Αχαμνός: Μια λέξη με πολλές σημασίες

Φωτογραφία αρχείου
Φωτογραφία αρχείου AP

Ο καχεκτικός, ο μαύρος λύκος και ο Νίκος Καββαδίας

Αχαμνός σημαίνει «άπαχος, λιπόσαρκος». Η λέξη παράγεται από το το «χαμνός», το οποίο προέρχεται από το αρχαίο «χαύνος» δηλαδή «καχεκτικός, ελαττωματικός». Συνεκδοχικά, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, «αχαμνός» είναι αυτός που έχει ασθενική κράση, κι επίσης, μεταφορικά, αυτός που έχει ταπεινή καταγωγή.

Επίσης, «αχαμνός» είναι και ο μικρός, ο λίγος – «αχαμνή περιουσία», έλεγαν παλιά. Στη λαϊκή μούσα είναι γνωστό το ποιηματάκι «αρνάκι άσπρο και παχύ της μάνας του καμάρι». Ε, λοιπόν, υπάρχει και το αντίθετό του, που είναι «μαύρος λύκος κι αχαμνός, του πατέρα του καημός»!

Πάντως η πλέον απρόσμενη, αλλά και ενδιαφέρουσα χρήση του επιθέτου «αχαμνός» είναι, στην ονομαστική πληθυντικού του ουδετέρου, για τα ανδρικά γεννητικά όργανα: οι παλιότεροι έλεγαν «τα αχαμνά», εννοώντας τους όρχεις. Πώς έφτασαν να σημαίνουν κάτι τέτοιο; Ίσως επειδή το υπογάστριο είναι μια περιοχή, που θα μπορούσε κάποιος να τη χαρακτηρίσει ασθενική, με την έννοια της ιδιαίτερης ευαισθησίας της, και της μηδενικής αντοχής της σε χτυπήματα ή άλλου είδους κακομεταχείριση.

Ιστορικός έχει μείνει ο στίχος του Νίκου Καββαδία από το ποίημά του με τίτλο Federico Garcia Lorca : «κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’ αχαμνά του». Να σημειώσω πως τα αχαμνά αυτού του ηλικιωμένου κυρίου μάλλον ήταν σε εξαιρετική κατάσταση, όχι λόγω της έκθεσής τους στην ηλιακή ακτινοβολία, αλλά επειδή ο φέρων ήτο ακαμάτης, συνεπώς αμέριμνος. Οι πολλές έννοιες και σκοτούρες βλάπτουν πολλαπλώς.

Από πού κρατάει η σκούφια μας

Κάθε λέξη κρύβει μια ιστορία. Η ετυμολογία της, δηλαδή η αναζήτηση της προέλευσής της και της αρχικής της σημασίας, μπορεί να μας οδηγήσει πολύ μακριά, τόσο στα ονόματα των ανθρώπων και των τόπων, όσο και στις λέξεις που περιγράφουν αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες.

ADVERTISING

SHARE: