Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα προκαλούν εξάρτηση παρόμοια με αυτή του τσιγάρου
Διαβάζεται σε 5'
Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα (Ultra-Processed Foods – UPFs) έχουν σχεδιαστεί με τρόπο που ενισχύει την εξάρτηση και την υπερκατανάλωση, γεγονός που δικαιολογεί την υπαγωγή τους σε αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο, αντίστοιχο με εκείνο των καπνικών προϊόντων.
- 03 Φεβρουαρίου 2026 14:25
Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα (UPFs) έχουν περισσότερα κοινά με τα τσιγάρα παρά με τα φρούτα ή τα λαχανικά και απαιτούν πολύ αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο, σύμφωνα με νέα έρευνα.
Οι ερευνητές από τρία πανεπιστήμια των ΗΠΑ επισημαίνουν ότι τόσο τα UPFs όσο και τα τσιγάρα είναι προϊόντα μηχανικής επεξεργασίας, σχεδιασμένα να ενθαρρύνουν την εξάρτηση και την αυξημένη κατανάλωση, αναδεικνύοντας τις ομοιότητες στις εκτεταμένες επιπτώσεις τους στη δημόσια υγεία.
Τα UPFs, τα οποία είναι ευρέως διαθέσιμα παγκοσμίως, είναι τρόφιμα που παράγονται βιομηχανικά, συχνά με τη χρήση γαλακτωματοποιητών ή τεχνητών χρωστικών και αρωμάτων. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα αναψυκτικά και τα συσκευασμένα σνακ, όπως πατατάκια και μπισκότα.
Σύμφωνα με ερευνητές από το Χάρβαρντ, το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν και το Πανεπιστήμιο Duke εντοπίζονται συγκλίσεις τόσο στις βιομηχανικές διαδικασίες παραγωγής των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και των τσιγάρων όσο και στις πρακτικές των κατασκευαστών που αποβλέπουν στον έλεγχο της «δόσης» και στη μεγιστοποίηση της ταχύτητας επίδρασης στα συστήματα ανταμοιβής του οργανισμού.
Οι συγγραφείς αντλούν δεδομένα από την επιστήμη των εξαρτήσεων, τη διατροφή και την ιστορία της δημόσιας υγείας, προκειμένου να τεκμηριώσουν τις συγκρίσεις τους. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στις 3 Φεβρουαρίου στο επιστημονικό περιοδικό υγείας Milbank Quarterly.
Οι συγγραφείς, όπως αναφέρει ο Guardian, επισημαίνουν ότι διαφημιστικοί χαρακτηρισμοί όπως «χαμηλά λιπαρά» ή «χωρίς ζάχαρη» συνιστούν πρακτικές «εξωραϊσμού της υγείας» (health washing), οι οποίες δύνανται να υπονομεύσουν την έγκαιρη ρυθμιστική δράση, κατά αναλογία με την ιστορική προώθηση των φίλτρων τσιγάρων ως μέσων μείωσης κινδύνου, τα οποία στην πράξη δεν παρείχαν ουσιαστική προστασία.
Τα UPFs μοιάζουν περισσότερο με τα τσιγάρα παρά με φρούτα και λαχανικά
«Πολλά υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα μοιράζονται περισσότερα χαρακτηριστικά με τα τσιγάρα παρά με ελάχιστα επεξεργασμένα φρούτα ή λαχανικά και, ως εκ τούτου, δικαιολογούν ρύθμιση ανάλογη με τους σημαντικούς κινδύνους που ενέχουν για τη δημόσια υγεία», καταλήγουν.
Μία εκ των συγγραφέων, η καθηγήτρια Ashley Gearhardt του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, κλινική ψυχολόγος με ειδίκευση στην εξάρτηση, ανέφερε ότι οι ασθενείς της κάνουν παρόμοιους συσχετισμούς: «Μου λένε: “Νιώθω εθισμένος σε αυτά τα προϊόντα, τα επιθυμώ έντονα – παλαιότερα κάπνιζα τσιγάρα και τώρα έχω την ίδια συνήθεια, αλλά με αναψυκτικά και ντόνατς. Ξέρω ότι με σκοτώνει· θέλω να το κόψω, αλλά δεν μπορώ”».
Η Gearhardt σημείωσε ότι η συζήτηση γύρω από τα UPFs ακολουθεί ένα γνώριμο μοτίβο στον τομέα των εξαρτήσεων: «Για κάποιο διάστημα αποδίδουμε την ευθύνη στο άτομο και λέμε “καπνίστε με μέτρο, πιείτε με μέτρο” – έως ότου κατανοήσουμε τελικά τους μηχανισμούς που μπορεί να χρησιμοποιήσει η βιομηχανία για να δημιουργήσει προϊόντα που μπορούν να εγκλωβίσουν πραγματικά τους ανθρώπους».
Αν και, σε αντίθεση με τον καπνό, η τροφή είναι απαραίτητη για την επιβίωση, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ακριβώς αυτή η διάκριση καθιστά τη δράση ακόμη πιο επιτακτική, καθώς είναι δύσκολο να «αποσυρθεί» κανείς από το σύγχρονο διατροφικό περιβάλλον.
Η Gearhardt ανέφερε ότι θα πρέπει να είναι εφικτή η διάκριση μεταξύ επιβλαβών UPFs και άλλων τροφίμων, κατά τον ίδιο τρόπο που τα αλκοολούχα ποτά διαχωρίζονται από άλλα ροφήματα.
Σύμφωνα με το άρθρο, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα πληρούν βασικά κριτήρια ώστε να θεωρηθούν δυνητικά εθιστικά, καθώς ο τρόπος με τον οποίο έχουν σχεδιαστεί μπορεί να οδηγήσει σε καταναγκαστική κατανάλωση. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι οι βλαβερές επιπτώσεις τους στην υγεία είναι σαφείς, ανεξάρτητα από το αν τελικά χαρακτηριστούν ως εθιστικά.
Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η εμπειρία από τη ρύθμιση του καπνού —όπως οι δικαστικές παρεμβάσεις, οι περιορισμοί στη διαφήμιση και άλλα θεσμικά μέτρα— μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός για τη μείωση των βλαβών που συνδέονται με τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα. Παράλληλα, τονίζουν ότι η δημόσια υγεία θα πρέπει να μετατοπίσει το βάρος από την ατομική ευθύνη στη μεγαλύτερη λογοδοσία της βιομηχανίας τροφίμων.
Ο καθηγητής Martin Warren, επικεφαλής επιστημονικός σύμβουλος στο Ινστιτούτο Quadram, εξειδικευμένο κέντρο έρευνας τροφίμων, δήλωσε ότι, παρότι υπάρχουν παραλληλισμοί μεταξύ UPFs και καπνού, οι συγγραφείς ενδέχεται να προβαίνουν σε «υπερβολική επέκταση» των συγκρίσεων.
Έθεσε, επίσης, ερωτήματα ως προς το κατά πόσον τα UPFs είναι, όπως η νικοτίνη, «ενδογενώς εθιστικά με φαρμακολογική έννοια ή αν κυρίως εκμεταλλεύονται μαθημένες προτιμήσεις, μηχανισμούς ανταμοιβής και την ευκολία χρήσης».
Τόνισε επίσης ότι είναι σημαντικό να διερευνηθεί αν οι αρνητικές επιπτώσεις των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων στην υγεία οφείλονται στη σύστασή τους ή στο γεγονός ότι αντικαθιστούν ολόκληρα τρόφιμα πλούσια σε φυτικές ίνες, βιταμίνες και άλλες προστατευτικές ουσίες. Όπως σημείωσε, η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς καθορίζει αν τα ρυθμιστικά μέτρα θα πρέπει να μοιάζουν με εκείνα για τον καπνό ή να εστιάζουν κυρίως στη βελτίωση της διατροφικής ποιότητας και του τρόπου παραγωγής των τροφίμων.