ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΓΓΕΛΗ ΜΟΥΡΙΚΗ, ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΚΑΒΟΓΙΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΣΙΝΑ ΓΙΑ ΤΟ “ΣΟΥΕΛ”

Βρεθήκαμε στο τελευταίο, συγκινητικό γύρισμα της πολλά υποσχόμενης ταινίας και μιλήσαμε με τους πρωταγωνιστές και τη συγγραφέα του βραβευμένου μυθιστορήματος που μεταφέρεται στον κινηματογράφο σε σενάριο της ίδιας και σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Βούλγαρη.

Είκοσι χρόνια ακριβώς μετά την πρώτη έκδοση του «Σουέλ», το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη είναι το δεύτερό της, μετά τη «Μικρά Αγγλία» (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2007 και 1998 αντίστοιχα) που μεταφέρεται στον κινηματογράφο, με την ίδια να υπογράφει και αυτή τη φορά το σενάριο – το τέταρτό της μέχρι σήμερα μετά και τις «Νύφες» και «Το Τελευταίο Σημείωμα».

Η πολυετής πια εμπειρία της και σε αυτό το πεδίο όμως ούτε κατά διάνοια δεν καλμάρει τον ενθουσιασμό της και σε αυτό δεν μπορεί παρά να συμβάλλει το ότι για πρώτη φορά συνεργάζεται ως σεναριογράφος με τον Αλέξανδρο Βούλγαρη και μάλιστα σε μια μεγαλεπήβολη παραγωγή -και ένατη μεγάλου μήκους ταινία του- που θα φτάσει και με εμπορικές αξιώσεις στις σκοτεινές αίθουσες λίγο πριν το τέλος της χρονιάς.

Πλαισιωμένοι από τους Ανδρέα Βοτίκα, Γρηγορία Γρούμπα, Δημήτρη Καπουράνη, Ακύλλα Καραζήση, και Μανώλη Μαυροματάκη, πρωταγωνιστούν οι Μαρία Καβογιάννη και Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η μεν ως χειραφετημένη και ταγμένη ερωμένη, η δε ως απηυδισμένη και αποξενωμένη σύζυγος του Μήτσου Αυγουστή, του ανυπάκουου, ξακουστού σε όλο τον πλανήτη, καπετάνιου που υποδύεται ο Βαγγέλης Μουρίκης, ενός αμετανόητου θαλασσόλυκου που μετά από περισσότερο από μισό αιώνα εν πλω αρνείται να εγκαταλείψει τις ανοιχτές θάλασσες κι ας έχει χάσει την όραση του, επιμένοντας να παλεύει σιωπηλός με τα μποφόρ, να πλέει από λιμάνι σε λιμάνι μαζί με το πιστό του πλήρωμα, μέχρι τελικά το «σουέλ», ο βουβός κυματισμός του ωκεανού, τον φέρει πίσω στην Ελευσίνα, αντιμέτωπο με τη στεριανή πραγματικότητα.

Το μεγάλο ταξίδι του κινηματογραφικού «Σουέλ» ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν ανάψουν τα πρώτα φώτα στα γυρίσματα.

«Το πρώτο μπάτζετ για αυτή την ταινία το έκανα το 2013. Μου άρεσε το βιβλίο και συζητήσαμε τότε με τον Παντελή να την κάνουμε. Τελικά κάναμε το “Τελευταίο σημείωμα”  και το “Σουέλ” έμεινε στο συρτάρι. Τα χρόνια πέρασαν, φτάσαμε στο σήμερα και συμφωνήσαμε με τον Αλέξανδρο. Είναι μια ιστορία που εξαρχής με άγγιξε πολύ, όλο αυτό το πράγμα που με τα καράβια, τις θάλασσες, το ταξίδι και έναν καπετάνιο που σε μεγάλο βαθμό έχει χάσει την όραση του και καπετανεύει από μνήμης κατά κάποιο τρόπο. Αν θυμάμαι καλά το πρώτο χέρι του σεναρίου πρέπει να το έκανε το 2017 η Ιωάννα. Αυτό που τελικά γυρίζουμε είναι το έκτο ή έβδομο ντραφτ, έχουμε κάνει δηλαδή πολλή δουλειά πάνω στο σενάριο» λέει ο Γιάννης Ιακωβίδης (Black Orange), συμπαραγωγός της ταινίας μαζί με τον Διονύση Σαμιώτη (Tanweer Productions).

Ένα ταξίδι κυριολεκτικό και μάλιστα ζόρικο.

«Συνολικά τα γυρίσματα κράτησαν 30 και κάτι μέρες γεμάτες, μέσα σε συνολικά δύο μήνες. Ευτυχώς βρήκαμε ανθρώπους να διαθέσουν τα πλοία τους και το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας γυρίστηκε εν πλω, εντός και εκτός Ελλάδας. Συνολικά κάναμε γυρίσματα σε 5 διαφορετικά πλοία αλλά μοιάζουν πάρα πολύ, φαίνονται σαν ένα.

Το μεγάλο ταξίδι κράτησε 6 μέρες. Στο πλοίο, που είχε 21 άτομα πλήρωμα , μπήκαν ο Βαγγέλης, ο διευθυντής φωτογραφίας Σίμος Σαρκετζής, ο βοηθός του, Κώστας Μπάμπης, και ο ηλεκτρολόγος Στάθης Τσιάπας. Ξεκίνησαν από την Ουέλβα στην Ισπανία, πέρασαν ανοιχτά την Πορτογαλία, μετά τον Βισκαϊκό κόλπο, τα στενά της Μάγχης και βγήκαν στο Ρότερνταμ.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο Τραμπ είπε ότι θα τελείωνε ο πόλεμος στο Ιράν και όσα πλοία ήταν αρόδο στο Ρότερνταμ μπήκαν αμέσως μέσα για να φορτώσουν, οπότε μπλόκαρε το λιμάνι. Μας πήραν τη θέση κι έμειναν τα παιδιά 20χλμ μέσα στη Βόρεια Θάλασσα αρόδο, ενώ εγώ είχα φτάσει οδικώς από την Ισπανία και προσπαθούσαμε να συνεννοηθούμε για να κατέβουν. Επειδή όμως ήταν διεθνή ύδατα δεν μπορούσαμε να στείλουμε ούτε λάντζα ούτε ελικόπτερο. Έπρεπε το πλοίο να μπει στην Ολλανδία για να κατέβουν. Την Κυριακή του Πάσχα αντί να ψήνουμε αρνιά εγώ ήμουν στην Ολλανδία κι έτρωγα κρουασάν κι αυτοί ήταν στο πλοίο και τρώγανε κοτόπουλο με τσίλι γιατί όλο το πλήρωμα ήταν Φιλιππινέζοι.

Στην αρχή των γυρισμάτων φευγαλέα σκέφτηκα τη λύση του green room. Όμως πιστεύω στην αλήθεια του κινηματογράφου, παρόλο που είναι ένα παραμύθι. Ναι, θα μπορούσαμε να “πλακώσουμε” στα πράσινα τα παράθυρα και να δείχνουμε θάλασσες και τέτοια. Αλλά δεν θα ήταν το ίδιο. Μέσα στα πλοία καταγράφηκαν εικόνες απίστευτες. Στη μία ευθεία να είναι ο ορίζοντας, στη δεύτερη τα φινιστρίνια και πιο μπροστά ο Βαγγέλης. Κι όπως κουνιέται το πλοίο, να κάνουν χιαστί οι ευθείες, πράγματα δηλαδή που το μυαλό δεν μπορεί καν να φανταστεί ότι συμβαίνουν εν πλω. Πόσο μάλλον όταν ένα πλοίο 230 μέτρων -σχεδόν δεν βλέπεις την πλώρη του δηλαδή- πηγαίνει πάνω κάτω. Έπεσαν σε καιρό τα παιδιά, σε απόνερα τυφώνα από την Ιρλανδία, ευτυχώς τους πήρε ξώφαλτσα. Δυο μέρες ήταν στο κρεβάτι ο Σίμος. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Κώστας Μπάμπης έχει κάνει πολλά ντοκιμαντέρ πάνω σε καράβια. Ο Στάθης Τσιάπας ήταν 24 μήνες ναυτικός σε πολεμικό. Και ο Βαγγέλης Μουρίκης είναι μπαρουτοκαπνισμένος. Είναι ο Βαγγέλης Μουρίκης».

Το NEWS 24/7 βρέθηκε στην Ελευσίνα, στην τελευταία μέρα των γυρισμάτων -μια συνθήκη ούτως ή άλλως φορτισμένη σε κάθε ταινία, πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση που επρόκειτο και για την τελευταία, συνταρακτική σκηνή του «Σουέλ»- μιλήσαμε με τους πρωταγωνιστές Βαγγέλη Μουρίκη και Μαρία Καβογιάννη και, όταν οι κάμερες ξανάρχισαν να τραβάνε, με την Ιωάννα Καρυστιάνη.

ΜΑΡΙΑ ΚΑΒΟΓΙΑΝΝΗ: «ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΩΡΟ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΧΑΡΙΣΕΙ Η ΖΩΗ ΑΠΟ ΤΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ»

«Είναι πολύ δυνατή γυναίκα η ηρωίδα που υποδύομαι, δεν είναι θύμα. Δεν είναι η “γυναικούλα” που περιμένει τον άντρα» Δομνίκη Μητροπούλου

Ούτως ή άλλως θα ήταν μεγάλη χαρά και τιμή να παίξω σε αυτή την ταινία με το σενάριο βασισμένο στο εξαιρετικό «Σουέλ». Πόσο μάλλον τώρα που η ίδια η υπέροχη κυρία Καρυστιάνη έγραψε το σενάριο. Νιώθω επίσης πολύ μεγάλη ευγνωμοσύνη που συνεργάζομαι πρώτη φορά με τον Αλέξανδρο Βούλγαρη. Εκτός από εξαιρετικός στη δουλειά του, είναι ένα καταπληκτικό, ευγενικό παιδί. Δεν έχω πλήρη εικόνα των προηγούμενων ταινιών του Αλέξανδρου αλλά για μένα είναι πολύ σημαντικό το ότι συμμετέχω στην πρώτη μεγάλη παραγωγή που σκηνοθετεί.

Είναι και η πρώτη φορά που δουλεύω με τον Βαγγέλη και την Καρυοφυλλιά, με την οποία όμως δεν συναντιόμαστε καθόλου στην ταινία, άρα ούτε και στα γυρίσματα. Τις προάλλες δηλαδή βρεθήκαμε τυχαία και λέγαμε πόση πλάκα που έχει παίζουμε επιτέλους στην ίδια ταινία αλλά δεν έχουμε βρεθεί από κοντά.

Διάβασα πρώτη φορά το «Σουέλ» πολλά χρόνια πριν μου γίνει η πρόταση για την ταινία. Εννοείται όμως ότι το διάβασα πρόσφατα ξανά και, ειλικρινά σου μιλάω, πάλι με συγκίνησε απίστευτα πολύ. Και το σενάριο είναι τόσο ωραία γραμμένο! Πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι, θα μου πεις, αφού το έχει κάνει η ίδια η Καρυστιάνη; Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψεις αυτή τη γυναίκα.

Ακριβώς επειδή πρόκειται για μεγάλη παραγωγή, έχουν υπάρξει και δυσκολίες ή αναποδιές, αν θες, στα γυρίσματα. Όχι όμως στα δικά μου. Δηλαδή εγώ δεν ήμουν στα ταξίδια, στα γυρίσματα εν πλω. Η δική μου συμμετοχή είναι σε αυτό το υπέροχο σπίτι στην Ελευσίνα, με αυτή τη μαγική αυλή. Σύμφωνα με το σενάριο περιμένω τον άντρα της ζωής μου, τον καπετάνιο που υποδύεται ο Βαγγέλης, και όλο αυτό έχει μια μεγάλη ομορφιά και συγκίνηση.

Νομίζω ότι δεν είναι ζητούμενο της ταινίας να βγάλει προς τα έξω ηθικά διδάγματα. Είναι όμως ένα ταξίδι αυτή η ταινία, σε παρασύρει. Ταξιδεύεις με αυτόν τον καπετάνιο, κάνεις μαζί του το μεγάλο ταξίδι που κάνει τόσα χρόνια και μοιάζει να μην έχει τέλος, παρακολουθείς το φευγιό του μυαλού του με τελικό προορισμό τη γυναίκα της ζωής του, η οποία μέσα του τον συντροφεύει σε όλο αυτό το φευγιό.

Όλοι μας έχουμε ζήσει μεγάλους έρωτες στη ζωή μας κι έχουμε κάποια σημεία αναφοράς. Οπότε παίζοντας έρχονται στο μυαλό στιγμές και εικόνες που έχουμε ζήσει, αυτές χρησιμοποιούμε οι ηθοποιοί σαν μαγιά και μας βοηθάνε με όλο αυτό που συμβαίνει στους ήρωες.

Ιωάννα Καρυστιάνη: «Ούτε ο Μήτσος έχει το πάνω χέρι ούτε η Λίτσα. Στη σχέση τους μόνο η θάλασσα μπορεί να το έχει. Και γιατί να πρέπει να ελέγχει ο ένας τον άλλο;» Δομνίκη Μητροπούλου

Είναι πολύ δυνατή γυναίκα η ηρωίδα που υποδύομαι, δεν είναι θύμα. Οπότε αν μπορούσα να τη συναντήσω θα της έλεγα να συνεχίζει να κάνει αυτό που θέλει. Να κάνει τη ζωή της. Τη θαυμάζω αυτή τη γυναίκα, με συγκινεί γιατί είναι πολύ δυναμική. Δηλαδή είναι συνειδητή απόφασή της όλο αυτό που ζει. Δεν είναι η «γυναικούλα» που περιμένει τον άντρα. Έκανε πολλά στη ζωή της. Αυτή αποφάσισε να μην είναι με κάποιους ανθρώπους. Αυτή αποφάσισε να μην τεκνοποιήσει. Αυτή αποφάσισε να επιτρέψει στη σχέση της με τον καπετάνιο να την καθορίσει.

Δεν μου έχει τύχει ξανά να παίξω σε ταινία βασισμένη σε βιβλίο και πολύ μου αρέσει. Είναι διαφορετική η αίσθηση. Κι εύχομαι ακόμη περισσότερα βιβλία να γίνουν ταινίες. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, ένα βιβλίο έχει ολοκληρωμένους ήρωες, ξέρεις την αρχή, τη μέση, το τέλος τους. Ενώ σε ένα σενάριο μπορεί και να μην ξέρεις ακριβώς τι, πώς και γιατί το ψάχνει ο ήρωας.

Πιστεύω σε αυτή την ταινία. Είμαι σίγουρη ότι θα συγκινηθεί ο κόσμος. Δεν μιλάω ντε και καλά για εμπορική επιτυχία, δεν είναι αυτό το πιο σημαντικό ζητούμενο. Ο στόχος είναι να αρέσει σε όσους αρέσει όπως αρέσει και σε εμάς. Να μεταφερθεί το συναίσθημά μας στο κοινό.

Συνήθως όταν γίνεται ταινία ένα βιβλίο που δεν έχω διαβάσει, πρώτα βλέπω την ταινία και μετά διαβάζω το βιβλίο. Σε αυτή την περίπτωση πάντως είτε έχεις διαβάσει το βιβλίο είτε όχι πριν δεις την ταινία, η συγκίνηση είναι δεδομένη.

Να σου πω και κάτι ακόμα; Πιο μεγάλο δώρο δεν μου έχει χαρίσει η ζωή από την γνωριμία μου με την κυρία Καρυστιάνη.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΟΥΡΙΚΗΣ: «ΝΑΙ, ΦΑΓΑΜΕ ΘΑΛΑΣΣΑ. ΕΝΤΑΞΕΙ, ΤΕΛΕΙΑ ΗΤΑΝ, ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ! ΨΟΦΑΩ ΓΙΑ ΤΕΤΟΙΑ!»

«Μωρέ μένα άλλα πράγματα μου φαίνονται μεγαλύτερη ταλαιπωρία και όχι ένα τριήμερο με καιρό πάνω σε ένα πλοίο που πλησιάζει στις 20 μοίρες το νερό» Δομνίκη Μητροπούλου

Τον Αλέξανδρο τον ξέρω πολλά χρόνια αλλά δεν είχε τύχει να δουλέψουμε μαζί. Νομίζω ότι βρήκαμε ωραίους τρόπους να συνεννοηθούμε. Όπως και με τα υπόλοιπα παιδιά. Οι συντελεστές είναι ένας κι ένας.

Εννοείται ότι είχα δει τις προηγούμενες ταινίες του Αλέξανδρου. Καταλαβαίνω ότι πολύς κόσμος θα είναι περίεργος να δει ειδικά αυτή. Ναι, θεωρητικά είναι πιο στρωτή ταινία και από την πλευρά του σεναρίου και από την πλευρά των γυρισμάτων που έχουν γίνει σε πραγματικούς χώρους. Αλλά και γενικότερα, μιας και πρόκειται για μια ταινία που ανοίγεται προς τα έξω, όχι προς τα μέσα. Παρ’ όλα αυτά όμως και οι προηγούμενες του ταινίες ήταν εξίσου βαθιές.

Αυτό το παιδί κάτι ψάχνει. Μπορεί να είναι κάτι προσωπικό του. Μπορεί αυτό το προσωπικό να γίνεται σχεδόν κοινωνικό. Πάντως κάτι ψάχνει και αυτό κάνει ενδιαφέρουσες όλες τις ταινίες του. Μπορεί να μην ήταν όλες εξίσου καλές, αλλά όλες είχαν ενδιαφέρον γιατί έψαχναν μια αλήθεια.

Αλλά ναι τώρα όντως έχουμε να κάνουμε με διαφορετική περίπτωση ταινίας. Αν μη τι άλλο ανοίγεται σε εξωτερικούς χώρους. Και βέβαια η ιστορία έρχεται από το πολύ μεγάλο άνοιγμα που είναι η θάλασσα. Έρχεται από τους ωκεανούς. Όταν μία ιστορία έρχεται σαν βουβό κύμα από τους ωκεανούς, είναι σίγουρο ότι στο δρόμο του θα χτυπήσει πάρα πολλά άλλα πράγματα. Αυτή είναι η ιστορία που εξελίσσεται στην ταινία και το βιβλίο.

Είμαι πολύ ευχαριστημένος που έζησα το ταξίδι και τα γυρίσματα στο πλοίο. Ευχαριστημένος και σε προσωπικό επίπεδο δηλαδή. Ναι, φάγαμε θάλασσα. Πώς ήταν, ε; Εντάξει, τέλεια ήταν, λούνα παρκ! Εγώ ψοφάω για τέτοια.

Μωρέ μένα άλλα πράγματα μου φαίνονται μεγαλύτερη ταλαιπωρία και όχι ένα τριήμερο με καιρό πάνω σε ένα πλοίο που πλησιάζει στις 20 μοίρες το νερό.

Εννοείται ότι κάναμε ασκήσεις εγκατάλειψης πλοίου. Όλα τα άτομα του πληρώματος ήταν πολύ υπεύθυνοι και τους αγαπήσαμε. Όλοι τους από τις Φιλιππίνες, υπέροχα άτομα. Κάνουν το μεγάλο ταξίδι τους με τον δικό τους τρόπο. Κι αυτό αν μη τι άλλο έχει μεγάλη αξία να το δεις να συμβαίνει μπροστά σου. Οπότε η κουβέντα για ταλαιπωρίες και άλλα τέτοια είναι τρίχες.

Βαγγέλης Μουρίκης, Μανώλης Μαυροματάκης, Αλέξανδρος Βούλγαρης επί το έργον. Δομνίκη Μητροπούλου

Είναι μεγάλο πράγμα να βλέπεις όμως ένα σύνολο 21 ατόμων -τόσοι ήταν στο πλήρωμα του πλοίου- να ξεδιπλώνουν το σενάριο μιας ζωής στη θάλασσα, όπου μπορείς να κάνεις και τρεις εβδομάδες να δεις άλλο πλοίο. Έχει μια δικιά του αξία όλο αυτό την οποία πρέπει να εκτιμήσεις.

Εδώ έχεις και το εξής γεγονός που δίνει μια ένταση παραπάνω στα γραφόμενα: η σεναριογράφος της ταινίας είναι και η συγγραφέας του βιβλίου πάνω στο οποίο έχει βασιστεί το σενάριο. Οπότε μετράς ακόμη περισσότερο τις λέξεις. Ξέρεις ότι ο άλλος τις έχει παλέψει ώρες.

Η κινητήρια δύναμη όλου αυτού του ταξιδιού είναι μια γυναίκα η οποία έχει απομείνει στην Ελευσίνα και περιμένει κάποιον. Δεν θέλω να πω πολλά για να μη το χαλάσω στον κόσμο αλλά η τελική απόφαση που παίρνει η «Λίτσα» είναι σχεδόν επαναστατική. Μέσα από την αγάπη της βγάζει κάτι που σε κάνει να πεις: Από που ήρθε όλο αυτό; Μακάρι λοιπόν όλο αυτό να το έχουμε αποδώσει με τον τρόπο που του αρμόζει. Εύχομαι να μη διαψεύσουμε κανέναν.

ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ: «ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ ΣΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΥΘΟΡΜΗΣΙΑ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΗΜΟΣ»

Παντελής Βούλγαρης, Ιωάννα Καρυστιάνη, Αλέξανδρος Βούλγαρης και Μαρία Καβογιάννη σε διάλειμμα από τα γυρίσματα. Δομνίκη Μητροπούλου

Αυτή η ταινία είναι για μένα χορηγία αισιοδοξίας και κουράγιου. Τα περισσότερα παιδιά στο συνεργείο είναι νέοι καλλιτέχνες και βλέπω ότι δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ τους. Υπάρχει αλληλοσεβασμός. Έχουν κέφι, κάνουν χιούμορ και μάλιστα με ταπεινοφροσύνη και συνειδητή, ας πούμε, γνώση της δυσκολίας του εγχειρήματος. Γιατί είναι μια δύσκολη ταινία. Επιπλέον η χαρά μου είναι μεγάλη γιατί δεν φαντάστηκα ποτέ ότι ο Αλέξανδρος θα ήθελε να κάνει ταινία ένα βιβλίο της μάνας του. Δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό. Ξαφνιάστηκα και, έχοντας ήδη γράψει και ξαναγράψει το σενάριο, του είπα: Κάνε ό,τι νομίζεις, κάν’ το και αφαιρετικό αν θες, σου έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Όπως έχω και στους συνεργάτες του. Όλοι είναι ένας κι ένας. Και πολλά νέα παιδιά που ξέρουν πολύ καλά και το σύγχρονο σινεμά, τις απαιτήσεις του, τις διαδρομές του, τα πάντα.

Θυμάμαι ότι στις προηγούμενες ταινίες που είχα γράψει το σενάριο, ήμουν παρούσα στην προετοιμασία, στα γυρίσματα, στο μοντάζ, δοσμένη 24 ώρες το 24ωρο μέχρι την τελική επεξεργασία. Αυτή τη φορά δεν μπορούσα. Αλλά δεν θα ήθελα κιόλας να είμαι μέσα στα πόδια του Αλέξανδρου. Δεν θα ήταν σωστό. Έπρεπε να αισθανθεί τελείως ελεύθερος.

Ναι, με είχε πάρει παλιότερα για το «Σουέλ» ο Μπουλμέτης. Πιο μετά ο Πανουσόπουλος, ο οποίος είχε κάνει και κάνα χρόνο ναυτικός, αλλά δεν βρήκε τα χρήματα νομίζω και εγκαταλείφθηκε η ιδέα. Και μετά το Τελευταίο Σημείωμα που έγινε το ’17, λέει ο Ιακωβίδης στον Παντελή: «Πάμε, ρε παιδί μου, να κάνουμε το “Σουέλ”». Έκατσα λοιπόν κι έγραψα το σενάριο, το ξανάγραψα, έσκιζα κι έγραφα ξέροντας ότι δεν πρόκειται να βρεθούν αρκετά χρήματα. Χρόνια μετά, για λόγους υγείας ο Παντελής ήταν αδύνατο πια να το αναλάβει, οπότε ρώτησαν τον Αλέξανδρο. Κι ο Αλέξανδρος είπε ναι. Δεν το περίμενα. Μάλιστα κάποια στιγμή που προέκυψαν δυσκολίες με τα πλοία, τις θάλασσες κι όλα αυτά, γυρνάει και μου λέει: «Έχω λυσσάξει τόσο πολύ να κάνω την ταινία, που θα την κάνω ακόμη και χωρίς βαπόρια και χωρίς θάλασσα».

Την πρώτη φορά που ήρθα στα γυρίσματα συγκινήθηκα γιατί κατάλαβα ότι όλοι έχουν πολλή εμπιστοσύνη στον Αλέξανδρο. Και είδα τον ίδιο αποφασισμένο, να ξέρει τι θέλει και μάλιστα να είναι πολύ ήσυχος. Αυτό το έχω ζήσει και με τον Παντελή. Η ευγένεια και η εμπιστοσύνη προς τους συνεργάτες και τους ηθοποιούς ποτέ δεν είναι σε βάρος της δουλειάς. Θυμάμαι τον Παντελή που έλεγε στους ηθοποιούς: «Μέχρι την τελευταία σκηνή, μέχρι το τελευταίο πλάνο της ταινίας, πάρτε πρωτοβουλίες. Κι ας τα έχουμε κάνει κάπως στις πρόβες. Μπορεί να έχετε μια ιδέα καλύτερη από τη δικιά μου». Έτσι κι ο Αλέξανδρος, το ψάχνει από πεντακόσιες μεριές. Έχοντας πολύ καλούς ηθοποιούς – και τους έμπειρους και τους νέους. Εύχομαι λοιπόν να πάνε όλα καλά. Να πάρουν χαρά ειδικά τα νέα παιδιά, να νιώσουν όμορφα, να λένε στο μέλλον ότι δούλεψαν στο «Σουέλ» και να χαίρονται.

Αλέξανδρος Βούλγαρης και Καρυοφιλλιά Καραμπέτη Δομνίκη Μητροπούλου

Το βιβλίο βγήκε πριν από είκοσι χρόνια, το 2006. Θυμάμαι ότι είχα πάθει μια πλάκα με τον κόσμο των ναυτικών και της θάλασσας. Ίσως λειτουργεί η κρυπτομνησία, που λένε οι φιλόλογοι. Δηλαδή μέσα μας να υπάρχουν στοιχεία της Οδύσσειας και των ομηρικών επών χωρίς συνειδητά να το ξέρουμε. Το λέω γιατί όταν βγήκε το βιβλίο στην Ιταλία με τον τίτλο «Le catene del mare», δηλαδή τα δεσμά της θάλασσας, όλοι οι Ιταλοί δημοσιογράφοι είδαν τον Μήτσο σαν Οδυσσέα και τη Λίτσα σαν Πηνελόπη. Θα σας φανεί αστείο ως και απίστευτο, αλλά δεν μου είχε περάσει καν από το μυαλό. Ποτέ δεν το σκέφτηκα. Ούτε συνομιλώ με τα τεράστια μεγέθη, την αρχαία γραμματεία, τα έπη κλπ. Απλές ιστορίες γράφω και προσπαθώ να βρω το νόημα με απλές κινήσεις και να τολμήσω να πάω ένα βήμα πιο πέρα στην εμπιστοσύνη και στην περιέργεια που έχω για την ανθρώπινη περιπέτεια.

Θα σας πω και κάτι που έχει μεγάλη σημασία. Επειδή βλέπω πολύ σινεμά και διαβάζω πολύ, αισθανόμουν ότι σε μεγάλο βαθμό στην τέχνη έπιανα στον κορμό μιας πλοκής σχέσεις οι οποίες ήταν συμμετρικές, είχαν ένα καλό ρυθμό λειτουργίας, συνεννόησης, αλληλοκατανόησης, κοινών φιλοδοξιών, επιθυμιών, προσδοκιών ταπεινών ή μη κλπ, και σιγά σιγά γινόταν το απόλυτο ξέσκισμα. Βγάζανε ο ένας τα μάτια του άλλου, ας πούμε. Πλήρης ασυνεννοησία. Βγαίνανε μαχαίρια. Σκοτωμοί, αυτοκτονίες, διαζύγια αβέρτα κουβέρτα κλπ. Επειδή μπήκα μεγάλη στη λογοτεχνία και δεν με ενδιαφέρει να διεκπεραιώνω, ας πούμε, déjà vu καταστάσεις και ιστορίες, ήθελα να δοκιμάσω το ανάποδο: Να ασχοληθώ εξαρχής με σχέσεις σε ρήξη, όπως είναι ο καπετάνιος που έχει αφήσει τη Λίτσα χωρίς νέα του, με τη γυναίκα του η ψυχρότητα είναι πλήρης και με τον γιο του δεν έχει καμία επαφή. Ήθελα να δω για αυτές τις σχέσεις που είναι τόσο διαταραγμένες, σαν χαμένη υπόθεση, αν υπάρχει περίπτωση έστω κάποιες να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία. Πόσοι άνθρωποι, αν ψάξουν βαθιά μέσα τους και καταλάβουν τι παίζεται στα μύχια της ψυχής, μπορούν να βρουν τον τρόπο να δώσουν αυτή την ευκαιρία;

Ήθελα και μια διπλή, ας πούμε, κίνηση. Όπως πήγα ανάποδα τις ανθρώπινες σχέσεις, από τη ρήξη στην επανασύνδεση, πήγα ανάποδα μέχρι και το καράβι: με τον κώλο κινείται κάποια στιγμή. Όλα τα πήγα ανάποδα. Ενώ έκανα και μια διπλή χειρονομία. Μια χειρονομία προς τους ανθρώπους, μια κατάφαση στην αξία της αγάπης, ας πούμε, προς τους ανθρώπους μεγάλης ηλικίας, την οποία όμως κατά κάποιο τρόπο τη δίνει ο πιτσιρικάς, ο γιος του καπετάνιου. Αυτός έχει το θάρρος να τα πει με τη μάνα του και να αποδεχτεί τη σχέση του πατέρα του με την άλλη γυναίκα.

Αυτός ήταν ο στόχος μου: Να πάω ανάποδα τον φεμινισμό. Το νορμάλ θα ήταν να πουν οι φεμινίστριες: Είναι βλαμμένη, κάθεται 40 χρόνια και περιμένει τον άσωτο. Εμένα δεν με ενδιέφερε αυτό καθόλου. Τη Λίτσα, μια σέξι γυναίκα που έχει το κομμωτήριο της και ζει στην Ελευσίνα, δεν την ενδιαφέρει να βάλει ένα στεφάνι για να μην την πουν γεροντοκόρη οι γείτονες στην Ελευσίνα. Τα ‘χει γραμμένα αυτά. Λέει κάπου: «Εγώ υπογράφω τη βιογραφία μου. Και τον ποδοσφαιριστή έδιωξα, και τον άλλο με τα δύο ρεστοράν στο Σικάγο έδιωξα». Ναι, θα μπορούσε να είχε παντρευτεί. Τότε δηλαδή θα ήταν φεμινίστρια; Και δεν είναι τώρα; Αυτή όμως έχει διαλέξει. Έχει φτάσει σε ένα πολύ βαθύ σημείο, έχει αγγίξει ένα πολύ βαθύ περιεχόμενο της σχέσης της με τον Μήτσο. Και από άποψη σεξουαλική -που είναι πολύ σημαντικό, έτσι δεν είναι;- και από άποψη αλληλοκατανόησης. Δηλαδή η Λίτσα δεν ποζάρει. Καταλαβαίνει τη σχέση της με τον καπετάνιο από πεντακόσιες μεριές. Δεν μένει στις κοινωνικές επιταγές και στο κόστος, ας πούμε, της απόφασης να πάει κόντρα στα ειωθότα.

Ανδρέας Βοτίκας, Ακύλλας Καραζήσης, Βαγγέλης Μουρίκης. Δομνίκη Μητροπούλου

Ούτε ο Μήτσος έχει το πάνω χέρι ούτε η Λίτσα. Στη σχέση τους μόνο η θάλασσα μπορεί να το έχει. Και γιατί να πρέπει να ελέγχει ο ένας τον άλλο; Οι σχέσεις έχουν ενδιαφέρον όταν δεν υπάρχει ένα τετέλεσθαι, μια απόφαση ότι ελέγχει ο τάδε. Του λέει στο τέλος: Εσύ κι εγώ δεν θα σκουριάσουμε εδώ πέρα, δεν θα γίνουμε ένα μάτσο παλιοσίδερα, δεν σε μαζεύω εδώ πέρα για να σε γηροκομήσω». Έχει δηλαδή ακόμη περιέργεια για τη ζωή η Λίτσα.

Ας μην ταμπελώνουμε τους ανθρώπους για να ξεμπερδεύουμε. Ας μας απασχολεί όμως το τι πραγματικά μπορεί να σημαίνει μια συμπεριφορά, μια σχέση, ένα ζευγάρι μάτια που μπορεί να είναι πιο έντιμα, ειλικρινή και εύγλωττα.

Θα σας πω τι κάνω όταν τελειώνω ένα βιβλίο. Περιμένω να είμαι μόνη μου στο σπίτι, κάθομαι, έχω τα χειρόγραφα μπροστά μου πριν τα παραδώσω στον εκδότη κι έχω γύρω μου τους βασικούς ήρωες της ιστορίας. Το διαβάζω λοιπόν όλο αργά, καταρχήν για να δω αν σκαλώνει κάποια λέξη στο μυαλό μου και αν φαίνεται εκκεντρική και επιτηδευμένη. Και θέλω να δω στα μάτια των ηρώων μου ότι δεν τους αδίκησα. Ότι δεν τους ταμπέλωσα με ένα πρόχειρο τρόπο χωρίς να εξηγήσω κάτι για τη στάση τους και τη συμπεριφορά τους.

Δεν υπάρχει τελευταία λέξη, δεν ξέρω τι θα γίνει μετά. Ούτε στην τέχνη υπάρχει, ούτε στην επιστήμη, ούτε στη ζωή. Μπορεί στο «Σουέλ» να μείνουν μαζί, να αντέξουν. Μπορεί ο καπετάνιος να μην τα βγάλει πέρα, να σκέφτεται διαρκώς τη θάλασσα. Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για πολύ μεγάλο τόλμημα το να βρεθούν ξανά μαζί. Θα ήθελα να πιστεύω ότι η σχέση τους -επειδή όλο αυτό το διάστημα τη σκέφτονταν και οι δύο- έχει αφήσει πολύ υλικό για να δοκιμαστεί και με άλλους τρόπους.

Εμένα δεν με ενδιαφέρουν τα ηθικά διδάγματα. Αλλά μιας και το συζητάμε, ας πούμε ότι στο «Σουέλ» το νόημα είναι η μεγαλειώδης αξία της αγάπης. Η αγάπη, η τρυφερότητα, η υπομονή μπορεί να θεωρούνται ντεμοντέ συναισθήματα και αντιπαραγωγικά, ειδικά σήμερα που κυριαρχεί η λύσσα να τα καταφέρεις να λάμψεις και να βγάλεις λεφτά κι ας είναι η ζωή σου κατά βάθος κενή. Οι ήρωες στα βιβλία μου -τουλάχιστον αυτό προσπαθώ, άλλες φορές τα καταφέρνω, άλλες όχι τόσο- θέλω να μου ανοίγουν τα μάτια για το τι σημαίνει μια ζωή να αξίζει πραγματικά, να έχει νόημα. Αυτό θέλω.

Ανδρέας Βοτίκας, Βαγγέλης Μουρίκης Δομνίκη Μητροπούλου

Αν δεν αγαπούσα τους ήρωες των βιβλίων μου, δεν θα μπορούσα να κάνω αυτό που κάνω. Θέλω όμως ο κάθε αναγνώστης, αν τον ενδιαφέρει να κουβεντιάσει με τον εαυτό του και τους ανθρώπους του μια ιστορία μου, να την πάει μετά όπου θέλει. Γιατί έχω κι εγώ απαιτήσεις από τον αναγνώστη. Δεν του δίνω μασημένη τροφή. Ένα βιβλίο δεν είναι τζουκ μποξ για να του βάλεις ένα δίφραγκο, να ακούσεις ένα τραγούδι και να φύγεις. Προβληματίζεσαι, σε αγγίζουν κάποιες σελίδες, κάποιες άλλες όχι, βρίσκεις διατύπωση σε πράγματα που σε απασχολούν και σένα. Κι αυτά τα λέω σαν αναγνώστρια περισσότερο παρά σαν πεζογράφος. Γιατί κι εγώ έτσι αγαπώ τα βιβλία.

Έχω μάθει με τα χρόνια -και μάλιστα το έχω μάθει από τα παιδιά μου- να είμαι πιο γενναιόδωρη. Να μην κάθομαι να ψάχνω σε ένα βιβλίο ή σε μια ταινία μόνο και μόνο για να πω ότι στη μέση κάνει κοιλιά ή ότι θα μπορούσαν να λείπουν πέντε σκηνές ή δύο κεφάλαια. Αν υπάρχουν κάποιες σελίδες, κάποιες σκηνές που μιλάνε μέσα στην καρδιά μου, μ’ αγγίζουν, με βοηθούν και αναδύονται ερωτήματα, συναισθήματα, εικόνες, τότε χαλάλι. Δεν είναι εύκολο όλο αυτό.

Θέλω να μπορεί να λειτουργήσει μια ταινία αυτοτελώς από το βιβλίο. Αυτό ήθελα και στη Μικρά Αγγλία. Να μην είναι δηλαδή δεκανίκι το βιβλίο. Γιατί ένα μυθιστόρημα του οποιουδήποτε συγγραφέα, δεν μπορεί να γίνει ταινία δεκάδων ωρών και εκατοντάδων εκατομμυρίων. Είναι άλλη τέχνη το ένα και άλλη το άλλο.

Λατρεύω το σινεμά, είναι μια άσκηση στη συνύπαρξη. Ενώ το γράψιμο είναι άσκηση στη μοναξιά, μόνη μου χτυπιέμαι και σπάω τα μούτρα μου. Στον κινηματογράφο το σενάριο δεν είναι τελειωμένη δημιουργία. Μπορεί να μπει στο συρτάρι, να μη βρεθούν ποτέ οι ενδιαφερόμενοι για να το υλοποιήσουν και να το κάνουν ταινία. Όταν βρεθούν και ξεκινήσουν, κάνεις στην άκρη. Δεν μπορείς να πρήζεις τον σκηνοθέτη, να πετάς διαρκώς ιδέες και να κουράζεις τους ηθοποιούς. Σε καμία περίπτωση. Έχεις προσφέρει τη μαγιά, το προζύμι, και είναι σειρά τους να ζυμώσουν. Και πρέπει να έχεις αδημονία. Γιατί πολλές φορές βλέπεις πράγματα τα οποία είναι πιο ενδιαφέροντα από αυτά που έχεις σκεφτεί. Μπορεί να αγγίξουν κάτι που δεν σου είχε περάσει από το μυαλό. Αυτό είναι το ενδιαφέρον. Είναι ωραία πιάτσα το σινεμά. Ξέρεις πώς χαίρονται όλοι μαζί όταν κάτι πάει καλά; Ή πώς λυπούνται όταν κάτι δεν πάει; Από τον μαζικό ενθουσιασμό στην μαζική κατάθλιψη, ας πούμε. Από τη μοναξιά στη συνύπαρξη. Είναι πολύτιμα και τα δύο.

Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στον Αλέξανδρο και τα υπόλοιπα παιδιά. Και να ήμουν στα γυρίσματα δεν θα έκανα την έξυπνη. Το σιχαίνομαι. Είναι τόσο μαζική δουλειά το σινεμά που δεν επιτρέπεται κανείς να είναι καβάλα σε ένα καλάμι. Δεν επιτρέπεται να κάνεις τον έξυπνο. Πρέπει να σέβεσαι τον άλλο για να αισθανθεί ότι του έχεις εμπιστοσύνη. Διότι όποιος αισθανθεί ότι του έχουν εμπιστοσύνη οι συνάδελφοί του, θα τολμήσει να κάνει και κάτι παραπάνω σε αυτό που πρέπει να υποδυθεί, να φωτίσει, να ντύσει, να σκηνογραφήσει.

Δημήτρης Καπουράνης, Γρηγορία Γρούμπα Νίκος Κατσαρός

Όποτε γράφω βιβλίο -τουλάχιστον έτσι έχει συμβεί με τα λίγα που έχω γράψει μέχρι τώρα- δεν μου περνάει από το μυαλό ότι μπορεί να γίνει ταινία ή σειρά. Είναι δύσκολη και απαιτητική η αναμέτρηση με τις λέξεις και με το νόημα των ανθρωπίνων αισθημάτων.

Συνήθως κάνω ανθρωποκεντρικές ιστορίες, σχέσεων ερωτικών, οικογενειακών, συντροφικών, συναδελφικών, εννοείται σε ένα πλαίσιο με κοινωνικοπολιτικές αναφορές οι οποίες όμως είναι στις παρυφές. Εννοώ ότι δεν έχω κάνει ποτέ άμεσα πολιτικό μυθιστόρημα. Ή μαγικό ρεαλισμό. Και δεν με ενδιαφέρει σε τι είδος εντάσσεται αυτό που γράφω. Πιστεύω ότι στο γράψιμο πρέπει να υπάρχει αυθορμησία, ανεξαρτησία και καημός. Αν υπάρχουν αυτά, έχει καλώς.

Κοίταξε, περνώντας τα χρόνια αποκτάς διαφορετικές εμπειρίες και κάνεις διαφορετικές σκέψεις. Διαφορετικός άνθρωπος ήμουν σε κάποιο βαθμό όταν βγήκε στο σινεμά η Μικρά Αγγλία, 13 χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου. Διαφορετικός άνθρωπος είμαι και σήμερα που ετοιμάζουμε το «Σουέλ», 20 χρόνια μετά το βιβλίο. Γράφοντας τα σενάρια ανακάλυψα πράγματα.

Γι’ αυτό μου αρέσει να κάνω πίσω. Δηλαδή στη Μικρά Αγγλία, οι ηρωίδες στο βιβλίο είναι η Όρσα, η μεγάλη αδελφή με τα μελιά μαλλιά, και με τα σγουρά είναι η δεύτερη. Στο κάστινγκ όμως η Κωνσταντίνα (σ.σ. Βούλγαρη) μας τις έφερε ανάποδα. Δεν είπα απολύτως τίποτα. Είχε δίκιο. Ήταν καταπληκτικές και οι δύο (σ.σ. Πηνελόπη Τσιλίκα, Σοφία Κόκκαλη) . Εδώ τώρα τι παρατηρήσεις να κάνω; Τι παράπονα να έχω; Από την Καβογιάννη; Από τον φευγάτο τον Μουρίκη για τον οποίο επέμενε ο Αλέξανδρος και είναι τόσο πολύ δίκιο; Από την Καραμπέτη; Νιώθω πολύ τυχερή. Όπως και ο Αλέξανδρος, γιατί είναι παιδί που ξέρει να εκτιμά και να νιώθει ότι του έτυχε κάτι καλό. Και εννοείται ότι δικαιώνεται και η ίδια η επιλογή του Αλέξανδρου για τη σκηνοθεσία. Γιατί είναι σκυλί στη δουλειά και σεμνός. Έχω κάνει δύο πολύ καλά παιδιά. Είναι τα μόνα καλά πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου. Κατά τα άλλα, τα έχω κάνει θάλασσα. Αλήθεια σου λέω.

Είναι καταπληκτικός ηθοποιός ο Μουρίκης, τον ξέρω από την Ψυχή Βαθιά. Είναι από μόνος του φευγάτος. Δεν θα μπορούσε αλλιώς να γίνει κατανοητός ο καπετάνιος. Ο Βαγγέλης έχει μέσα του αυτό το χαρακτηριστικό του καπετάνιου που λέει: Η θάλασσα δεν με επιστρέφει, δεν έχω θέληση για στεριά, το σουέλ μου έβαλε μπελά στο μυαλό. Πρέπει να είσαι λίγο…κάπως για να τα πεις πιστευτά όλα αυτά. Αλλιώς μπορεί να ακουστούν παπάρες, έτσι δεν είναι;

Φλώρα-Μήτσος: Ένα ανδρόγυνο σε αποδρομή. Δομνίκη Μητροπούλου

Για μένα επίσης είναι πολύ σημαντικό το εξής για το «Σουέλ»: όταν βγήκε, μάθαινα ότι είχαν ενθουσιαστεί οι ναυτικοί με το βιβλίο. Πώς μας έχεις καταλάβει έτσι, μου έλεγαν. Τους λατρεύω τους ναυτικούς. Από το διήγημα «Τὸ Ἐνιαύσιον θῦμα» του Παπαδιαμάντη την πάτησα. Με βοήθησε σε μια πολύ δύσκολη φάση της ζωής μου από άποψη υγείας, στη μέση της δεκαετίας του ’80. Το διάβαζα κάθε απόγευμα επί μήνες και για 20’ ήμουν στα καλά μου. Ήμουν πιο ήρεμη.

Ξέρεις πότε το κατάλαβα όλο αυτό που σου λέω; Το 2000. Είχε έρθει από τη Γερμανία στην Άνδρο ένα τηλεοπτικό συνεργείο να μου πάρει συνέντευξη και πάνω στην κουβέντα συνειδητοποίησα ότι στον Παπαδιαμάντη υπάρχει αυτός ο καημός για τους ναυτικούς. Παρεμπιπτόντως την πρώτη φορά που πήγα στην Άνδρο το ’89 δεν μου άρεσε τίποτα. Γιατί δεν ήμουν καλά. Δίπλα στη θάλασσα κυπαρίσσια, λεμονεώνες και νεοκλασικά σπίτια; έλεγα. Όλα αυτά που είναι ωραία δηλαδή στο νησί. Αλλά εγώ ήμουν μια σκατούλα ανάποδη, μια στριμμένη. Ώσπου ένας συμφοιτητής από τη Νομική μου λέει: «Ιωάννα, έλα να πιεις ένα καφέ». Και βλέπω μερικές φωτογραφίες ασπρόμαυρες.  Τι είν’ αυτά ρε Βασίλη, του λέω. Θείοι πνιγμένοι στις νηοπομπές, μου λέει. Εκείνη τη στιγμή κάτι συνέβη μέσα μου, ένιωσα ένα σπασμό φοβερό. Και αποφάσισα ότι θα κάνω ένα μυθιστόρημα για τον ναυτικό που πεθαίνει στους μακρινούς ωκεανούς και δεν επιστρέφει για τον τελευταίο ασπασμό και την ταφή στον γενέθλιο τόπο. Έτσι βγήκε η Μικρά Αγγλία, που είναι ερωτικό μυθιστόρημα αλλά τα εμπεριέχει όλα αυτά.

Ευγνωμοσύνη νιώθω που συνάντησα ανθρώπους ταξιδεμένους. Ήταν δύσκολο. Στην αρχή δεν με εμπιστεύονταν, δεν μου μιλούσε κανένας. Ήμουν ξένη στην Άνδρο. Ήταν κλειστή κοινωνία λόγω της ναυτικής παράδοσης. Όταν πείστηκαν ότι εγώ δεν θέλω να γράψω για τα μπουρδέλα στα λιμάνια, αλλά με ενδιέφερε το εσωτερικό ταξίδι, η περιπέτεια, η μοναξιά των ωκεανών αλλά και η μοναξιά στο σπίτι που ο σουμιές κάνει βαθούλωμα μόνο στη μια μεριά του κρεβατιού, τότε άρχισαν σιγά σιγά οι άντρες, οι ηλικιωμένοι συνταξιούχοι, να με φωνάζουν στις 6 το πρωί για να μου μιλήσουν. Και μετά έκαναν νόημα στους άλλους. Μετά και στις γυναίκες τους να μου ανοίξουν την πόρτα. Κι έτσι μάζεψα το σημαντικότερο υλικό του «Σουέλ». Πάντα όμως το υλικό που δουλεύεις στην αρχή είναι πολύ περισσότερο από αυτό που τελικά θα χρειαστείς για να γεμίσεις τις σελίδες.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα