Πρόσβαση, καινοτομία και βιωσιμότητα: μια αναγκαία επανασύνδεση στη φαρμακευτική πολιτική

Διαβάζεται σε 4'
Πρόσβαση, καινοτομία και βιωσιμότητα: μια αναγκαία επανασύνδεση στη φαρμακευτική πολιτική

Η Ελλάδα υποστηρίζει σε ευρωπαϊκό επίπεδο τη φαρμακευτική καινοτομία, αλλά σε εθνικό επίπεδο οι μηχανισμοί χρηματοδότησης και αποζημίωσης δυσχεραίνουν την πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες. Ο Ηλίας Κοντούδης, Head of Market Access για το Cluster South Mediterranean & Black Sea της Bayer, αναλύει τις αντιφάσεις της φαρμακευτικής πολιτικής και τις επιπτώσεις τους στο σύστημα υγείας.

Η φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα διαμορφώνεται σήμερα σε ένα πλαίσιο έντονων αντιφάσεων και δομικών περιορισμών. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η χώρα εμφανίζεται ως υπέρμαχος της φαρμακευτικής καινοτομίας και της προώθησης της έρευνας και ανάπτυξης. Αντιθέτως, σε εθνικό επίπεδο, οι μηχανισμοί χρηματοδότησης και αποζημίωσης δεν ευθυγραμμίζονται με αυτή τη στρατηγική, δημιουργώντας σημαντικά εμπόδια στην πραγματική πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες.

Η στήριξη της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την προστασία των δεδομένων, ειδικά μέσω των διατάξεων του νέου ευρωπαϊκού πακέτου που ενισχύουν την προβλεψιμότητα και την προστασία των επενδύσεων στην κλινική έρευνα, στέλνει ένα σαφές μήνυμα υπέρ της καινοτομίας. Η διασφάλιση των ρυθμιστικών και κλινικών δεδομένων είναι κρίσιμη για τη βιωσιμότητα της φαρμακευτικής έρευνας, καθώς εγγυάται ότι οι πολυετείς και υψηλού ρίσκου επενδύσεις που απαιτούνται για την ανάπτυξη νέων θεραπειών μπορούν να αποσβεστούν. Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα ευθυγραμμίζεται με χώρες που αναγνωρίζουν την καινοτομία ως βασικό μοχλό βελτίωσης της δημόσιας υγείας και της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.

Όπως επισημαίνει ο Ηλίας Κοντούδης, Head of Market Access για το Cluster South Mediterranean & Black Sea της Bayer, η αντίφαση αυτή δεν είναι θεωρητική αλλά αποτυπώνεται καθημερινά στην πράξη. «Η Ελλάδα στηρίζει ενεργά, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πολιτικές που ενισχύουν την προβλεψιμότητα και την προστασία των επενδύσεων στη φαρμακευτική έρευνα. Αυτό όμως δεν μεταφράζεται πάντα σε ένα λειτουργικό και βιώσιμο εθνικό πλαίσιο», σημειώνει.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το νέο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο για την προστασία των ρυθμιστικών και κλινικών δεδομένων, το οποίο ενισχύει τη σταθερότητα και την ασφάλεια των επενδύσεων στην καινοτομία. Η προστασία αυτή είναι καθοριστική, καθώς η ανάπτυξη νέων θεραπειών απαιτεί πολυετείς, υψηλού ρίσκου επενδύσεις. Η στάση της Ελλάδας σε αυτό το πεδίο ευθυγραμμίζεται με χώρες που αντιλαμβάνονται ότι η καινοτομία αποτελεί βασικό μοχλό βελτίωσης της δημόσιας υγείας και ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.

Ο ευρωπαϊκός διάλογος για το μέλλον της φαρμακευτικής καινοτομίας εντείνεται, με την EFPIA να αναδεικνύει σταθερά την ανάγκη για ένα προβλέψιμο ρυθμιστικό περιβάλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι, υπό την προεδρία του Stefan Oelrich, προέδρου του φαρμακευτικού τομέα της Bayer, η συζήτηση εστιάζει στη σύνδεση της καινοτομίας με τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας.

Ωστόσο, στο εθνικό επίπεδο, η εικόνα διαφοροποιείται. Οι δημόσιοι φαρμακευτικοί προϋπολογισμοί στην Ελλάδα παραμένουν διαχρονικά χαμηλοί σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και δεν αντανακλούν ούτε τις ανάγκες ενός γηράσκοντος πληθυσμού ούτε τη ραγδαία πρόοδο της ιατρικής επιστήμης. Το χρηματοδοτικό κενό καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό μέσω μηχανισμών υποχρεωτικών επιστροφών, μεταφέροντας ένα δυσανάλογο βάρος στη φαρμακευτική βιομηχανία.

Η εκτεταμένη χρήση οριζόντιων μέτρων, όπως το clawback και τα rebates, δημιουργεί –σύμφωνα με τον κ. Κοντούδη– ένα περιβάλλον περιορισμένης προβλεψιμότητας, ιδίως για τα καινοτόμα φάρμακα. «Όταν η αποζημίωση δεν συνδέεται με την πραγματική θεραπευτική αξία, η καινοτομία καθυστερεί να φτάσει στον ασθενή», τονίζει. Το αποτέλεσμα είναι καθυστερήσεις στη διάθεση νέων θεραπειών, περιορισμοί στη διαθεσιμότητα και αναθεώρηση επενδυτικών προτεραιοτήτων.

Οι επιπτώσεις αυτές έχουν άμεσο αντίκτυπο στους ασθενείς και, μακροπρόθεσμα, στο ίδιο το σύστημα υγείας. Η μη έγκαιρη πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες νοσηλείες και υψηλότερο συνολικό κόστος περίθαλψης. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρώιμη πρόσβαση μέσω της κλινικής έρευνας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Η Bayer Ελλάς υλοποιεί εκτεταμένα προγράμματα κλινικών μελετών σε κέντρα αριστείας σε όλη τη χώρα, προσφέροντας σε Έλληνες ασθενείς πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες, ενώ παράλληλα ενισχύεται το εγχώριο οικοσύστημα γνώσης και έρευνας. «Η κλινική έρευνα δεν είναι μόνο μια επένδυση στην επιστήμη, αλλά και μια έμπρακτη συμβολή στη δημόσια υγεία», υπογραμμίζει ο κ. Κοντούδης.

Για να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην ευρωπαϊκή στάση και την εθνική πολιτική, απαιτείται μια ουσιαστική αναθεώρηση της φαρμακευτικής χρηματοδότησης. Η ενίσχυση των προϋπολογισμών, η μετάβαση από οριζόντια μέτρα σε στοχευμένες συμφωνίες επιμερισμού κινδύνου και η σύνδεση της αποζημίωσης με πραγματικά υγειονομικά αποτελέσματα αποτελούν κρίσιμα βήματα.

Η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες λύσεις μπορούν να λειτουργήσουν. Συμφωνίες κλειστού προϋπολογισμού και οικειοθελείς προσαρμογές τιμών, όπως αυτές που έχει εφαρμόσει η Bayer σε συνεργασία με την πολιτεία, αποδεικνύουν ότι η βιωσιμότητα του συστήματος και η πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι, αλλά δύο πλευρές της ίδιας πολιτικής εξίσωσης.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα