Lambros Kazanas/Alamy/Visualhellas.gr

“Η ΚΑΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΥΚΛΑ”: 72 ΩΡΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙΞ

Ένα σύντομο ταξίδι γεμάτο ιστορία, φυσικά τοπία και γεύσεις: λίμνες και βουνά, παραδοσιακά χωριά και καλοδιατηρημένα αρχοντικά, οινοποιεία και φημισμένα εστιατόρια, ακόμα και καταφύγια όπου αρκούδες και λύκοι ζουν ελεύθερα και υπό προστασία..

Είκοσι λεπτά με το αυτοκίνητο έξω από την Καστοριά, στον οικισμό της Αμμουδάρας και στην ομώνυμη ταβέρνα της, θα έχετε ένα τζάκι από τη μια πλευρά και έναν χάρτη των Παξών από την άλλη – πιο δίπλα, σε μια σειρά από ράφια μπροστά από την κουζίνα, θα πετύχετε και μια φωτογραφία της μαγείρισσας με τον δημοφιλή Παξινό Χριστόφορο Παπακαλιάτη. Και αυτό γιατί ο Στάθης βρέθηκε ως ερωτικός μετανάστης από το νησί του στον Βορρά και η γυναίκα του, η Άννα, που ξέρει από κατσαρόλες, εμπνέεται από την καταγωγή του και την κουζίνα του Ιονίου και ετοιμάζει ένα σοφρίτο μοσχάρι που λιώνει στο στόμα.

Σε αυτό το απλό σε όλα του μέρος, στην ταβέρνα Αμμουδάρα, εκτός από ψητά της ώρας, σερβίρουν αφράτα σουτζουκάκια (μικρά μπιφτεκάκια δηλαδή χωρίς σάλτσα, όπως τα κάνουν και στη Θεσσαλονίκη), ένα πρόβειο γιουβέτσι, λάχανο με χοιρινό και σαρμάδες (λαχανοντολμάδες χωρίς αυγολέμονο), που είναι κλασικές γεύσεις των εκεί τόπων.

Ξεκινάω έτσι αυτό το οδοιπορικό γιατί το φαγητό, μόνο και μόνο η φήμη του, ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που με έκαναν να πω αμέσως το «ναι» προκειμένου να πάρουμε τον μακρύ δρόμο προς τα πάνω, σε μέρες μαζικής εξόδου και με μπλόκα, όπως και το ότι χαρακτηριστικά ειπώθηκε σε μια παρέα πως η «Καστοριά είναι κούκλα» και η ομήγυρη συμφώνησε σύσσωμη. Έχοντας λοιπόν για βάση την Αμμουδάρα, όποτε προσεγγίζαμε από τον περιφερειακό δρόμο μια πόλη χτισμένη σε μια χερσόνησο, την Καστοριά, που την κυκλώνει η λίμνη Ορεστιάδα, όλο και κάποιος στο αυτοκίνητο θα σχολίαζε την ομορφιά αυτής της εικόνας.

Η προφανής αλλά και πιο ωραία βόλτα εντός της Καστοριάς είναι η γυρολιμνιά, ο μικρός γύρος της λίμνης περιμετρικά της πόλης, μια διαδρομή εννιά χιλιομέτρων που κυκλώνεται από πλατάνια, ιτιές, καλαμιές και πλούσια υδρόβια ζωή. Περιλαμβάνει το μεγαλοπρεπές Αρχοντικό Παπατέρπου από το 1880, περνάει από τη γραφική περιοχή του Ντόλτσο –που αποτελεί την παραδοσιακή συνοικία της πόλης και χαρακτηρίζεται από λιθόστρωτα σοκάκια και αναστηλωμένα κτίρια, νεοκλασικά και διατηρημένα μακεδονίτικα αρχοντικά– και οδηγεί και στο επισκέψιμο Σπήλαιο του Δράκου με τις δέκα αίθουσες, τις επτά υπόγειες λίμνες και τις πέντε σήραγγες.

Στο ανοιχτό μουσείο του Δισπηλιού Καστοριάς Lydia Anastasiou/Alamy/Visualhellas.gr

Επιβλητικά αρχοντικά του 18ου και του 19ου αιώνα θα συναντήσετε και στο Απόζαρι, στη συνοικία που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της χερσονήσου και την οποία θα διασχίσετε ακολουθώντας τη γυρολιμνιά, με την οδό Χριστοπούλου να συγκεντρώνει τα περισσότερα ιστορικά κτίρια στο σημείο. Ο μικρός αυτός γύρος καταλήγει στα τείχη του Δημαρχείου, ό,τι απέμεινε να θυμίζει την κάποτε ισχυρή οχύρωση της πόλης. Ο μεγάλος γύρος της λίμνης της Καστοριάς (από την επαρχιακή Οδό Φλώρινας – Καστοριάς) θα σας οδηγήσει στον παλαιότερο λιμναίο οικισμό της Ελλάδας, που ανακαλύφθηκε το 1932, και στο ανοιχτό μουσείο του Δισπηλιού, το οποίο αναπαριστά σήμερα το πώς ήταν ένα νεολιθικό χωριό δίπλα στη λίμνη περίπου 7.500 χρόνια πριν, κατά τη νεολιθική εποχή.

Σε περίπτωση που ψάχνετε την εναλλακτική βραδινή έξοδο στο κέντρο της Καστοριάς, κατευθυνθείτε στον Ανθό, σε ένα καφενείο που λειτουργεί σε ένα πετρόχτιστο νεοκλασικό, και στο Mosaiko, ένα street bar που συνδυάζει τα φυσικά κρασιά με χιπ χοπ ήχους.

Και αν το κρασί σας ενδιαφέρει λίγο παραπάνω, στο χωριό Μεταμόρφωση το επισκέψιμο Κτήμα Στεργίου έχει αφιερωθεί στη βιολογική καλλιέργεια από το 1998. Πρόκειται για το πρώτο οινοποιείο της περιοχής που εμφιάλωσε κρασί, με στόχο να αναδείξει τον ιστορικό αμπελώνα της Καστοριάς, εκμεταλλευόμενο το ιδιαίτερο μικροκλίμα του  –αποτέλεσμα της αύρας του όρους Βίτσι και της μικρής απόστασης από τη λίμνη Ορεστιάδα– για να δημιουργήσει κρασιά όπως ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον Ασύρτικο εκτός Σαντορίνης που πρέπει να δοκιμάσετε.

Για αφρώδη κρασιά στο Αμύνταιο και βόλτα στο Νυμφαίο

 

Ακόμα ένα οινοποιείο που αξίζει, για μένα, να επισκεφθείτε είναι αυτό του Καρανίκα στο Αμύνταιο, που, τοποθετημένο στην πιο δροσερή οινοπαραγωγική περιοχή της Ελλάδας, αξιοποιεί τα διαφορετικά terroirs της, απλώνοντας τον βιολογικό του αμπελώνα σε επτά διαφορετικά χωριά, προκειμένου να δημιουργήσει εξαιρετικά αφρώδη κρασιά από τις ποικιλίες του Ξινόμαυρου, του Ασύρτικου και της Λημνιώνα, με τη méthode traditionnelle της Καμπανίας.

Επιστρέφω στις πλαγιές του Βίτσι, αφού εκεί στέκεται το Νυμφαίο, ένας διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός, χαρακτηρισμένος από την UNESCO ως ένα από τα δέκα ομορφότερα χωριά της Ευρώπης. Αποτελώντας από τα τέλη του 17ου και για τρεις σχεδόν αιώνες ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα αργυροχρυσοχοΐας στα Βαλκάνια, ο οικισμός χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακά πετρόχτιστα αρχοντικά, τα οποία οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν περπατώντας σε λιθόστρωτα μονοπάτια.

Την περίοδο που δεν βρίσκονται σε χειμερινό λήθαργο, οι πρώην αιχμάλωτες αρκούδες που προστατεύονται πια από το Περιβαλλοντικό Κέντρο του Αρκτούρου, σε ένα πυκνό δάσος από οξιές και σε μια περιφραγμένη έκταση 50 στρεμμάτων, δέχονται επισκέψεις και δύσκολα νομίζω αφήνουν κάποιον ασυγκίνητο. Σύμφωνα με τον Αρκτούρο, φέτος παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι κυρίως τα θηλυκά επέλεξαν να περάσουν τον λήθαργο σε φυσικές φωλιές, ενώ τα αρσενικά προτίμησαν τη ζεστασιά των τεχνητών φωλιών.

Στο Νυμφαίο Hercules Milas/Alamy/Visualhellas.gr

Κάποιες μάλιστα προχώρησαν σε «επισκευές» παλιών φωλιών, δημιουργώντας στρώμα από φύλλα και κλαδιά, όπως ακριβώς κάνουν οι ελεύθερες αρκούδες στη φύση. Μία από αυτές, η Αλεξάνδρα, η οποία προσπάθησε να κατασκευάσει τη δική της φυσική φωλιά, τελικά κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιότυπη «πολυθρόνα» με φύλλα, που πολλοί επισκέπτες κατάφεραν να δουν από κοντά πριν το καταφύγιο κλείσει ώσπου να έρθει η άνοιξη.

Όσο εκείνες κοιμούνται, στα είκοσι λεπτά μακριά από το Νυμφαίο και στις Αγραπιδιές Φλώρινας, το Κέντρο Προστασίας Λύκου και Λύγκα του Αρκτούρου λειτουργεί σε ένα ειδικά περιφραγμένο τμήμα φυσικού δάσους βελανιδιάς, έκτασης 70 στρεμμάτων. Εκεί φιλοξενούνται επίσης ζώα που κατάφεραν να διασωθούν από συνθήκες αιχμαλωσίας, ενώ η ξενάγηση που γίνεται στο κέντρο καταρρίπτει τον μύθο του «κακού» λύκου που απειλεί τον άνθρωπο.

Ένα καφενείο-ζωντανό μνημείο και δύο εστιατόρια-προορισμοί

 

Οι δικές μας διαδρομές γύρω και έξω από την Καστοριά και όλες οι μεγάλες αποστάσεις που διανύσαμε δρομολογήθηκαν με βάση το φαγητό. Έπειτα από μια βόλτα στον χαρακτηρισμένο παραδοσιακό οικισμό των Ψαράδων, που είναι και το μοναδικό ελληνικό χωριό στη Μεγάλη Πρέσπα, οδηγήσαμε μέχρι τη Φλώρινα προκειμένου να βολτάρουμε κατά μήκος του ποταμού Σακουλέβα, αλλά και για να δούμε από κοντά ένα ζωντανό μέχρι σήμερα μνημείο της πόλης, το καφενείο Διεθνές, όπου ο Θόδωρος Αγγελόπουλος χαρακτήρισε κάποτε «δεύτερο σπίτι» του, μέσα και έξω από το οποίο γύρισε σκηνές για επτά ταινίες. Και από εκεί φύγαμε για να φτάσουμε στο Ξινό Νερό Αμυνταίου Φλώρινας και στα τραπέζια του φημισμένου Κοντοσώρου.

Το εστιατόριο, που πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 από ένα ζευγάρι που εφάρμοζε από τότε όλες εκείνες τις πρακτικές για τις οποίες επαίρονται τα σημερινά μαγαζιά, δούλευε με ντόπιες πρώτες ύλες, δικές του και άλλων μικρών παραγωγών, και συλλέγοντας ετικέτες κρασιών απ’ όλη την Ελλάδα. Σήμερα, η δεύτερη γενιά του εστιατορίου –η Ιλιάνα Κοντοσώρου μαζί με τον σεφ Ηλία Γκιόζη– συνεχίζει και εξελίσσει ό,τι δημιούργησαν οι παλιοί, αξιοποιώντας όσα ωραία προσφέρει η περιοχή και αναδεικνύοντας την τοπική κουζίνα με σύγχρονες τεχνικές.

Μην φύγετε χωρίς να δοκιμάσετε το σουτζούκι από πρόβειο και μοσχαρίσιο κιμά με λάχανο τουρσί και κρέμα γιαουρτιού πάνω σε προζυμένιο ψωμί, τον ψητό μπάτζο (έντονα αλμυρό και ελαφρώς πικάντικο τυρί από αιγοπρόβειο γάλα), που φέρνουν από τη βιολογική φάρμα Μόσχου στην Καστοριά, αλλά και την εκδοχή της κουζίνας του Κοντοσώρου για το σουτ μακάλο, ενός πιάτου της cucina povera της Φλώρινας που παραδοσιακά αποτελείται από τηγανητούς μοσχαρίσιους κεφτέδες βουτηγμένους σε αλευρόσαλτσα.

Το άλλο φημισμένο εστιατόριο των εκεί περιοχών είναι ο Θωμάς στο Σκλήθρο, που άνοιξε τις πόρτες του το 1970. Πρόκειται για ένα ακόμα μαγαζί-οικογενειακή υπόθεση, που αξιοποιεί στα πιάτα του τα τοπικά προϊόντα και διαθέτει ένα κελάρι γεμάτο με κρασιά Ελλήνων οινοπαραγωγών. Οι ψητές πιπεριές Φλωρίνης με σάλτσα ντομάτας, μαϊντανό και σκόρδο θα αποτελέσουν το ιδανικό άνοιγμα για το γεύμα σας, το κριθαρότο με άγρια μανιτάρια μένει αξέχαστο, ενώ στα πολλά πιάτα με ντόπια κρέατα ξεχωρίζουν συνταγές όπως το αρνί στον φούρνο με ξινό τραχανά, δενδρολίβανο και γλυκό μπάτζο, η γίδα στη γάστρα με ταλιολίνι λεμονιού και χαβιάρι μαύρου σκόρδου, το αγριογούρουνο σιγομαγειρεμένο με Ξινόμαυρο, αλλά και το σνίτσελ «Θωμάς» με μανιτάρια και λευκή σάλτσα. Θα βγείτε αρκετά έξω από την Καστοριά, θα διανύσετε μερικά χιλιόμετρα παραπάνω, αλλά τελικά θα ανταμειφθείτε.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα