ISTOCK

Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΑΣ

Ποια τα "σημάδια" της διετίας του εγκλεισμού; 27.000 γυναίκες απαντούν. Σχολιάζει η Άννα Βουγιούκα, Κοινωνική Επιστήμονας-Εμπειρογνώμονας σε θέματα φύλου του Κέντρου Διοτίμα.

Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, αφορμή. Η κλιμάκωση του φαινομένου που μαστίζει τις ευρωπαϊκές -και όχι μόνο- κοινωνίες και εντάθηκε στη διετία του κορονοϊού, αιτία. Κάπως έτσι, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έλαβε μία ιστορική απόφαση, υλοποιώντας και παρουσιάζοντας για πρώτη φορά ένα Ευρωβαρόμετρο στη βάση των γυναικείων δικαιωμάτων, με αποκλειστική συμμετοχή -σχεδόν 27.000- γυναικών και περιεχόμενο ερωτήσεων τις επιπτώσεις της πανδημίας σε βασικούς άξονες της ζωής τους.

Από τις 25 Ιανουαρίου μέχρι τις 3 Φεβρουαρίου, ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα γυναικών 15 ετών και άνω μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (26.741 γυναίκες συνολικά) κλήθηκαν να δώσουν το δικό τους βιωματικό στίγμα για τις ανοιχτές έμφυλες πληγές οι οποίες διογκώθηκαν στην περίοδο της έγκλειστης καθημερινότητας, υπό τη σκιά της πατριαρχίας που απλώθηκε πάνω από την ισότητα, τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα, την ορατότητα και μία σειρά πολλών ακόμα καίριων ζητημάτων.

Τα συμπεράσματα, τόσο σε διεθνές, αλλά ακόμα περισσότερο σε εθνικό επίπεδο, ακολουθούν τη σοβαρότητα και τον προβληματισμό που προκύπτουν από την ανησυχητική έξαρση και περιοδικότητα των περιστατικών έμφυλης βίας, των γυναικοκτονιών, των βιασμών και των καθημερινών καταγγελιών από θύματα κακοποίησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης. Στην Ελλάδα για παράδειγμα, όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την παγιωμένη πια έκτασή τους στη δημόσια σφαίρα, αποτυπώθηκαν με σαφήνεια στις απαντήσεις που δόθηκαν από 1.000 Ελληνίδες, αφού η χώρα μας έχει περίοπτη θέση, ή ακόμα και “πρωτιά” σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες της έρευνας, όπως:

Η αύξηση των περιστατικών κακοποίησης κατά των γυναικών στην περίοδο της πανδημίας, ο αντίκτυπός της στην προσωπική και επαγγελματική τους ζωή, καθώς και στην ψυχική τους υγεία, όπως αυτά διατυπώθηκαν και διαπιστώθηκαν με επιμέρους ερωτήσεις.

“Είναι μία πολύ σημαντική δημοσκόπηση με αρκετά καλό και σταθμισμένο δείγμα, που σημαίνει ότι είναι αρκετά καλό σε πρώτη φάση για να έχουμε μια γενική εικόνα, ξεκινώντας από τη βία που αναδεικνύεται ως το δεύτερο σημαντικότερο ζήτημα για το οποίο θα πρέπει να αναλάβει άμεσα δράση το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά το trafficking, δηλαδή την εμπορία και σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών και παιδιών που αναδείχτηκε πρώτο, με σημαντικό μάλιστα ποσοστό από την Ελλάδα”, αναφέρει στο Magazine η Άννα Βουγιούκα, Κοινωνική Επιστήμονας- Εμπειρογνώμονας σε θέματα φύλου του Κέντρου Διοτίμα, σχολιάζοντας αρχικά το εντυπωσιακό και πρώτο με διαφορά 60% της Ελλάδας για τις προτεραιότητες του ΕΚ, όπως φαίνεται και στον ακόλουθο πίνακα:

Το trafficking βρέθηκε πρώτο στις απαντήσεις των συμμετεχουσών για τις άμεσες δράσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με 47% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε., τη στιγμή που 6 στις 10 Ελληνίδες καταδεικνύουν το ζήτημα ως βασική προτεραιότητα, αριθμός ωστόσο που “συμφωνεί” και με την ανάγκη λήψης δραστικών μέτρων για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ε.Ε. (επίσης 60% και 47% αντιστοίχως).

Οι Ελληνίδες αντίκρυσαν τη βία περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα στην Ευρώπη

Την ώρα που το 77% των γυναικών της Ε.Ε. απάντησαν θετικά στην ερώτηση για το αν η σωματική και ψυχική βία αυξήθηκε (πολύ ή έστω λίγο) κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η χώρα μας κατέλαβε θλιβερή πρωτιά, με πάνω από 9 στις 10 ερωτηθείσες Ελληνίδες (93%) να αντικρύζουν ένταση του φαινομένου. Το 74% μάλιστα απάντησε πως υπήρξε μεγάλη αύξηση της έμφυλης βίας, με το υπόλοιπο 19% να αναφέρεται σε “μικρή αύξηση”. Ακολούθησαν η Πορτογαλία (90%) και η Αυστρία (89%), ενώ αντίθετα Φινλανδία και Ουγγαρία ήταν οι μοναδικές χώρες που έμειναν κάτω από το 50% και βρέθηκαν στις τελευταίες θέσεις, έχοντας όμως μεγάλα ποσοστά, αφού σχεδόν μία στις δύο γυναίκες απάντησαν καταφατικά.


“Περίπου μία δεκαετία μετά από τη μεγάλη πανευρωπαϊκή έρευνα του οργανισμού για τα θεμελιώδη δικαιώματα για το ζήτημα της έμφυλης βίας, επίσης πολύ μεγάλη και πάρα πολύ σημαντική έρευνα, βλέπουμε ότι το ζήτημα της έμφυλης βίας συνεχίζει να αποτελεί προτεραιότητα και να απασχολεί πάρα πολύ τις γυναίκες στην Ευρώπη. Σε αυτή τη διετία που κλείσαμε έχει σημειωθεί πολύ μεγάλη αύξηση, ενώ το Συμβούλιο της Ευρώπης και ο Γ.Γ του ΟΗΕ χαρακτήρισαν το φαινόμενο ‘πανδημία μέσα στην πανδημία’. Οι γυναίκες δεν είναι ασφαλείς, ζουν με φόβο, είναι υποχρεωμένες να έχουν επίγνωση των όρων που τους επιβάλει η πατριαρχία στην προσωπική, κοινωνική, επαγγελματική, πολιτική τους ζωή κλπ. Στην Ελλάδα η διαφοροποίηση έχει να κάνει με το γεγονός ότι είχαμε το κύμα αποκαλύψεων, το λεγόμενο MeToo, και τις πάρα πολλές και μεγάλες κινητοποιήσεις υποστήριξης των επιζωσών και των καταγγελιών των γυναικοκτονιών με το αίτημα της νομικής κατοχύρωσης του όρου. Πραγματοποιούνται τα τελευταία χρόνια με όλο και μεγαλύτερη ένταση από φεμινιστικές συλλογικότητες, ΜΚΟ κλπ με αποτέλεσμα να έχει αυξηθεί πάρα πολύ η ορατότητα της έμφυλης βίας και να έχει αρχίσει να διαμορφώνεται μία νέα κατάσταση απέναντι στην κουλτούρα που ανέχεται τη βία”.

Τα θύματα της διπλανής πόρτας και το πλαίσιο για να “σπάσει η σιωπή”

Πολύ υψηλά ποσοστά συγκεντρώνει η Ελλάδα και στην ερώτηση για θύματα του φιλικού και οικογενειακού κύκλου των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα, μία ιδιαίτερα σοβαρή, ενδεχομένως και αντιπροσωπευτική της κατάστασης στη χώρα μας, κατηγορία. Πάνω από 3 στις 10 Ελληνίδες γνωρίζουν γυναίκα ή γυναίκες του κύκλου τους που έχουν υπάρξει θύματα παρενόχλησης στον δρόμο, ποσοστό, πρώτο και μεγαλύτερο μεταξύ των χωρών αλλά και υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (33% έναντι 16). Την ίδια ώρα, το 28% των Ελληνίδων που απάντησαν (έναντι του 16% του μ.ο Ε.Ε.) έχουν φίλες ή συγγενείς που έχουν υποστεί διαδικτυακή κακοποίηση ή παρενόχληση (δεύτερη μετά την Κροατία), ενώ “πρωτιά” (μαζί με τη Ρουμανία) καταγράφηκε και με το ιδιαίτερα ανησυχητικό 25% των Ελληνίδων που απάντησαν ότι γνωρίζουν γυναίκες του κύκλου τους που έχουν πέσει θύματα ενδοοικογενειακής βίας (επίσης πολύ μεγαλύτερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 14%). Μεταξύ των υψηλότερων ποσοστών και τα θύματα οικονομικής βίας (26% η Ελλάδα, 14% ο μέσος όρος), όπως και το 22% για παρενόχληση στην εργασία, διπλάσιο του 11% κατά μέσο όρο μεταξύ των 27.


Η Ελλάδα είναι σε όλες τις κατηγορίες πολύ ψηλά. Σε κάποιες, η διαφορά από τον μέσο όρο της Ε.Ε. είναι υπερδιπλάσια. Ίσως και λόγω του ότι το 2021 είχαμε πολύ μεγάλη ένταση των φαινομένων σε επίπεδη δημόσιας σφαίρας. Έχουμε παρατηρήσει μεγάλη αύξηση στον αριθμό των γυναικών που ζητούν βοήθεια, όπως βεβαίως και μεγάλη αύξηση των γυναικοκτονιών το 21, όπου είχαμε διπλασιασμό των γνωστών γυναικοκτονιών, φτάνοντας τις 19 καταγεγραμμένες, αν και γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αυτός ο αριθμός δεν είναι και ο πραγματικός. Ήδη μέσα στο 2022 είμαστε στις τρεις”, σχολιάζει η Άννα Βουγιούκα και προσθέτει σχετικά με τη συμπερασματολογία της συγκεκριμένης ερώτησης:

“Στην Ελλάδα υπάρχει ένα πλαίσιο για να σπάσει η σιωπή. Επίσης, το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση σε σχέση με την Ευρώπη έχει να κάνει με το γεγονός ότι η έμφυλη βία έχει γίνει ορατή.. Έχουμε αρχίσει πια να το συνειδητοποιούμε, αυτή την περίοδο είναι σε εξέλιξη η δίκη του πρώτου κακοποιητή που έχει παραπεμφθεί, του Δημήτρη Λιγνάδη, αλλά επίσης στην ελληνική κοινωνία, για πρώτη φορά τόσο εκτεταμένα, μιλάμε για τη συναίνεση, για τη δευτερογενή θυματοποίηση για το victim blaming, το δικαίωμα των γυναικών και θηλυκοτήτων να κυκλοφορούν χωρίς να λογοδοτούν για το τι φοράνε κλπ. Αυτό, όμως, που δεν έχει γίνει σαφές είναι πώς η έμφυλη βία συνδέεται άρρηκτα με τις έμφυλες ανισότητες και διακρίσεις. Πολύ συχνά θεωρούμε ότι η γενεσιουργός αιτία της έμφυλης βίας είναι η πανδημία. Η πανδημία έκανε το φαινόμενο πιο έντονο. Δεν είναι η βασική αιτία. Η αιτία είναι η πατριαρχία. Απλώς, την περίοδο της πανδημίας συρρικνώθηκε ο χώρος και διευρύνθηκε ο χρόνος. Οι γυναίκες πολύ συχνά ζούσαν στην ίδια στέγη με τους κακοποιητές τους και δεν μπορούσαν να διαφύγουν Οι άνθρωποι κλείστηκαν σε σπίτια που δεν ήταν όλα τεράστια, με πισίνες, κήπους κλπ όπως βλέπαμε στην τηλεόραση. Με πολύ κακές συνθήκες σε ό,τι αφορά το εισόδημα και την εργασία τους. Αυτά επέτειναν το πρόβλημα, αλλά δεν ήταν η γενεσιουργός αιτία. Απλώς σε τέτοιες περιόδους, όπως και σε περιόδους οικονομικών κρίσεων έχουμε ένταση αυτών των φαινομένων“.

Οι Ελληνίδες ζητούν καλύτερη αντιμετώπιση από αστυνομία και δικαστικές αρχές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι απαντήσεις ως προς τα βέλτιστα και αναγκαία μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για να περιοριστεί η βία κατά των γυναικών. Το 58% των Ευρωπαίων γυναικών που συμμετείχαν ζητά διευκόλυνση των καταγγελιών, ειδικά στην αστυνομία, με την Ελλάδα να ακολουθεί το υψηλό ποσοστό (με 53%), αν και οι περισσότερες Ελληνίδες (54%) ζητούν αυξημένη επαγρύπνηση και κατάλληλη εκπαίδευση των αστυνομικών και δικαστικών αρχών (στο 40% ο ευρωπαϊκός μέσος όρος). Πολύ ψηλά κυμάνθηκε και το αίτημα για περισσότερες δυνατότητες έκκλησης για βοήθεια (όπως τηλεφωνικές γραμμές), απάντηση που έδωσε το 47% των Ελληνίδων και το 40% των συμμετεχουσών από την Ε.Ε. Αξιοσημείωτο και το ελληνικό 44% (έναντι 33% του ευρωπαϊκού μ.ο) για περισσότερες εκπαιδευτικές εκστρατείες γύρω από το θέμα.

“Είναι προφανές ότι είναι ανεπαρκείς οι δράσεις των διωκτικών αρχών στην Ελλάδα. Δεν ανταποκρίνονται με την επάρκεια και την προσοχή που θα έπρεπε. Εμείς το γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά και έχουμε κάνει πολλές κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν διευκολύνονται οι γυναίκες, αντιθέτως αποθαρρύνονται. Υψηλό είναι και το ποσοστό για το πώς ζητάμε βοήθεια, δηλαδή μέσω τηλεφωνικών γραμμών SOS, τις οποίες έχουμε και είναι σημαντικό να το πούμε. Το 15900 δεν ήταν πάντα δεδομένο, υπάρχει από το 2009-10 και έχει σημαντικό ρόλο γιατί λειτουργεί 24 ώρες κάθε μέρα. Πολύ σημαντικό επίσης είναι το ποσοστό για την ευαισθητοποίηση και κατάρτιση της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών. Κι εδώ έχουμε πολλά ζητήματα. Στην Ελλάδα δεν είναι πολύ σαφές από τη μεριά των διωκτικών αρχών τι σημαίνει το αυτεπάγγελτο. Έχουμε περίπου καθημερινά περιστατικά που οι γυναίκες παίρνουν για καταγγελίες στο Κέντρο Διοτίμα και να ζητήσουν τη βοήθεια των δικηγόρων μας γιατί η αντιμετώπιση από την αστυνομία είναι της απόλυτης αποθάρρυνσης”, σημειώνει η κα Βουγιούκα.

Η οικονομική ανεξαρτησία και η επίδραση στην έμφυλη βία

Ξεχωριστή σημασία της παραπάνω κατηγορίας έχει η απάντηση που κατέλαβε την τέταρτη θέση με ποσοστό 38% και προτείνει ως μέτρο αντιμετώπισης της βίας κατά των γυναικών την αύξηση της οικονομικής ανεξαρτησίας τους, ποσοστό που συμπίπτει και με την απάντηση των Ελληνίδων.

Δίπλα σε αυτή την απάντηση αξίζει να προσθέσουμε και ένα σημαντικό εύρημα μίας άλλης ερώτησης, εξετάζοντας τις ενδεχόμενες προεκτάσεις και επιπτώσεις τους στην έμφυλη βία.

Πρόκειται για το 31% των Ελληνίδων γυναικών που, λόγω της πανδημίας απάντησαν ότι πλέον εξαρτώνται περισσότερο οικονομικά από τους συντρόφους τους (τρίτη η χώρα μας μετά από Βουλγαρία και Κύπρο), με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να εντοπίζεται στο 19%. Τι συμπεράσματα μπορούν, λοιπόν, να εξαχθούν από μία σύζευξη των δύο αυτών απαντήσεων;

Είναι προφανές ότι μία γυναίκα που είναι επιζώσα και έχει οικονομική ανεξαρτησία, μπορεί πολύ ευκολότερα σε ό,τι αφορά ένα πρακτικό και ουσιαστικό κομμάτι να αποδεσμευτεί και να προχωρήσει τη ζωή της. Η οικονομική αυτονομία των γυναικών είναι πολύ σημαντική. Μην ξεχνάμε ότι για το δεύτερο κύμα του φεμινισμού, η οικονομική ανεξαρτησία και η δουλειά ήταν ένα κομβικό ζήτημα”, σχολιάζει σχετικά η Άννα Βουγιούκα, ερμηνεύοντας παράλληλα και μία ακόμα σοβαρή επίπτωση της πανδημίας, αφού…

…6 στις 10 Ελληνίδες είδαν το εισόδημά τους να μειώνεται

Άλλη μία πρωτιά για τη χώρα μας, αφού το 60% των Ελληνίδων είπαν ότι η πανδημία είχε αρνητικό αντίκτυπο στο εισόδημά τους, απάντηση που στον ευρωπαϊκό μέσο όρο συγκέντρωσε το 38%, ενώ δεύτερη μετά την Κύπρο έρχεται η Ελλάδα με 59% για τον αντίκτυπο που είχε αυτή η διετία στην ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής (44% στην Ε.Ε.).

Άλλα σημαντικά ευρήματα; Το 45% των Ελληνίδων που συμμετείχαν στην έρευνα εργάστηκαν λιγότερο από όσο ήθελαν λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας στην αγορά εργασίας (ποσοστό πρώτο με σημαντική διαφορά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο), το 30% σκέφτονται ή έχουν αποφασίσει να περιορίσουν τον χρόνο που αφιερώνουν στη δουλειά, ενώ η αύξηση των υποχρεώσεων στο σπίτι ανάγκασε το 38% των Ελληνίδων που ερωτήθηκαν να εργαστούν λιγότερο, την ώρα που το 47% άλλαξαν επαγγελματικές αποφάσεις.


“Είναι εντυπωσιακό γιατί όλες οι διαφορετικές επιλογές στις οποίες οδηγούνται οι γυναίκες, όπως να δουλεύουν λιγότερο, να αλλάξουν τις επαγγελματικές τους αποφάσεις, ή να σκέφτονται ότι στο μέλλον δεν θα μπορούν να δουλεύουν όσο δούλευαν, σε όλες τις περιπτώσεις τα ποσοστά στην Ελλάδα είναι συντριπτικά μεγαλύτερα. Αυτό πρέπει να το συνδυάσουμε με το τι συμβαίνει σήμερα. Έχοντας η χώρα διανύσει μία δεκαετία οικονομικής κρίσης, έπειτα την υγειονομική κρίση, αυτή τη στιγμή τις τεράστιες αυξήσεις, στην πραγματικότητα αυτό που φαίνεται είναι η ραγδαία στοχοποίηση μεγάλων ομάδων γυναικών, και ανδρών βεβαίως, αλλά ιδιαιτέρως όσων ατόμων είναι κοινωνικά αποκλεισμένα και ευάλωτα. Φάνηκε πόσο έλειψε στην Ελλάδα την περίοδο της πανδημίας, ένα κοινωνικό κράτος το οποίο δεν λειτούργησε, ενίσχυση της υγείας και φυσικά ενίσχυση όλων των ατόμων, ανδρών και ιδιαιτέρως γυναικών και ευάλωτων ομάδων γυναικών, που είτε έμειναν άνεργοι, είτε είδαν τις ώρες εργασίας τους να μειώνονται, είτε μπήκαν σε αναστολή. Σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, οι γυναίκες υποχρεώθηκαν στο πλαίσιο της πανδημίας, λόγω της ραγδαίας αύξησης των ευθυνών φροντίδας και της άνισης οικιακής φροντίδας και της πίεσης να την αναλάβουν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, υποχρεώθηκαν να υπαναχωρήσουν σε σχέση με πάρα πολύ σημαντικές επιλογές που αφορούν την παραμονή στην αγορά εργασίας”.

Το σκληρό lockdown και οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των γυναικών

Τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, απαγόρευσης κυκλοφορίας καθώς και το lockdown σε εστίαση και λιανεμπόριο επηρέασαν σημαντικά την ψυχική υγεία των γυναικών. Αυτό δήλωσαν το 41% της Ε.Ε και το 58% των Ελληνίδων, ενώ αρνητικό αντίκτυπο είχαν και οι περιορισμοί όσον αφορά στον αριθμό των συναθροίσεων (38% σε επίπεδο ΕΕ και 43% στην Ελλάδα).

Από την αρχή της πανδημίας, τα συχνότερα συναισθήματα που νιώθουν οι γυναίκες είναι ότι ανησυχούν ή ότι τους λείπουν φίλοι και συγγενείς (44%), ότι έχουν άγχος και στρες (37%) και ότι ανησυχούν γενικώς για το μέλλον τους (33%).

Οι Ελληνίδες συγκέντρωσαν πολύ υψηλότερα ποσοστά στις αντίστοιχες κατηγορίες, με το 62% να αναφέρουν το φιλικό και οικογενειακό περιβάλλον, το 59% την αίσθηση άγχους και στρες, το 50% την ανησυχία για το μέλλον, ενώ πάνω από τις μισές Ελληνίδες ερωτηθείσες (54%) δήλωσαν πως αισθάνθηκαν εγκλωβισμένες στο σπίτι λόγω των περιορισμών, διαφοροποιώντας τα αποτελέσματα της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (30%). Διόλου ευκαταφρόνητο και το 40% (έναντι 29%) που δήλωσαν ότι αισθάνθηκαν μοναξιά και απομόνωση στο σπίτι.


“Στη χώρα μας δεν έχουμε παρόμοιες έρευνες, για να δούμε δηλαδή πώς η πανδημία επηρέασε την ψυχική υγεία. Πολύ υψηλό ποσοστό γυναικών αντιμετώπισαν προβλήματα ψυχικής υγείας. Και εδώ η Ελλάδα έχει συντριπτικά υψηλότερα ποσοστά λόγω των μέτρων που ελήφθησαν. Ήταν η καραντίνα, τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, το κλείσιμο των γραφείων και του εμπορικού κόσμου, παντού η Ελλάδα σε σχέση με την ψυχική υγεία και τις επιπτώσεις των μέτρων που ελήφθησαν ήταν πάρα πολύ υψηλά”, σημειώνει η κα Βουγιούκα, για να συμπληρώσει: “Επίσης δεν είναι μόνο ο εγκλεισμός που δημιούργησε στρες. Ήταν και όλοι οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες πρώτης γραμμής. Στα νοσοκομεία, στις δομές υγείας, στα φαρμακεία, στις βιομηχανίες κλπ. Εκεί είχαμε και έχουμε, εξαντλητικά ωράρια, εκδαπάνηση, ή ακόμα και ματαίωση. Ο χώρος της υγείας είναι ένας χώρος όπου σίγουρα οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι έχουν βιώσει μεγάλη ματαίωση από τα όρια των δυνατοτήτων τους”.

Τι δεν είδαμε και τι περιμένουμε από επόμενες αντίστοιχες έρευνες του ΕΚ

Το Ευρωβαρόμετρο του ΕΚ, για πρώτη φορά, εξέτασε ένα μεγάλο εύρος ζητημάτων αναφορικά με τις επιπτώσεις της πανδημίας στην έμφυλη βία, την ψυχική υγεία και την εργασία των γυναικών, καθώς και τη δική τους ιεράρχηση ως προς τις προτεραιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που εντάθηκαν την τελευταία διετία. Ωστόσο, σε μία επόμενη έρευνα αντίστοιχου περιεχομένου, θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε ένα πιο διευρυμένο ερωτηματολόγιο, με πολυδιάστατη συμμετοχή και περισσότερες κατηγοριοποιήσεις. Επίσης, ενώ υπήρξε ερώτηση για το πού θα απευθυνθούν οι ερωτηθείσες σε περίπτωση που αντιμετωπίσουν προβλήματα ψυχικής υγείας, δεν ρωτήθηκαν κάτι αντίστοιχο για την περίπτωση που πέσουν θύματα βίας.

Όπως σχολιάζει και η Άννα Βουγιούκα από το Κέντρο Διοτίμα: Την περίοδο του κορονοϊού δεν έγινε σαφές πού θα μπορούσαν να απευθυνθούν και να σας θυμίσω, εμείς είχαμε κάνει παρέμβαση γι’ αυτό, ότι στον κατάλογο των SMS που στέλναμε, δεν είχε συμπεριληφθεί το 100 της αστυνομίας. Επίσης θα είχε ενδιαφέρον να γίνει με ταξικούς όρους αυτή η έρευνα γιατί θα βλέπαμε σε ποια άτομα και σε ποιους θεραπευτές και ψυχολόγους θα απευθυνόταν μία γυναίκα, όταν στο δημόσιο δεν υπήρχε τέτοια πρόνοια, παρά μονάχα σε επίπεδο αλληλέγγυων κινήσεων. Και εδώ σε σχέση με την έρευνα, μου λείπει και ένα άλλο δεδομένο”.

Κλείνοντας, σχολιάζει σχετικά: “Πρέπει οι έρευνες να συμπεριλαμβάνουν όλα τα φύλα για να έχουμε μία πιο σφαιρική εικόνα για το τι συμβαίνει και επίσης να γίνονται μέσα στην πολλαπλότητα των διαφορετικών ανθρώπων. Κανένας δεν μπορεί να εκπροσωπήσει μια ολόκληρη χώρα και ένα σύνολο. Θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι το σταθμισμένο δείγμα περιλαμβάνει όλες τις διαφορετικές ομάδες ανθρώπων με τις διαφορετικές ταυτότητες και καταγωγές τους (ταξικές, εισοδηματικές, ηλικιακές, εκπαιδευτικές κ.α). Ένα ΛΟΑΤΚΙ άτομο για παράδειγμα μπορεί να το βίωνε διαφορετικά. Μας λείπει η δική του ματιά για τα πράγματα”.

Τη φετινή Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, θέλουμε να θυμίσουμε τις υπόλοιπες 364 ημέρες του χρόνου, που μπορεί να μην λέγονται ημέρες της γυναίκας, αλλά είναι. Η 24 MEDIA ενώνει τις δυνάμεις των Μέσων της κάνοντας μια κοινή ετήσια αναδρομή του περιεχομένου που έχει παράξει με στόχο τη στήριξη των γυναικών σε κάθε τους μάχη.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα