσουν έναν ήχο και ένα χρώμα σαν να ήταν από πάντα έτσι. Και τα δικά μας και οι διασκευές που θα εμπεριέχονται στη λίστα. Και δουλέψαμε γι’ αυτό. Νομίζουμε ότι έχει προκύψει κάτι ενδιαφέρον. Και το παρουσιάζουμε. Έχει γίνει ήδη μια συναυλία στις αρχές της χρονιάς του ’26 και πάμε τώρα για τη δεύτερη, 30 Απριλίου.

Μπορείς να μας πεις ένα – δυο τραγούδια που είναι πιο ιδιαίτερα;
Θα σας πω ένα που είναι καινούργιο από τα δικά μας. Είναι το «Μαραμπού» του Καββαδία, που το τολμήσαμε μαζί με τον Χρήστο Παπουτσή και τον Δημήτρη Παπουτσή, δύο αδέρφια που μελοποίησαν ξανά το ποίημα. Την ενορχήστρωση την έκανε ο Γιώργος Καζαντζής.

Προέκυψε ένα δεκάλεπτο κομμάτι που αφηγείται ολόκληρη την ιστορία. Καλό είναι να ακούγονται ολοκληρωμένες ιστορίες και αυτό θα παιχτεί για πρώτη φορά ζωντανά. Είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν λαϊκά κομμάτια που δεν θα περίμενε κανείς να τα ακούσει με κουαρτέτο εγχόρδων, όπως «Τα Όνειρα που χτίζονται» του Άκη Πάνου. Δεν θέλω να προδώσω όλο το πρόγραμμα, αλλά αυτά δίνουν μια καλή εικόνα.

Και τέλος, Βασίλη, τι σκέφτεσαι για το μέλλον; Δηλαδή θέλω να πω, πώς θέλεις να συνεχίσει η τέχνη σου; Χωρίς συμβιβασμούς ίσως;
Αυτό σίγουρα. Μέχρι τώρα νιώθω ότι το έχω καταφέρει σε έναν ικανοποιητικό βαθμό. Μου αρέσει ο ρυθμός με τον οποίο κινούμαστε. Ξανά χρησιμοποιώ πληθυντικό, γιατί δεν είμαι μόνος μου σε ό,τι συμβαίνει σε κάθε περίοδο. Θέλω κάθε επόμενο βήμα να έχει κάτι να πει περισσότερο από το προηγούμενο. Αυτό είναι το ζητούμενο. Δεν σταματάμε. Έρχονται και δισκογραφικά πράγματα. Μόλις κυκλοφόρησε ένας δίσκος στον οποίο συμμετέχω με ένα τραγούδι του Ορέστη Ντάντου, το «Χέρια στο Θεό». Είναι μια πολύ ωραία δουλειά.

Μου αρέσει όταν ένας δίσκος έχει μια συνοχή, ένα σενάριο, όταν σε καλεί να τον ακούσεις ολόκληρο. Σε αντίθεση με την αποσπασματική ακρόαση που κυριαρχεί σήμερα, όπου επιλέγονται μεμονωμένα τραγούδια. Δεν είναι κακό, αλλά όταν υπάρχει μια ολοκληρωμένη δουλειά, έχει άλλη δύναμη. Και κάπως έτσι δουλεύουμε κι εμείς. Και ετοιμάζεται ένας νέος δίσκος στον οποίο θα τραγουδήσω δημιουργίες του Θέμη Καραμουρατίδη σε στίχους της Φωτεινής Λαμπρίδη.

INFO
«Ρίχτε με μες στα Δοξάρια»

Σταυρός του Νότου Club
Φραντζή και Θαρύπου 35-37, Νέος Κόσμος
Ώρα Έναρξης: 21:30

Εισιτήρια στη more.com
Είσοδος Ορθίων: 13 ευρώ

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα