Μπενιαμίν Νετανιάχου: Χρειάζεται τον Τραμπ περισσότερο από ποτέ
Διαβάζεται σε 7'
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν επιθυμεί η ισραηλινή αδιαλλαξία του Νετανιάχου να δυσκολέψει τις ήδη τεταμένες διαπραγματεύσεις με το Ιράν.
- 25 Ιουνίου 2026 13:51
Η ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν δεν προβλέπει μόνο την παύση των εχθροπραξιών μεταξύ των δύο χωρών, αλλά και μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολάχ. Προβλέπει επίσης το σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας του Λιβάνου.
Αυτό φέρνει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, αντιμέτωπο με μία πολιτικά δύσκολη εξίσωση, καθώς η παύση των εχθροπραξιών κατά της Χεζμπολάχ έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αποφασιστικότητα και δέσμευση της κυβέρνησής του να συντρίψει οριστικά τον εχθρό της.
Ο ισραηλινός πρωθυπουργός καλείται να λάβει δύσκολες αποφάσεις αυτό το διάστημα. Θα υποκύψει στις ΗΠΑ – τον διαχρονικό σύμμαχο και εγγυητή της ασφάλειας του Ισραήλ – εν μέσω μιας εκλογικής χρονιάς; Θα αναμετρηθεί με τους συμμάχους του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και θα συνεχίσει τη στρατιωτική επίθεση του Ισραήλ κατά της Χεζμπολάχ; Ενδιάμεσες αποφάσεις ή μέσες λύσεις δεν φαίνεται να υπάρχουν στον ορίζοντα και η όποια απόφαση φαίνεται ότι θα έχει ως θεμέλιο την επιβίωση του Νετανιάχου σε ένα πολιτικό σκηνικό που θυμίζει κινούμενη άμμο.
Μια μερική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα φάνηκε να δόθηκε στις 19 Ιουνίου, όταν το Ισραήλ και η Χεζμπολάχ συμφώνησαν σε μια ακόμη κατάπαυση του πυρός. Ωστόσο, την επόμενη κιόλας ημέρα, οι ισραηλινές δυνάμεις βομβάρδισαν τον Λίβανο και το Ιράν έκλεισε για άλλη μια φορά τα Στενά του Ορμούζ. Για πόσο όμως θα συνεχίζεται αυτή η ενδιάμεση κατάσταση που τροφοδοτεί επί της ουσίας και τη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ – Ιράν;
Εκλογές στο Ισραήλ
Από την έναρξη του πολέμου του Ισραήλ κατά της Χεζμπολάχ τον Μάρτιο του 2026, οι ισραηλινές αμυντικές δυνάμεις (IDF) δεν έχουν σταματήσει να προελαύνουν βαθύτερα στον νότιο και ανατολικό Λίβανο. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, οι ισραηλινές δυνάμεις εκτόπισαν τη Χεζμπολάχ από τα παραδοσιακά της προπύργια και βομβάρδισαν στόχους στη νότια Βηρυτό. Μέχρι σήμερα, ο πόλεμος έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 4.000 Λιβανέζους και έχει αναγκάσει ακόμη 1 εκατομμύριο να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Πριν λίγες μέρες, μονάδες των IDF κατέλαβαν το στρατηγικής σημασίας κάστρο Μποφόρ, επιτρέποντας στο Ισραήλ να ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του νότιου Λιβάνου, συμπεριλαμβανομένων των προπυργίων της Χεζμπολάχ στην Κοιλάδα Μπεκάα, στα ανατολικά της χώρας.
Στις περιοχές που έχει πλέον υπό την κατοχή του, ο ισραηλινός στρατός έχει εκδώσει διαταγές «απαγόρευσης επιστροφής», εκτοπίζοντας χιλιάδες Λιβανέζους κατοίκους από τα σπίτια τους. Στις 15 Ιουνίου, ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατς δήλωσε ότι «οι ισραηλινές δυνάμεις θα παραμείνουν στις ζώνες ασφαλείας στον Λίβανο, τη Συρία και τη Γάζα επ’ αόριστον», προσθέτοντας ότι οι ζώνες αυτές «θα εκκαθαριστούν από τους ντόπιους κατοίκους και από κάθε τρομοκρατική υποδομή, συμπεριλαμβανομένων των κατοικιών».
Ο πόλεμος κατά της Χεζμπολάχ είναι εξαιρετικά δημοφιλής στο Ισραήλ. Μια δημοσκόπηση τον Απρίλιο 2026 αποκάλυψε ότι το 80% των ερωτηθέντων τασσόταν υπέρ της συνέχισης των επιχειρήσεων κατά της Χεζμπολάχ, ακόμη κι αν αυτό προκαλούσε τριβές με τις ΗΠΑ. Η δημοτικότητα του πολέμου είναι ζωτικής σημασίας για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, δεδομένου ότι οι εθνικές εκλογές είναι προγραμματισμένες να διεξαχθούν έως τον Οκτώβριο. Ο ίδιος επιθυμεί διακαώς να κερδίσει μια ακόμη πρωθυπουργική θητεία, ώστε να αποτρέψει τις δικαστικές εξελίξεις και τις εις βάρος του κατηγορίες για διαφθορά, παρακάμπτοντας επίσης τις αιτιάσεις σχετικά με τις δικές του ευθύνες για την αποτυχία των μυστικών υπηρεσιών να αποτρέψουν τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.
Μετά από εκείνες τις επιθέσεις, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός ορκίστηκε να αλλάξει ριζικά το πολιτικό τοπίο της Μέσης Ανατολής και το επιχείρησε διεξάγοντας πολέμους εναντίον της Χαμάς, του Ιράν και της Χεζμπολάχ. Ωστόσο, αν και αυτοί οι πόλεμοι έχουν υποβαθμίσει σημαντικά την ικανότητα των εχθρών του Ισραήλ να απειλούν το Ισραήλ, δεν έχουν οδηγήσει στην οριστική τους ήττα, όπως είχε υποσχεθεί ο Νετανιάχου. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ η στρατηγική του άλλαξε πράγματι το πολιτικό σκηνικό της Μέσης Ανατολής, οι πόλεμοι που εξαπέλυσε φαίνεται να έχουν καταστήσει το Ισραήλ λιγότερο και όχι περισσότερο ασφαλές, με τον πολιτικό του αντίπαλο, Γιαΐρ Γκολάν, να δηλώνει ότι ο Νετανιάχου είπε ψέματα, υποσχόμενος μια «ιστορική νίκη και ασφάλεια για γενιές, και στην πράξη, οδηγηθήκαμε σε μία από τις σοβαρότερες στρατηγικές αποτυχίες που γνώρισε ποτέ το Ισραήλ».
Εκλογές στις ΗΠΑ
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είναι επίσης αντιμέτωπος με ένα δυσμενές εγχώριο πολιτικό περιβάλλον ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Ο Αμερικανός πρόεδρος χρειάζεται τον τερματισμό ενός μη δημοφιλούς πολέμου για να διαμορφώσει ένα θετικό πολιτικό αφήγημα, επιχειρώντας να αποτρέψει την πιθανή απώλεια του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας.
Είναι σαφές ότι ο Τραμπ δεν επιθυμεί η ισραηλινή αδιαλλαξία να δυσκολέψει τις ήδη τεταμένες διαπραγματεύσεις με το Ιράν. Από την πλευρά τους, οι Ιρανοί έχουν θέσει την παύση του πολέμου του Ισραήλ κατά της Χεζμπολάχ και την αποχώρησή του από τον νότιο Λίβανο ως το κεντρικό ζήτημα για το αν θα συνεχίσουν τις συνομιλίες με τις ΗΠΑ. Αυτός είναι και ο λόγος που το Ιράν έκλεισε ξανά τα ζωτικής σημασίας Στενά του Ορμούζ, μετά τον βομβαρδισμό του Λιβάνου από το Ισραήλ το περασμένο Σαββατοκύριακο.
Έτσι, παρότι Ισραήλ και ΗΠΑ είναι στρατηγικοί σύμμαχοι, η σχέση τους δεν είναι ισότιμη. Οι γεωπολιτικές ανάγκες και στοχεύσεις των ΗΠΑ ως υπερδύναμης επισκιάζουν εκείνες του Ισραήλ ως μεσαίας δύναμης. Επομένως, όπως το θέτει ο επίδοξος πρωθυπουργός Γιαΐρ Λαπίντ, ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος «είτε με μια άμεση και καταστροφική σύγκρουση με τον μεγαλύτερο σύμμαχό μας (σ.σ. τις ΗΠΑ), είτε με μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση των ισραηλινών συμφερόντων».
Οι ενδείξεις για το πόσο τεταμένες είναι οι σχέσεις μεταξύ Τραμπ και Νετανιάχου φάνηκαν λίγο πριν ο Αμερικανός πρόεδρος υπογράψει το Μνημόνιο Συνεργασίας με το Ιράν. Ο Αμερικανός πρόεδρος επέπληξε αυστηρά τον ομόλογό του επειδή διέταξε τον βομβαρδισμό στόχων της Χεζμπολάχ στη νότια Βηρυτό. Αργότερα, άφησε να εννοηθεί ότι η Συρία θα έκανε καλύτερη δουλειά στην καταπολέμηση της Χεζμπολάχ, δηλώνοντας ότι δεν είναι ικανοποιημένος με τον τρόπο που έχει χειριστεί το Ισραήλ την κατάσταση στον Λίβανο. Αυτή η συνθήκη συνεχίζεται επ’ άπειρον και ρίχνει μια αρνητική σκιά στη μεγάλη συμφωνία ⋅και αυτή είναι η συμφωνία με το Ιράν.
Παράλληλα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, δήλωσε κοφτά ότι οι Ισραηλινοί επικριτές της συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν «πρέπει να ξυπνήσουν και να αντιληφθούν την πραγματικότητα της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα τους». Με άλλα λόγια, το Ισραήλ έχει περισσότερο ανάγκη τις ΗΠΑ από ό,τι οι ΗΠΑ το Ισραήλ. Το Ισραήλ βασίζεται στην οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη των ΗΠΑ για την ασφάλειά του, με τους δύο συμμάχους να έχουν υπογράψει πρόσφατα διμερές Μνημόνιο Συνεργασίας, το οποίο εγγυάται τη χορήγηση 3,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως από τις ΗΠΑ προς το Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένων 500 εκατομμυρίων δολαρίων για την αντιπυραυλική άμυνα.
Το Ισραήλ χρειάζεται επίσης τη διαρκή διπλωματική υποστήριξη των ΗΠΑ για να προστατευτεί από τυχόν μελλοντικές κυρώσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Τέτοιες κυρώσεις ενδέχεται να προκύψουν από τις παράλληλες έρευνες του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ICJ) και του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ICC) σχετικά με τις κατηγορίες ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στους πολέμους του εναντίον της Χαμάς και της Χεζμπολάχ.
Η κατάσταση στον Λίβανο παραμένει εξαιρετικά εύφλεκτη, ο ισραηλινός λαός πρόκειται να προσέλθει στις κάλπες πριν από τον Οκτώβριο, και οι ΗΠΑ οριστικοποιούν μια συμφωνία με το Ιράν που πιθανότατα θα έρθει σε αντίθεση με τα συμφέροντα του Ισραήλ. Το ερώτημα τώρα είναι τι πρόκειται να κάνει το Νετανιάχου γι’ αυτό, με τον ίδιο να βρίσκεται πολιτικά μπροστά σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο και ακανθώδες σταυροδρόμι.
* Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής, project coordinator και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.