Αμερικανική ισχύς, ευρωπαϊκή αμηχανία: Προς ένα νέο τοπίο στη φαρμακοβιομηχανία

Διαβάζεται σε 6'
Αμερικανική ισχύς, ευρωπαϊκή αμηχανία: Προς ένα νέο τοπίο στη φαρμακοβιομηχανία
iStock

Ο Γιώργος Σταθόπουλος, που εργάζεται στα κεντρικά γραφεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας στη Γενεύη, γράφει στο NEWS 24/7 για τις πρόσφατες αμερικανικές παρεμβάσεις στη φαρμακοβιομηχανία που αναδιαμορφώνουν τις αγορές, αποκαλύπτοντας την ευρωπαϊκή αδράνεια και τα στρατηγικά της αδιέξοδα.

Τον Μάιο του 2025, η κυβέρνηση των ΗΠΑ εξέδωσε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο ζητούσε να μειωθούν αισθητά οι τιμές των φαρμάκων για τους αμερικανούς ασθενείς, οι οποίοι πληρώνουν τιμές πολλαπλάσιες αυτών που πληρώνουν οι Ευρωπαίοι.

Λίγους μήνες μετά, τον Ιούλιο, 17 φαρμακευτικές εταιρείες λαμβάνουν επιστολές με τις οποίες απαιτούνται μειώσεις τιμών, με προθεσμία απάντησης την 29η Σεπτεμβρίου. Τον Σεπτέμβριο ανακοινώνονται δασμοί ύψους 100% σε επώνυμα ή κατοχυρωμένα με πατέντα φαρμακευτικά προϊόντα.

Εξαίρεση λαμβάνουν μόνο οι εταιρείες που έχουν ήδη ξεκινήσει την κατασκευή μονάδας παραγωγής στις ΗΠΑ. Η Pfizer δέχεται να μειώσει τις τιμές των φαρμάκων της, λαμβάνοντας τριετή απαλλαγή από τους επερχόμενους δασμούς, με την προϋπόθεση να επενδύσει στην κατασκευή βιομηχανικής μονάδας παραγωγής σε αμερικανικό έδαφος.

Οι πιέσεις των πολυεθνικών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση

Οι κινήσεις αυτές είναι πιθανό να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην τιμολογιακή πολιτική που θα ακολουθήσει η Pfizer (και οι φαρμακευτικές που θα τη μιμηθούν) στην Ευρώπη.

Οι φαρμακευτικές εταιρείες προφανώς δεν θα δεχτούν σιωπηλά τη μείωση της κερδοφορίας τους επειδή έτσι τα έφερε η συγκυρία. Οι συνέπειες θα πλήξουν τον Ευρωπαίο φορολογούμενο – και τα σημάδια είναι ήδη ορατά.

Νωρίτερα φέτος, 32 φαρμακευτικές εταιρείες απαίτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ταχεία και ριζική μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής φαρμακευτικής πολιτικής. Σε περίπτωση αποτυχίας μεταρρύθμισης, δηλαδή αν η Ευρώπη δεν γίνει πιο ανταγωνιστική, έως και το 85% των επενδύσεων κεφαλαίου και το 50% των δαπανών σε έρευνα και ανάπτυξη κινδυνεύουν να μετακινηθούν προς τις ΗΠΑ. Σε απόλυτες τιμές, περίπου 103 δισ. ευρώ επενδύσεων που είχαν προγραμματιστεί να πραγματοποιηθούν στην ΕΕ μεταξύ 2025–2029 ενδέχεται να προτιμήσουν την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Οι απαιτήσεις που τίθενται είναι, μεταξύ άλλων, η επιβράβευση της καινοτομίας, η απλούστευση του ρυθμιστικού πλαισίου, μια «ανταγωνιστικότερη» αγορά (δηλαδή υψηλότερες τιμές στην Ευρώπη) και η ενίσχυση της προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων (για παράδειγμα, επέκταση της αποκλειστικότητας στην αγορά από 10 σε 12 χρόνια για φάρμακα σπάνιων νόσων). Για να το θέσουμε απλά, οι εταιρείες ζητούν τη δημιουργία μιας αγοράς αμερικανικού τύπου εντός της Ευρώπης, υπό τον φόβο ότι η αμερικανική αγορά θα καταστεί λιγότερο ελκυστική. Ποια είναι, λοιπόν, τα συμπεράσματα που μπορούμε να εξαγάγουμε;

Η φαρμακοβιομηχανία ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας

Πρώτον, οι κινήσεις του Τραμπ συμβαδίζουν πλήρως με την εμπορική πολιτική που είχε εξαγγείλει από την αρχή της δεύτερης θητείας του, τη λεγόμενη «Συμφωνία του Μαρ-α-Λάγκο». Αν υποθέσουμε ότι ο στόχος που τίθεται στο σχετικό κείμενο —η ανάπτυξη της αμερικανικής βιομηχανίας σε τομείς κρίσιμους για την εθνική ασφάλεια— διέπει πράγματι την αμερικανική πολιτική και υλοποιείται μέσω των δασμών, τότε όλα τα παραπάνω αποκτούν συνοχή.

Οι δασμοί λειτουργούν ως φόβητρο, η εκβιομηχάνιση των ΗΠΑ ως ζητούμενο, και η κρισιμότητα της φαρμακοβιομηχανίας για την εθνική ασφάλεια είναι προφανής (θωράκιση έναντι μελλοντικών πανδημιών).

Ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι κινήσεις σαν αυτή ταρακουνούν την κατεστηκυία αντίληψη περί παντοδυναμίας των αγορών. Χρειάστηκε ένας δισεκατομμυριούχος για να καταδείξει ότι ο έλεγχος που μπορεί να ασκήσει η πολιτική σφαίρα πάνω στην οικονομική όχι μόνο υφίσταται, αλλά μπορεί και να φέρει αποτελέσματα.

Δεύτερον, σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, το κεφάλαιο δεν θα χάσει. Οι απώλειες θα μεταφερθούν σε κάποια άλλη, πιο ευάλωτη ομάδα. Στην προκείμενη περίπτωση, οι πολυεθνικές αναζητούν την επόμενη γεωγραφία που θα τους επιτρέψει να ανακτήσουν τα διαφυγόντα κέρδη.

Τα όρια της ευρωπαϊκής ρυθμιστικής ισχύος

Υπάρχουν δύο τρόποι να ανακοπεί αυτή η πορεία: διεθνή ρυθμιστικά πλαίσια ή εθνικές κυβερνήσεις (ευρωπαϊκές, στην περίπτωση αυτή) εξίσου αποφασισμένες με την αμερικανική να θέσουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Η πρώτη λύση δεν ήταν ρεαλιστική ούτε σε εποχές που ευνοούσαν τη διεθνή συνεργασία, πόσο μάλλον σήμερα.

Η δεύτερη θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο αν υπήρχε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που είχε φτάσει σε έναν αξιοπρεπή βαθμό ολοκλήρωσης. Αυτό δεν έχει συμβεί, οπότε οι κανόνες θα συνεχίσουν να τίθενται από τις πολυεθνικές.

Το τρίτο συμπέρασμα αφορά την προοπτική της Ευρώπης συνολικά. Είναι ξεκάθαρο ότι το συγκεκριμένο εκτελεστικό διάταγμα αποτελεί ακόμη μία κίνηση βίαιου απογαλακτισμού της Γηραιάς Ηπείρου από τις ΗΠΑ. Οι συνέπειες της αποτυχίας να επιτευχθεί η ευρωπαϊκή «ένωση» γίνονται πλέον απτές.

“Υπαρξιακή” κρίση και απουσία κοινού οράματος

Η ανυπαρξία μιας πραγματικής κοινής αγοράς και οι αποταμιεύσεις που ποτέ δεν μετουσιώθηκαν σε παραγωγικές επενδύσεις υπενθυμίζουν, ενοχλητικά και επίμονα, ότι οι ευκαιρίες υπήρξαν, αλλά η ηγεσία αποδείχθηκε κοντόφθαλμη και ανεπαρκής. Το αποτέλεσμα είναι μια δυσάρεστη διάγνωση από υψηλόβαθμους Ευρωπαίους αξιωματούχους: η Ευρωπαϊκή Ένωση περνά «υπαρξιακή κρίση».

Τη διάγνωση ακολουθούν παρουσιάσεις σε PowerPoint, με τα γνωστά buzzwords να παρελαύνουν: πράσινη ανάπτυξη, τεχνητή νοημοσύνη, έρευνα για μελλοντικές πανδημίες, ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού, επαναπατρισμός της παραγωγής — όλα αυτά πάνω σε μια πλατφόρμα έντονης στρατιωτικο-βιομηχανικής πολιτικής ανάπτυξης.

Το πρόβλημα είναι πως, όταν τα πάντα παρουσιάζονται ως λύση, τότε δεν είναι σαφής ο στόχος. Οι αντιδράσεις της Ευρώπης μαρτυρούν ακριβώς αυτή την έλλειψη κατεύθυνσης, στόχου και οράματος. Μαρτυρούν επίσης έλλειψη έμπνευσης. Η ευρωπαϊκή πολιτική ανάπτυξης πασχίζει να βρει πρότυπα προς αντιγραφή, με κίνδυνο να μην μπορεί τελικά να τα υποστηρίξει.

Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να έχει ηγεμονικό ρόλο και όπου οι μέχρι πρότινος σύμμαχοι δεν είναι πλέον δεδομένοι, η αυτοκριτική και η επανεκκίνηση είναι απαραίτητες. Ίσως η Ευρώπη να πρέπει να επικεντρωθεί στη διατήρηση κεκτημένων που έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι του χαρακτήρα της και στην αναζήτηση ευρύτερων συμμαχιών για την από κοινού διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού οράματος για το μέλλον.

Η συντήρηση, πάντως, της σημερινής κατάστασης μέσω διαχείρισης σχέσεων και προσμονής μιας καλύτερης συγκυρίας με την επόμενη αμερικανική διακυβέρνηση δεν θα πετύχει.

Γιώργος Σταθόπουλος εργάζεται στα κεντρικά γραφεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας στη Γενεύη, όπου εξειδικεύεται στις αγορές εμβολίων και στη βελτίωση της πρόσβασης σε αυτά. Στις αρχές του 2022 διετέλεσε συν- επικεφαλής της επιχειρησιακής ομάδας διανομής εμβολίων Covid-19. Οι απόψεις που διατυπώνονται στο άρθρο είναι προσωπικές και δεν αντιπροσωπεύουν την επίσημη θέση του Οργανισμού.

Πηγές: 

https://www.whitehouse.gov/presidential-actions/2025/05/delivering-most-favored-nation-prescription-drug-pricing-to-american-patients/

https://www.cnbc.com/amp/2025/09/30/trump-pfizer-drug-price-agreement.html

https://www.news247.gr/oikonomia/i-xrimatodotisi-tis-farmakeftikis-erevnas-os-ergaleio-diapragmatefsis/?amp

https://www.fiercepharma.com/pharma/looming-trump-tariffs-pharma-companies-demand-changes-stay-eu?

638199_A_Users_Guide_to_Restructuring_the_Global_Trading_System.pdf

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα