Ευνοϊκά δεδομένα για τις τιμές ρεύματος τον Φεβρουάριο
Διαβάζεται σε 4'
Τα μέχρι στιγμής δεδομένα της χονδρεμπορικής δείχνουν μια ελαφρά αποκλιμάκωση σε σχέση με τον Δεκέμβριο, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια για αυξήσεις.
- 30 Ιανουαρίου 2026 06:05
Τον αστάθμητο παράγοντα της τιμής του φυσικού αερίου – η οποία έχει αυξηθεί κατά περίπου 40% από τις αρχές του έτους – επιχειρούν να «ζυγίσουν» οι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας, μόλις δύο ημέρες πριν από το κλείσιμο του Ιανουαρίου. Και αυτό σε μια συγκυρία που συνδυάζει έναν ακόμη χειμωνιάτικο μήνα, αυξημένες ανάγκες θέρμανσης και έντονη γεωπολιτική αβεβαιότητα, στοιχεία που αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω ανόδου.
Προς το παρόν, η εγχώρια αγορά παραμένει σχετικά προστατευμένη από τις διεθνείς διακυμάνσεις, καθώς η προμήθεια φυσικού αερίου γίνεται κυρίως με συμβόλαια προηγούμενου μήνα (month ahead). Ωστόσο, το πρόσφατο ράλι δεν μπορεί να μείνει χωρίς αποτύπωμα: αναμένεται να ενσωματωθεί στις τιμές παράδοσης του Φεβρουαρίου, αυξάνοντας το κόστος λειτουργίας των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής και, κατ’ επέκταση, επηρεάζοντας τη χονδρεμπορική αγορά – με ό,τι αυτό συνεπάγεται αργότερα και για τη λιανική.
Υπό αυτές τις συνθήκες, και με μεγάλο ερωτηματικό τις καιρικές εξελίξεις του επόμενου μήνα, η εικόνα των τιμολογίων Φεβρουαρίου δεν είναι αυτονόητη. Παρά ταύτα, τα μέχρι στιγμής δεδομένα της χονδρεμπορικής δείχνουν μια ελαφρά αποκλιμάκωση σε σχέση με τον Δεκέμβριο, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια για αυξήσεις.
Στο βασικό σενάριο της αγοράς, τα «πράσινα» τιμολόγια αναμένεται να κινηθούν στα ίδια ή οριακά χαμηλότερα επίπεδα από τον Ιανουάριο, ακολουθώντας τις διακυμάνσεις του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Ενδεικτικά, η μέση τιμή χονδρικής διαμορφώνεται σήμερα στα 109,16 €/MWh, έναντι 110,04 €/MWh στο κλείσιμο του Δεκεμβρίου – μια μικρή μείωση που δεν δικαιολογεί ανατιμήσεις. Έτσι, τα τιμολόγια παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητα από τα τέλη του 2025 έως σήμερα.
Η εικόνα αυτή μεταφράζεται σε παρόμοια επίπεδα και για την «πράσινη» κιλοβατώρα τον επόμενο μήνα, η οποία τον Ιανουάριο κινήθηκε μεταξύ 13,9 και 25,2 λεπτών. Καθοριστικό ρόλο παίζει το μείγμα παραγωγής. Η υψηλή συμμετοχή των ΑΠΕ, σε συνδυασμό με τους ισχυρούς ανέμους και την αυξημένη υδροηλεκτρική παραγωγή, έχει περιορίσει αισθητά την ανάγκη για λειτουργία των ακριβών μονάδων φυσικού αερίου.
Ιδιαίτερα η υδροηλεκτρική παραγωγή έχει ενισχυθεί θεαματικά. Μετά τις έντονες βροχοπτώσεις του Δεκεμβρίου, που «γέμισαν» τους ταμιευτήρες, η ημερήσια παραγωγή φτάνει πλέον τις 25 GWh, έναντι μόλις 7–8 GWh στις αρχές του χειμώνα, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 200%. Η συμβολή αυτή λειτουργεί ως ανάχωμα στις τιμές της χονδρεμπορικής.
Ο ρόλος-καταλύτης του ενεργειακού μείγματος αποτυπώνεται και στη σύγκριση με πέρυσι. Το διάστημα 1–27 Ιανουαρίου 2025, οι ΑΠΕ κάλυπταν μόλις το 35% της παραγωγής και τα υδροηλεκτρικά περιορίζονταν στο 4%. Φέτος, τα ποσοστά έχουν αυξηθεί στο 47% και 11% αντίστοιχα, με τις «καθαρές» τεχνολογίες να αθροίζουν συνολικά 53% και τις θερμοηλεκτρικές μονάδες να υποχωρούν στο 47%. Πρόκειται για επίπεδα που σπάνια καταγράφονται στην «καρδιά» του χειμώνα, περίοδο κατά την οποία η ζήτηση κορυφώνεται. Δεν είναι τυχαίο ότι την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι η μέση τιμή χονδρικής διαμορφωνόταν στα 137 €/MWh, περίπου 20% υψηλότερα.
Συνεπώς, ο μοναδικός παράγοντας που θα μπορούσε να ανατρέψει την ισορροπία και να οδηγήσει σε αυξήσεις τον Φεβρουάριο παραμένει το φυσικό αέριο.
Εάν η ανοδική του πορεία συνεχιστεί – παρά τη μικρή αποκλιμάκωση στα 38,5 €/MWh τις τελευταίες συνεδριάσεις – και δεδομένου ότι η ελληνική αγορά λειτουργεί με τον κανόνα του month ahead, τότε οι επιπτώσεις θα φανούν εντονότερα στη χονδρεμπορική του Μαρτίου και, στη συνέχεια, στη λιανική. Ακριβώς για να μετριάσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ορισμένοι πάροχοι εξετάζουν το σενάριο να «απλώσουν» μέρος των μελλοντικών αυξήσεων ήδη στα τιμολόγια Φεβρουαρίου, επιδιώκοντας πιο ομαλή προσαρμογή. Προς το παρόν, πάντως, οι τελικές αποφάσεις δεν έχουν ληφθεί, με την αγορά να παρακολουθεί στενά τόσο τις διεθνείς τιμές όσο και τις καιρικές προβλέψεις.