Γιατί το ψωμί ενώ έχει λίγες θερμίδες μας παχαίνει
Διαβάζεται σε 4'
Νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει πώς η κατανάλωση ψωμιού μπορεί να επηρεάζει τον μεταβολισμό και να οδηγεί σε αύξηση βάρους, ακόμη χωρίς αυξημένη θερμιδική πρόσληψη.
- 20 Απριλίου 2026 06:35
Νέα έρευνα σε ποντίκια δείχνει πώς η κατανάλωση ψωμιού μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση σωματικού βάρους και λιπώδους ιστού, ακόμη και όταν η θερμιδική πρόσληψη είναι χαμηλή.
Η μελέτη, με επικεφαλής ομάδα από το Πανεπιστήμιο Osaka Metropolitan στην Ιαπωνία, αναδεικνύει την άποψη ότι οι υδατάνθρακες μπορούν να συμβάλλουν στην αύξηση βάρους, πέρα από την υπερβολική πρόσληψη λίπους, στην οποία συνήθως επικεντρώνονται οι διατροφικές οδηγίες.
Η σχέση υδατανθράκων και αύξησης βάρους
Αν και οι διατροφολόγοι έχουν αναφερθεί στο παρελθόν στον ρόλο του ψωμιού και των υδατανθράκων στην αύξηση βάρους, μέχρι σήμερα δεν υπήρχε εκτενής έρευνα για τη συγκεκριμένη σχέση, ειδικά όσον αφορά το αλεύρι σίτου, ούτε για τους υποκείμενους μεταβολικούς μηχανισμούς.
Η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι η αυξημένη κατανάλωση ψωμιού από σιτάρι συνδέεται με μειωμένη ενεργειακή δαπάνη, οδηγώντας τον μεταβολισμό σε κατάσταση όπου ευνοείται η αποθήκευση λίπους, ακόμη και όταν η συνολική θερμιδική πρόσληψη παραμένει σταθερή.
«Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι η αύξηση βάρους ενδέχεται να μην οφείλεται σε ιδιότητες του σιταριού καθαυτού, αλλά σε μια έντονη προτίμηση στους υδατάνθρακες και στις σχετικές μεταβολικές αλλαγές», δήλωσε ο διατροφολόγος Shigenobu Matsumura από το Osaka Metropolitan University.
Πώς έγινε η έρευνα για το ψωμί και την αύξηση βάρους
Οι ερευνητές σχεδίασαν πειράματα στα οποία ποντίκια είχαν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ της συνήθους, ισορροπημένης τροφής τους και εναλλακτικών όπως απλό ψωμί, ψημένο αλεύρι σίτου ή ψημένο αλεύρι ρυζιού.
Στη συνέχεια παρακολουθήθηκαν το βάρος τους και ο τρόπος με τον οποίο το σώμα τους έκαιγε θερμίδες, τόσο σε κατάσταση ηρεμίας όσο και κατά τη δραστηριότητα.
Μέσω αναλύσεων αίματος εξετάστηκαν επίσης ορμόνες, επίπεδα σακχάρου και μεταβολίτες, ενώ μεταγενέστερες ιστολογικές εξετάσεις αξιολόγησαν την έκφραση γονιδίων στο ήπαρ.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα ποντίκια προτίμησαν έντονα τις τροφές πλούσιες σε υδατάνθρακες, εγκαταλείποντας τη βασική τους διατροφή. Αυτό οδήγησε σε αύξηση βάρους και λιπώδους ιστού, ιδιαίτερα στα αρσενικά.
Περαιτέρω αναλύσεις έδειξαν ότι αυτές οι αλλαγές δεν οφείλονταν ούτε σε υπερφαγία ούτε σε μειωμένη φυσική δραστηριότητα, αλλά στα ίδια τα τρόφιμα. Στην περίπτωση του αλευριού σίτου, παρατηρήθηκε μειωμένη συνολική καύση θερμίδων, ενώ ενεργοποιήθηκαν γονίδια που μετατρέπουν τους υδατάνθρακες σε λίπος.
Σε συμπληρωματικό πείραμα, όταν τα ποντίκια επέστρεψαν στη βασική τους διατροφή, η αύξηση βάρους σταμάτησε και οι μεταβολικές αλλαγές αντιστράφηκαν.
«Στο μέλλον, ελπίζουμε τα ευρήματα αυτά να αποτελέσουν επιστημονική βάση για την εξισορρόπηση μεταξύ “γεύσης” και “υγείας” στους τομείς της διατροφικής καθοδήγησης, της διατροφικής εκπαίδευσης και της ανάπτυξης τροφίμων», ανέφερε ο Matsumura.
Περιορισμοί και επόμενα βήματα της έρευνας
Τα αποτελέσματα ενισχύουν την άποψη ότι η σύσταση της διατροφής επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το σώμα επεξεργάζεται τα τρόφιμα και καίει θερμίδες. Στην περίπτωση του ψωμιού, φαίνεται ότι επιβραδύνει τον μεταβολισμό.
Ωστόσο, βασικός περιορισμός της μελέτης είναι ότι πραγματοποιήθηκε σε ποντίκια και όχι σε ανθρώπους. Αν και είναι πιθανό παρόμοιοι μηχανισμοί να ισχύουν και στον άνθρωπο, αυτό δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί.
Οι ερευνητές σκοπεύουν να εξετάσουν μεγαλύτερη ποικιλία τροφίμων, ώστε να εντοπίσουν ποιοι παράγοντες του ψωμιού προκαλούν αυτή την αντίδραση.
Καμία διατροφική μελέτη δεν μπορεί να εξεταστεί μεμονωμένα. Πολλοί παράγοντες, όπως η ηλικία και οι ορμονικές μεταβολές, επηρεάζουν επίσης τον μεταβολισμό.
Μελλοντικές έρευνες αναμένεται να αποσαφηνίσουν τον ρόλο του σιταριού και του ψωμιού στη διατροφή, καθώς και το γιατί ο κανόνας «θερμίδες που προσλαμβάνονται έναντι θερμίδων που καταναλώνονται» δεν είναι πάντα απλός.
«Στο μέλλον, σκοπεύουμε να επικεντρωθούμε σε μελέτες σε ανθρώπους για να επαληθεύσουμε σε ποιο βαθμό οι μεταβολικές αλλαγές που εντοπίστηκαν ισχύουν στις πραγματικές διατροφικές συνήθειες», δήλωσε ο Matsumura.
«Επιπλέον, θα εξετάσουμε πώς παράγοντες όπως τα δημητριακά ολικής άλεσης, τα μη επεξεργασμένα δημητριακά, οι τροφές πλούσιες σε φυτικές ίνες, καθώς και ο συνδυασμός τους με πρωτεΐνες και λιπαρά, οι μέθοδοι επεξεργασίας τροφίμων και ο χρόνος κατανάλωσης επηρεάζουν τη μεταβολική απόκριση στους υδατάνθρακες».
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Molecular Nutrition & Food Research.