Ανδρέας Σιμόπολος

Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΟΥΜΟΥΡΗ ΜΕ ΜΙΑ ΠΑΣΤΑ ΑΜΥΓΔΑΛΟΥ ΕΚΑΝΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΝΑ ΚΛΑΙΕΙ

Η σειρά «ΡΙΦΙΦΙ» διεκδικεί επάξια τον τίτλο μιας από τις καλύτερες σειρές στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Ο σκηνοθέτης Σωτήρης Τσαφούλιας, οι εκπληκτικοί ηθοποιοί και όλοι οι συντελεστές, απλώς έσκισαν. Και η πρωταγωνίστρια-εγκέφαλος, Ευαγγελία Μουμούρη που όρισε το σύμπαν μας για αυτές τις ώρες θέασης και ίσως για πάντα, μας ανοίγει την καρδιά της.

Πόσο, μα πόσο καλή είναι! Ωριμη ηθοποιός, βαθιά ψυχή, ωραίος άνθρωπος, εκφραστική φυσιογνωμία, μια γυναίκα που μόνο κοιτά την κάμερα και αρκεί για να στα πει όλα. Όπως μου έχει πει ο μέγας Διευθυντής Φωτογραφίας του Χόλιγουντ, Φαίδων Παπαμιχαήλ, «Στο θέατρο μπορείς να κρυφτείς. Στην κάμερα ποτέ». Κι έτσι, με έξι επεισόδια απλώς «ερωτεύτηκα» την Ευαγγελία Μουμούρη.

Και την «ερωτεύτηκα» γιατί την εμπιστεύτηκα. Προτού μιλήσουμε ήμουν σίγουρη για τον χαρακτήρα της, την ποιότητα και μαγιά της, την πάστα από την οποία είναι φτιαγμένη. Από αυτή την καλή, τη σπάνια, τη λεβέντικη και ευαίσθητη, την αληθινή που τραμπαλίζεται ενίοτε, την αφοπλιστικά καυστική που εκφράζεται απαλά, μα σταθερά, γλυκά και απόλυτα από τη μια, με μια βαθιά εκπνοή και κάπως σιωπηλά και σκοτεινά από την άλλη. Η Ευαγγελία η ανθρωπένια, η Μουμούρη του γέλιου και της λύπης. Γνωρίστε την μαζί μου. Αξίζει.

Η Ευαγγελία Μουμούρη

Κατ’ αρχάς, να ξεκινήσουμε από το «Ριφιφί», διότι είναι πραγματικά από τις ωραιότερες σειρές που έχω δει στη ζωή μου -ελληνικές και ξένες. Ήσαστε όλοι εξαιρετικοί -ήταν πάρα πολύ ωραίο και πολύ συγκινητικό, στο τέλος. Εσείς φανταζόσασταν ότι θα είχε τόσο μεγάλη επιτυχία;
Οταν πριν από δύο καλοκαίρια με πήρε τηλέφωνο ο Σωτήρης Τσαφούλιας και μου έκανε την πρόταση να παίξω, μου διηγήθηκε την ιστορία και αμέσως θεώρησα ότι το θέμα είναι πάρα πολύ ωραίο. Γιατί όταν έχεις να κάνεις με αληθινές ιστορίες, πάντα σε ιντριγκάρουν μα και σέβεσαι τους ανθρώπους αυτούς που μαθαίνεις για τη ζωή τους. Και όντως όταν πήρα το κείμενο, συγκινήθηκα πάρα πολύ.

Διαβάσαμε τα έξι επεισόδια μέσα στη νύχτα, εγώ στην κρεβατοκάμαρα και ο άντρας μου στο σαλόνι, και μιλούσαμε με μπουκωμένη μύτη από τη συγκίνηση. Επίσης πρέπει να πω ότι δεν έχω παίξει με καλύτερες συνθήκες. Δουλεύω στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο επί 27 χρόνια και τέτοιες συνθήκες δουλειάς δεν τις έχω ξαναζήσει. Οσον αφορά στην ερώτησή σου, όπως είπα, ήξερα πως θα ασχοληθούμε με ένα ωραίο θέμα και θα δουλέψουμε καλά, δεν περίμενα, όμως, τόσο μεγάλη ανταπόκριση, δεδομένου ότι η σειρά είναι και σε συνδρομητικό κανάλι.

Η Ευαγγελία Μουμούρη
Ανδρέας Σιμόπολος

Είναι ένα έργο γεμάτο συναίσθημα, που φυσικά οφείλεται και σε εσάς τους ηθοποιούς.
Θα πω ότι ακόμη και στο μοντάζ που αποφάσισαν να κάνουν, κράτησαν έναν ρυθμό ο οποίος είχε ρίσκο, διότι άφηνε περιθώριο στους ηθοποιούς να «φανούν»: να δεις τα μάτια τους, τις σιωπές τους… Δεν είχαμε το «έλα να κόψουμε από δω, να κόψουμε από κει».

Παρ’ όλα αυτά δεν ήταν αργό.
Προσπαθώντας να το δω απ’ έξω -δεν ξέρω αν μπορώ-, εγώ ένιωθα σαν να είχε τον ρυθμό του ’90. Δεν είχαμε τη συνταγή «σκοράρουμε» γρήγορα, οπότε ούτε το μοντάζ «σκόραρε». Πάντως όλοι πιστέψαμε το όραμα του Σωτήρη. Δηλαδή, ας μην ξεχνάμε ότι τα αγόρια μας έχουν κάνει και μεγαλύτερους ρόλους, είναι πρωταγωνιστές. Ηρθαν όμως γιατί πίστεψαν τον Σωτήρη και γιατί τους άρεσε αυτό το πράγμα.

Τουλάχιστον έτσι το εκλαμβάνω εγώ και το είδα και στις πρόβες, αν και δεν κάναμε πολλές. Ο Σωτήρης δεν κάνει πρόβες. Αποφασίζει ποιοι θα παίξουν, βρισκόμαστε όλοι μαζί, λέμε πέντε πράγματα και μετά σου λέει «πάμε». Δίνει απεριόριστη εμπιστοσύνη -τόση που φτάνεις σε ένα σημείο και λες, «είμαι άξιος αυτής της εμπιστοσύνης;

Θα τα καταφέρω με τόση εμπιστοσύνη που μου δίνει; Μήπως να μου έδινε λιγότερη;». Η τηλεόραση είναι σύνθετο πράγμα. Δεν είναι μόνο ο άνθρωπος, είναι και όλα τα άλλα. Η εμπιστοσύνη πάντως που μου έδωσε εμένα αυτός ο άνθρωπος, δεν μου την έχει δώσει κανείς άλλος.

Η Ευαγγελία Μουμούρη
Ανδρέας Σιμόπολος

Το περίμενες ότι ο «αρχηγός» θα είναι… γυναίκα;
Το περίμενα, επειδή ο Σωτήρης μού είπε από την αρχή ότι έχει να κάνει με την ιστορία του Παναγιώτη Βασιλέλλη και όλα αυτά -από εκεί με «άρπαξε». Στην ουσία, το «Ριφιφί» για μένα είναι η ιστορία αυτής της οικογένειας, οπότε αυτή ήταν η αφετηρία του ρόλου μου. Από εκεί και πέρα, αν μου έλεγες ότι για να εκδικηθεί αυτή η μάνα για το παιδί της πρέπει να ανοίξει μια τρύπα… θα την άνοιγε. Να ανέβει στο Έβερεστ με σαγιονάρες; Ναι, θα το έκανε. Να γίνει ανθρακωρύχος στο Βέλγιο; Θα το έκανε. Οπότε, ναι, το περίμενα.

Έχεις παιδί;
Όχι, δεν έχω παιδί, και αυτή είναι μια ερώτηση που μου την έχουν κάνει κι άλλοι, με αφορμή τη σειρά, και με φέρνει σε μεγάλη σκέψη και αμηχανία. Γιατί πρέπει κάποιος που έχει παιδί να μπορεί να κάνει τον ρόλο καλύτερα από μένα; Γιατί η γυναίκα που γέννησε να έχει μεγαλύτερη ευαισθησία από μένα; Γιατί μια γυναίκα που έχει κάνει παιδί να μπορεί να φτάσει πιο εύκολα σε αυτό το κομμάτι, το συναισθηματικό;

Στην πραγματικότητα, όλοι μας -γυναίκες και άντρες- έχουμε κάτι που έχουμε «γεννήσει» ή κάτι που έχουμε θρηνήσει. Οπότε, για μένα, το να έχω γίνει μάνα δεν είναι προσθετικό στοιχείο στη δουλειά μου, στην τέχνη μου. Είναι ικανή αλλά όχι αναγκαία συνθήκη. Μιλάμε για τέχνη. Δηλαδή να πούμε, «εσύ δεν έχεις σκοτώσει άνθρωπο -πώς πας να σκοτώσεις άνθρωπο;»;

Για μένα, είναι αυτό και κανένας δεν μπορεί να μου το στερήσει. Γιατί; Διότι μπαίνει μέσα η τέχνη. Υπάρχει μια τέχνη, μια τεχνική, ένα συναίσθημα που το προβάλλεις για το αποτέλεσμα. Το τι χρησιμοποιείς εσύ για να δει ο άλλος τον ρόλο είναι δικό μου θέμα. Δεν έχει να κάνει με τη γονεϊκότητά μου.

Η Ευαγγελία Μουμούρη
Ανδρέας Σιμόπολος

Ως «εικόνα» ηθοποιού, σε φανταζόμουν σε κωμικούς ρόλους, πιο ανάλαφρους, αν και στο θέατρο παίζεις πιο βαρείς ρόλους, ας πούμε. Ή δεν έχει καμία σημασία το «κωμικός» και το «δραματικός»;
Η πρώτη δουλειά που έκανα ήταν στο Εθνικό Θέατρο, στο «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», που ήταν τραγικός ρόλος. Εγώ κυνήγησα το θέατρο, κυνήγησα τους ρόλους, παντού στην Ελλάδα. Ανέβηκα μόνη μου στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος, πήγα στο Θεσσαλικό Θέατρο, πήγα στο ΔΗΠΕΘΕ της Πάτρας…

Κυνήγησα τους κλασικούς ρόλους παντού για να τους έχω στη φαρέτρα μου. Ηρθαν και οι κωμικοί ρόλοι. Είναι απλώς διαφορετική η τεχνική. Τους κωμικούς ρόλους, με την ίδια αλήθεια και την ίδια θλίψη, θα έλεγα, τους προσεγγίζεις. Απλώς η τεχνική είναι διαφορετική. Είναι κανόνες που τους ακολουθώ πολλά χρόνια και τους χρησιμοποιώ ανάλογα με αυτό που χρειάζεται. Η αλήθεια είναι απλώς ότι το timing στην κωμωδία είναι διαφορετικό. Εγώ αντιμετωπίζω τους ρόλους ακριβώς με τον ίδιο τρόπο.

Τι κανόνες εννοείς;
Μάλλον το περιβάλλον εννοώ. Το timing της κωμωδίας, το πώς πλασάρεται, το πώς παίζεται, είναι άλλο πράγμα. Το αποτέλεσμα είναι κωμικό. Η αλήθεια όμως -το πού «πάσχει» ο ρόλος- είναι ίδια. Οπως και η ζωή τα έχει όλα μέσα.

Ο τρόπος που χρησιμοποιώ την τέχνη μου είναι ότι όλα τα κάνω αστεία, αλλά μέσα μου όλα γράφουν δραματικά. Είναι ταυτόχρονα. Και αυτό ήθελα: προχωρώντας τα χρόνια, να έχω όλη την γκάμα αυτού που έχει να κάνει με την τέχνη μου και με την εξάσκηση ανάλογα.

Η Ευαγγελία Μουμούρη
Ανδρέας Σιμόπολος

Δηλαδή διακωμωδείς τα δύσκολα;
Ναι, διακωμωδώ τα δύσκολα για να τα ξορκίσω. Αλλά τα δύσκολα δεν παύουν να είναι δύσκολα. Τα ξορκίζω -δεν τα εξαφανίζω. Και, εν πάση περιπτώσει, όλη μου η ζωή έχει δείξει ότι η δουλειά μου είναι πάρα πολύ σημαντική για μένα.

Έχω φτιάξει τη ζωή μου γύρω από αυτήν. Τώρα το βλέπω πιο καθαρά, γιατί σε αυτή την ηλικία κάθισα και έκανα μια αναδρομή -τι πήρα, τι κέρδισα, τι έχασα, τι έδωσα. Και κατάλαβα ότι η ζωή μου κινούνταν γύρω από τη δουλειά μου. Το θέατρο ήταν το ασφαλές μου σύμπαν.

Γιατί στη ζωή δεν ξέρεις τι θα γίνει αύριο. Στο θέατρο, όμως, ξέρεις το φινάλε -απολαμβάνεις τη διαδρομή γνωρίζοντάς το. Στη ζωή αυτό δεν γίνεται. Γι’ αυτό ένιωθα αυτή την ανασφάλεια έξω από το θέατρο, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο. Και όταν λέω, διακωμωδώ τα δύσκολα, μη νομίζεις, μετά έρχονται και μου χτυπάνε την πόρτα. Δεν είμαι κλόουν -ή μάλλον είμαι, αλλά ξέβαψέ με λίγο να δεις. Με έβαψες, αλλά ξέβαψέ με…

Η Ευαγγελία Μουμούρη
Ανδρέας Σιμόπολος

Τι πήρες και τι έχασες, έχοντας κέντρο της ζωής σου το θέατρο;
Κάνοντας την αναδρομή, σκέφτομαι πώς θα ήταν τα πράγματα αν είχα κάνει άλλη δουλειά, αν είχα πάρει άλλες αποφάσεις, αν ήμουν πιο έτοιμη να δω την αλήθεια μου. Πολλές φορές η ζωή μάς πηγαίνει κάπου χωρίς να ξέρουμε ακριβώς πού πάμε. Αφηνόμαστε και ακολουθούμε τη ροή. Κάποια στιγμή βλέπεις ότι, κάνοντας αυτό, απομακρύνεται ένα άλλο σου όνειρο.

Το αποχαιρετάς και προχωράς. Σε αυτή την ηλικία, και στα χρόνια που έκανα μια παύση, τα είδα όλα αυτά. Και προφανώς, για να μην έγιναν, σημαίνει ότι κάτι άλλο ήταν πιο σημαντικό για μένα. Τόσο μπορούσα τότε. Δεν κατηγορώ τον εαυτό μου για όσα δεν έκανα.

Η Ευαγγελία Μουμούρη
Ανδρέας Σιμόπολος

Πώς έγινες ηθοποιός; Μικρή τι ήθελες να κάνεις;
Αυτό ξεκίνησε πολύ νωρίς. Ήμουν μοναχοπαίδι και είχα βρει το θέατρο. Θυμάμαι να κάθομαι σε μια πολυθρόνα και να φτιάχνω ιστορίες στο μυαλό μου -ότι υποφέρω, ότι δεν μπορώ να περπατήσω… Ερχόταν η μαμά μου και με ρωτούσε «τι κάνεις;» και έλεγα «παίζω».

Αργότερα, όταν μπήκα στο Εθνικό και έκανα ρόλους, καθόμουν και μου έλεγε «τι κάνεις;» και έλεγα «δουλεύω». Και τότε κατάλαβα ότι πάντα έπαιζα. Αυτό ήταν το παιχνίδι μου. Στο σχολείο υπήρχε τότε ένα πρόγραμμα που έδινε εισιτήρια για θέατρο. Εγώ έγραφα σε ένα χαρτί ονόματα, έπαιρνα τη σφραγίδα του σχολείου και πήγαινα στο υπουργείο να πάρω εισιτήρια. Ήμουν 13-14 χρονών και πήγαινα μόνη μου στα θέατρα.

Κανονική απατεωνία!
Είχα πολλή ενέργεια. Έμπαινα σε έναν κόσμο που ένιωθα ότι ήταν η οικογένειά μου.

Άρα ήταν μονόδρομος.
Ναι. Έδωσα πανελλήνιες, μπήκα στη δημοσιογραφία, αλλά ξαναέδωσα εξετάσεις στο Εθνικό. Την πρώτη φορά δεν με πήραν και το πήρα πολύ βαριά. Είπα «θα φύγω από την Ελλάδα» και έτσι έκανα.
Πήγα στην Πορτογαλία, έκατσα έξι μήνες, μετά πήρα άλλη υποτροφία και έκατσα έναν χρόνο. Παράλληλα, όμως, δούλευα τα κομμάτια μου για να ξαναδώσω εξετάσεις. Γύρισα με τέτοια φόρα στο Εθνικό, που με πήραν. Αλλά το πιο ωραίο είναι ότι 25 χρόνια μετά ασχολήθηκα με το «κανονικό» μου πτυχίο που εγώ θεωρούσα πως δεν είχα πάρει.

Η Ευαγγελία Μουμούρη
Ανδρέας Σιμόπολος

Και το πήρες;
Κάποια στιγμή, με παίρνει τηλέφωνο η κουμπάρα μου, η Έφη, και μου λέει ότι την πήρε ένας σχεδόν αντιπρύτανης -ήταν τότε μεταπτυχιακός φοιτητής- και της είπε: «Δεν λες και στην Εύα να έρθει να δούμε πόσα μαθήματα χρωστάει; Υπάρχει ένας νόμος που θα ακυρώσει παλιά προγράμματα». Και παθαίνω πανικό. Λέω «πού να πάω τώρα;». Η Έφη όμως το έψαξε στη γραμματεία. Θυμάμαι, ετοιμαζόμουν για γύρισμα και με πήρε τηλέφωνο σαν μάνα που παίρνει το παιδί.

Μου είπε: «Εχεις πάρει πτυχίο από το ’98-2000 και δεν το ξέρεις! Έχεις δώσει όλα τα μαθήματα». Επειδή τότε είχαν αλλάξει τα προγράμματα και είχαν μειωθεί τα μαθήματα, αυτά που είχα δώσει, ήταν αρκετά. Και εγώ χοροπηδούσα δύο μήνες από τη χαρά μου. Έλεγα, «θα πάω, θα βάλω τήβεννο, θα κάνουμε πάρτι». Και τελικά έγινε -και αναρωτιόμουν γιατί χαιρόμουν τόσο πολύ. Δεν είχα ξαναχαρεί έτσι. Κατάλαβα ότι χαιρόταν το 25χρονο κορίτσι μέσα μου.

Κατάλαβα ότι τελικά είχα δώσει κόπο που δεν τον ήξερα και ότι έχω ολοκληρώσει κι άλλα πράγματα στη ζωή μου, που νόμιζα πως τα είχα αφήσει πίσω. Και φυσικά φόρεσα την τήβεννο. Όλοι φορούσαν, γιατί να μην τη φορέσω; Η μάνα μου έκλαιγε. Της λέω, «Μαμά, σε έχω πάει στην Επίδαυρο, στο Ηρώδειο, στη Λυρική, στο Μέγαρο, στο Παλλάς, στο Ρουφ -δεν έχεις κλάψει ποτέ. Και τώρα κλαις;». Και μου απαντάει: «Άλλο είναι το πανεπιστήμιο παιδί μου».

Στο θέατρο ποιες είναι οι καλύτερές σου δουλειές;
Δεν θα σου πω δουλειές. Θα σου πω στιγμές. Στιγμές που νιώθεις το κοινό να κρατά την ανάσα του. Στιγμές που το γέλιο έρχεται συντονισμένο σε σένα. Στιγμές που νιώθεις ότι όλοι είμαστε λίγο ένθεοι.
Γιατί τι είναι η συγκίνηση; Να κινείται κάποιος μαζί σου.

Αυτό που ζουν τώρα οι άνθρωποι με το «Ριφιφί» έχει να κάνει με αυτό: με το κοινό βίωμα. Η συγκίνησή μου είναι ότι μπόρεσα να βάλω μέσα σε αυτό κομμάτια της ζωής μου, της τέχνης μου, του τραύματός μου, και να συγκινηθεί ο κόσμος. Να συντονιστεί με το μέσα του. Μου έστειλε μήνυμα μια συμμαθήτριά μου και μου είπε: «Ένιωσα κάτι που είχα καιρό να νιώσω». Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με μένα. Η Cosmote μάς έδωσε την ευκαιρία να δώσουμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε.

Η Ευαγγελία Μουμούρη

Ηταν και μια δικαίωση ζωής για σένα;
Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι ότι με παίρνουν τηλέφωνο συνάδελφοί και μου λένε ότι νιώθουν σαν να το έκαναν κι εκείνοι. Σε ένα επάγγελμα τόσο ανταγωνιστικό, αυτό είναι τεράστιο. Δεν νιώθω ότι «μου το χρωστούσε η ζωή». Είναι χαρά της συντεχνίας. Χαρά των τεχνιτών της τέχνης. Και είμαι εντάξει με όσα έχω κάνει. Δεν χρειάζεται να είμαι κάθε χρόνο στην τηλεόραση. Και τη στιγμή που το ένιωσα αυτό, χτύπησε το τηλέφωνο του Σωτήρη. Αυτό ζω τώρα. Χωρίς προσδοκίες.

Οι σκηνές κάτω από τη γη ήταν αληθινές;
Ναι. Ήταν τέσσερα διαφορετικά locations. Στη Νίκαια, στον Ιλισσό και στο Κορωπί. Μπήκαμε σε πραγματικές σήραγγες, περπατούσαμε σκυφτοί για δεκάδες μέτρα. Αρρώστησαν σχεδόν όλοι από τα λύματα. Έμειναν όρθιοι μόνο ο Βλαδίμηρος κι εγώ -δεν έχω αντοχές, αλλά ήμουν «ταγμένη».

Είχε κανείς κλειστοφοβία;
Ο Χατζηπαναγιώτης -ήταν μεγάλο κατόρθωμα αυτό που έκανε αν αναλογιστείς πόσο κάτω από τη γη ήμαστε και περπατούσαμε στα τέσσερα.

Ο ρόλος σου, που ουσιαστικά κρατάει όλο το σύμπαν της ιστορίας, γιατί είσαι ο «εγκέφαλος», είναι και ένας νέος δρόμος για την ελληνική μυθοπλασία. Τέτοιοι ρόλοι για γυναίκες συνήθως δεν είναι πρωταγωνιστικοί, τις περισσότερες φορές είναι «η γυναίκα κάποιου», «η μάνα κάποιου»…
Έχεις απόλυτο δίκιο. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Συνήθως οι γυναίκες είναι το «στρογγυλό» κομμάτι της ιστορίας. Είναι το συναίσθημα, το υποστηρικτικό, αυτή που περιμένει, που φροντίζει, που αντέχει. Και εδώ βλέπεις έναν ρόλο που ενώνει τους πάντες -ακόμη και ανθρώπους με «πέτρινες καρδιές».

Νομίζω ότι αυτή η σειρά άγγιξε πολύ κόσμο και σαν δικαίωση -σε σχέση με τα προβλήματα που είχαν πολλοί με τις τράπεζες. Το έχετε νιώσει αυτό;
Στα πρώτα επεισόδια, το νιώσαμε έντονα. Μετά, το επίκεντρο πήγε στο παιδί. Εγώ πριν από κάθε σκηνή είχα στο κινητό μου τον «Παναγιώτη» να λέει «θέλω να κάνω νάνι». Εκεί πήγε η καρδιά μας. Σίγουρα όμως υπήρχαν άνθρωποι που πάλευαν. Δεν ήταν όλοι πλούσιοι τη δεκαετία του ’90. Υπήρχαν άνθρωποι που έβαζαν τον μισθό τους σε φακελάκια για ΔΕΗ, ΟΤΕ… Και οι τράπεζες ήταν από τότε έτσι. Και μετά, λίγα χρόνια αργότερα, μας έδιναν δάνεια από το τηλέφωνο -και μετά μας κυνηγούσαν. Αλλά η καρδιά της ιστορίας ήταν το παιδί. Και η απώλεια. Αυτό είναι παγκόσμιο.

Για να το ελαφρύνουμε στο τέλος. Πόσες αμυγδάλου έφαγες;
Πολλές. Και να σκεφτείς ότι δεν μου αρέσει καθόλου το φιλέ αμυγδάλου, κάτι που εξομολογήθηκα στον Σωτήρη αφού τελειώσαμε. «Γιατί παιδί μου δεν το έλεγες να σου ετοιμάσει ο ζαχαροπλάστης χωρίς φιλέ», μου είπε ο άνθρωπος. Δεν ήξερα τι να πω. Ημουν τόσο ταμένη εκεί που δεν ήθελα να χαλάσω τίποτα.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα