Οι δύο όψεις της οικονομίας – Χρηματιστήριο στα ύψη και νοικοκυριά στην “πρέσα”

Διαβάζεται σε 12'
Οι δύο όψεις της οικονομίας – Χρηματιστήριο στα ύψη και νοικοκυριά στην “πρέσα”
ISTOCK

Οι εργαζόμενοι και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συμπιέζονται από την εκτίναξη του πληθωρισμού αλλά και το “ροκάνισμα” της ζήτησης και του εισοδήματος.

Μια εύγλωττη εικόνα για το συμβαίνει, σήμερα, στην οικονομία, στη χώρα δίνουν αφενός η πορεία του Χρηματιστηρίου και η τελευταία έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών 2025. ΜΕ βάση τις καταγραφές αυτές φαίνεται ότι από τη μια οι κεφαλαιαγορά δίνει μεγάλες υπεραξίες, προς ώρας πάντα, ενώ από την άλλη, οι εργαζόμενοι και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που βασίζονται στη μισθωτή εργασία για το εισόδημά τους ή για τις πωλήσεις τους, αντίστοιχα, συμπιέζονται από την εκτίναξη του πληθωρισμού αλλά και το “ροκάνισμα” της ζήτησης και του εισοδήματος. Διαφαίνεται, λοιπόν, ότι η μισθωτή εργασία, που υπερφορολογείται ακόμη, αλλά και δεν έχει ανακτήσει τις απώλειές της λόγω πληθωρισμού, δεν επαρκεί να καλύψει ανάγκες.

Τουναντίον, οι χρηματαγορές, με το ρίσκο τους πάντα, μπορούν να δώσουν υπεραξίες, δυσθεώρητες, συχνά, αναδεικνύοντας μια όψη της συγχρονίας, στην καρδιά της οποίας είναι η αδυναμία της παραγωγής, (εργασίας ή και παραγωγικών επενδύσεων) να συναγωνιστεί σε αποδόσεις το χρηματιστηριακό κεφάλαιο. Κάτι που “γεννά” απογοήτευση στη λεγόμενη μεσαία τάξη, αλλά και οδηγεί σε αντισυστημικές συμπεριφορές.

Το Χρηματοστρήριο

Έτσι, χθες οι βασικοί δείκτες του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, παρά επιφυλακτική εικόνα των κύριων Ευρωπαϊκών Αγορών, κατέγραψαν ρεκόρ. Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε σε νέα υψηλά 193 μηνών. Η προηγούμενη ανάλογη επίδοση ήταν στις 4/12/2009, οπότε βρέθηκε στις 2383,62 μονάδες. Ο Δείκτης των Τραπεζών βρέθηκε σε νέα υψηλά 122 μηνών, με το αμέσως υψηλότερο κλείσιμο στις 17/11/2015 και στις 2860 μονάδες.

Με βάση, δε, παράγοντες της αγοράς, “καύσιμο” ανόδου ίνουν  εισροές Ξένων κεφαλαίων, αλλά και όσα αναφέρουν Ξένοι Επενδυτικοί Οίκοι για τις υψηλότερες τιμές – στόχους για τις Ελληνικές Εισηγμένες.

Αναλυτικά, σύμφωνα με τον Μάνο Χατζηδάκη (Beta Sec.), “το ανοδικό momentum της Αγοράς υποστηρίζεται από σημαντικά αυξημένες συναλλαγές, τις υψηλότερες που έχουν καταγραφεί από τον Μάιο του 2008. Σε μόλις 20 συνεδριάσεις, ο Ιανουάριος παρήγαγε συναλλαγές συνολικής αξίας 8,3 δισ. ευρώ, μέγεθος εντυπωσιακό αν αναλογιστεί κανείς ότι το σύνολο του Χ.Α. είχε πραγματοποιήσει αντίστοιχο τζίρο κατά το πρώτο εξάμηνο του 2018 (σε 122 συνεδριάσεις).

Η εκρηκτική αυτή αύξηση της συναλλακτικής δραστηριότητας δεν αποδίδεται μόνο στην κινητικότητα που προκάλεσε η εσπευσμένη ανακοίνωση του επικαιροποιημένου χρονοδιαγράμματος αλλαγής της ταξινόμησης της Ελληνικής Αγοράς από τον MSCI, αλλά φαίνεται να ενισχύθηκε ουσιαστικά και από την επιστροφή των Ιδιωτών επενδυτών.

Η μεγαλύτερη πρόκληση της φετινής χρονιάς, σε επίπεδο αποδόσεων, είναι η ενδεχόμενη επανάληψη της εξαετίας 1985 – 1990, ενός ανοδικού σερί που δεν έχει επαναληφθεί στη σύγχρονη ιστορία του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Η φετινή χρονιά, ωστόσο, εμφανίζει σημαντικές ιδιαιτερότητες, κυρίως σε ότι αφορά τον χρονισμό και το μέγεθος των κεφαλαίων που αναμένεται να συμμετάσχουν στις επικείμενες αναδιαρθρώσεις των διεθνών δεικτών. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν αποκλείεται οι ροές κεφαλαίων προς και από το Χ.Α. να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των αποδόσεων, ενδεχομένως υποσκελίζοντας βραχυπρόθεσμα ακόμη και την εταιρική κερδοφορία, ή σημαντικές επιχειρηματικές συμφωνίες”.

“Το Χ.Α. ενδέχεται να δοκιμάσει νέα υψηλά, χάρη στη βελτίωση του διεθνούς κλίματος, την αισιοδοξία για τις συμφωνίες στον Τραπεζικό τομέα και τις αναθεωρημένες προοπτικές για τα εταιρικά κέρδη”, συμπληρώνει η Beta Sec.

“Το Ελληνικό Χρηματιστήριο ολοκλήρωσε τον πρώτο μήνα του με επιδόσεις που ξεπέρασαν τις προσδοκίες ακόμη και των πλέον αισιόδοξων, με τις συναλλαγές να σταθεροποιούνται πάνω από τα 400 εκατ. ευρώ ημερησίως, τον ΓΔ να καταγράφει διαδοχικά ρεκόρ 16ετιας και την επίδοση του Ιανουαρίου να ξεπερνά το 9% με τις Τράπεζες να υπεραποδίδουν (+17,91%) !

Την ίδια ώρα, τα στοιχεία των καταθέσεων (στα €213,2 δισ., ρυθμός αύξησης 5,1% ετησίως) και δανείων (€130,4 δισ., ρυθμός αύξησης 7,9% ετησίως) του Ιδιωτικού τομέα στο τέλος Δεκεμβρίου (δελτίο της ΤτΕ), προοιωνίζουν ότι το σύνολο των Ελληνικών Τραπεζών θα καταγράψουν στο τέλος Φεβρουαρίου εξαιρετικές επιδόσεις για το 2025.

Η πιστωτική επέκταση δε, αναμένεται να συνεχίσει να οδηγεί την περαιτέρω βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας τα επόμενα έτη.

Ταυτόχρονα, οι αποτιμήσεις των Τραπεζικών μετοχών, σε σχέση με τις Ομολόγους Ευρωπαϊκές συνεχίζουν να καταγράφουν discount, δεδομένο που οδηγεί νέους Οίκους, όπως την Ιταλική Intesa Sanpaolo, στη δημοσιοποίηση εκθέσεων με αναβαθμισμένες τιμές – στόχους,” όπως επισημαίνει ο κ. Δ. Τζάνας (σύμβουλος Διοίκησης Κύκλος ΑΧΕΠΕΥ).

Η άλλη όψη

Στο μεταξύ με βάση την ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών 2025 (14η κατά σειρά) , οι πιέσεις στο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών εντείνονται και επεκτείνονται στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, με αυξημένη αδυναμία κάλυψης του μήνα, περισσότερες περικοπές για την κάλυψη των αναγκαίων και συρρίκνωση της κατηγορίας των νοικοκυριών που τα καταφέρνουν χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες.

Μάλιστα, με βάση την έρευνα, οι δυσκολίες επηρεάζουν πλέον, όχι μόνο τα οικονομικά αδύναμα νοικοκυριά, αλλά και τα μεσαία εισοδήματα (π.χ. έως 25.000 ευρώ οικογενειακό ετήσιο εισόδημα). Αξίζει να σημειωθεί ότι η σταδιακή υποχώρηση της πίεσης, που είχε διαφανεί την προηγούμενη χρονιά (σύγκριση 2023-2024) σε ορισμένους δείκτες, ανακόπτεται ή και αντιστρέφεται στη φετινή έρευνα.

Πρόκειται ενδεχομένως για μια ένδειξη ότι οι πιέσεις λόγω του πληθωρισμού λειτουργούν σωρευτικά χρόνο με το χρόνο και οι αντοχές των νοικοκυριών εξαντλούνται. Στη φετινή έρευνα καταγράφεται ένα αρνητικό ρεκόρ, αφού το εισόδημα εξανεμίζεται όλο και για περισσότερους και όλο πιο γρήγορα.

Με βάση την έρευνα, το ποσοστό των νοικοκυριών που το εισόδημά τους τελειώνει πριν το τέλος του μήνα έφτασε στο υψηλότερο σημείο του διαχρονικά, αυξημένο κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά (62,1% έναντι 60,0% το 2024). Επίσης, στα νοικοκυριά που δήλωσαν ότι το εισόδημά τους δεν φτάνει ως το τέλος του μήνα, πλέον αυτό επαρκεί κατά μέσο όρο για 18 ημέρες (έναντι 19 το 2024).

Επομένως, δεν είναι τυχαία η περαιτέρω αύξηση των νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν σοβαρές στερήσεις και οικονομική ανασφάλεια. Ενδεικτικά, το 12,1% των νοικοκυριών δήλωσε ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των βασικών του αναγκών (έναντι 11,7% το 2024), 54,0% ότι χρειάζεται να κάνει περικοπές προκειμένου να καλύψει τα αναγκαία (έναντι 52,2% το 2024) και 55,7% ότι δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ή θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με μεγάλη δυσκολία ένα έκτακτο έξοδο της τάξης των 500€ (έναντι 58,3% το 2024).

Όπως είναι αναμενόμενο μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι αποταμιεύσεις αποτελούν μακρινό όνειρο για τη συντριπτική πλειοψηφία. Στη φετινή έρευνα αυξήθηκε περαιτέρω το ποσοστό των νοικοκυριών που δήλωσαν ότι δεν καταφέρνουν να αποταμιεύσουν (83,5% έναντι 81,6% το 2024). Η αδυναμία είναι σχεδόν καθολική στα χαμηλότερα εισοδήματα (ως 18.000 ευρώ ετήσιο οικογενειακό εισόδημα), αγγίζει όμως και τα μεσαία και ανώτερα μεσαία εισοδήματα (ως 30.000 ευρώ).

Ως προς τις ληξληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και τις τράπεζες, καθώς και τα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, οι σχετικοί δείκτες – αν και σε υψηλά ακόμα επίπεδα – παρουσιάζουν τάση αποκλιμάκωσης σε σύγκριση με το 2024, χρονιά κατά την οποία όμως κάποιοι από αυτούς τους δείκτες κατέγραψαν αρνητικό ρεκόρ (π.χ. ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο).

Επιπλέον, αξίζει να επισημανθούν τρία επιπλέον στοιχεία, που προκύπτουν από το σύνολο των δεικτών που εξετάζονται στην έρευνα και αναλύονται διεξοδικά παρακάτω.

Πρώτον, η ακρίβεια επιμένει και έχει εμφανείς επιπτώσεις στο διαθέσιμο εισόδημα και στη δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Οι πληθωριστικές πιέσεις, βάσει των επίσημων δεικτών, υποχωρούν σταδιακά και σε σχέση με την έκρηξη του 2022, γεγονός που αποτυπώνεται λ.χ. στο ποσοστό όσων καθυστερούν ή αδυνατούν να καλύψουν ορισμένες δαπάνες. Όμως, η υποχώρηση αυτή είναι ανισομερής, αφού ο πληθωρισμός στα βασικά αγαθά πλήττει δυσανάλογα πολύ τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων/εισών δήλωσε ότι το 2025 δαπάνησε περισσότερα για λογαριασμούς σπιτιού και είδη διατροφής. Τα τρόφιμα, η ενέργεια και τα καύσιμα (κίνησης/ θέρμανσης) είναι οι κατηγορίες δαπανών όπου οι αυξήσεις γίνονται περισσότερο αισθητές. Από την άλλη μεριά σχεδόν 4 στα 10 δαπάνησαν λιγότερα για εξόδους (εστιατόρια, καφέ, σινεμά κ.λπ.) και ένδυση-υπόδηση.

Ανισότητες

Δεύτερον, οι ανισότητες παραμένουν. Όπως επισημάνθηκε ήδη, η αύξηση των τιμών και ο πληθωρισμός επηρεάζει πλέον και νοικοκυριά με μεσαία ή ανώτερα μεσαία εισοδήματα. Όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η πραγματικότητα που βιώνουν τα νοικοκυριά με χαμηλό και χαμηλό μεσαίο εισόδημα (π.χ. ως 18.000€) είναι πολύ πιο δύσκολη. Για παράδειγμα, το εισόδημα εξαντλείται πριν το τέλος του μήνα στο 75,3% των νοικοκυριών με εισοδήματα ως 10.000€ και στο 71,7% των νοικοκυριών με εισόδημα 10.000-18.000€, ενώ το ποσοστό αυτό πέφτει στο μισό (35,8%) στα νοικοκυριά με εισοδήματα πάνω από 30.000€. Μάλιστα οι ανισότητες τείνουν να διευρύνονται, αφού η κατάσταση των οικονομικά ασθενέστερων χειροτερεύει κι άλλο, σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό σε σύγκριση με τα νοικοκυριά των υψηλότερων εισοδηματικών κλιμακίων.

Ειδικότερα, έξι στα δέκα νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα έως 18.000 ευρώ δήλωσαν ότι η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώθηκε το 2025, έναντι 32,7% εκείνων με ετήσιο εισόδημα άνω των 30.000 ευρώ. Επιπλέον, τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά δαπανούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε ανελαστικές δαπάνες και είδη πρώτης ανάγκης. Καθώς οι δαπάνες αυτές δεν είναι δυνατόν να περικοπούν, τα νοικοκυριά αυτά είναι πολύ πιο ευάλωτα στις τρέχουσες πληθωριστικές πιέσεις, καθώς τα βασικά αγαθά (π.χ. τρόφιμα) είναι αυτά που κατεξοχήν τροφοδοτούν τον πληθωρισμό σήμερα. Τέλος, από την έρευνα προκύπτει ότι τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα μονοπρόσωπα νοικοκυριά καταγράφεται το υψηλότερο ποσοστό (60,0%) όσων δήλωσαν ότι η οικονομική τους κατάσταση χειροτέρεψε τον τελευταίο χρόνο σε σύγκριση με όλες τις άλλες κατηγορίες νοικοκυριών.

Απαισιοδοξία

Τρίτον, το μέλλον φαντάζει στα μάτια των περισσότερων δυσοίωνο, με ό,τι συνεπάγεται αυτή η οικονομική απαισιοδοξία για το γενικότερο οικονομικό κλίμα και τις τάσεις στην ελληνική οικονομία. Παρά την οριακή αποκλιμάκωση κάποιων επιμέρους δεικτών (π.χ. περί της δυνατότητας ανταπόκρισης σε στεγαστικό δάνειο ή άλλες τραπεζικές υποχρεώσεις το επόμενο έτος), η απαισιοδοξία επιμένει ή και αυξάνεται. Το ποσοστό όσων φοβούνται ότι ενδέχεται να χάσουν κάποια στιγμή το σπίτι τους λόγω αδυναμίας πληρωμής των υποχρεώσεών τους προς το Δημόσιο ή τις τράπεζες παραμένει υψηλό (14,0% έναντι 16,0% το 2024). Το δε ποσοστό όσων εκτιμούν ότι την επόμενη χρονιά είναι πιο πιθανό να χειροτερέψει η οικονομική τους κατάσταση ανήλθε φέτος σε 49,8% αυξημένο κατά 8,9 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2024.

To brain-drain και brain-gain

Το δύσκολο παρόν σε συνδυασμό με την ανασφάλεια και την απαισιοδοξία για το μέλλον είναι παράγοντες που εξηγούν πιθανότατα και τα ευρήματα της νέας ενότητας που περιλήφθηκε στη φετινή έρευνα και αφορά τη μετανάστευση Ελλήνων προς και από το εξωτερικό, το λεγόμενο brain-drain και brain-gain, αντίστοιχα. Η έρευνα αποτυπώνει καθαρή εκροή εργατικού δυναμικού προς το εξωτερικό, καθώς τα νοικοκυριά που τουλάχιστον ένα μέλος τους μετανάστευσε για εργασία την τελευταία πενταετία (10,9%) είναι σαφώς περισσότερα από εκείνα που τουλάχιστον ένα μέλος τους να επέστρεψε για εργασία στην Ελλάδα (6,6%).

Συμπερασματικά, οι πιέσεις στο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών επιμένουν και μάλιστα, παρά τις προφανείς ανισότητες, τείνουν να επηρεάσουν όλο και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, αγγίζοντας πλέον και τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Σε αυτό το πλαίσιο και με βάση τα ευρήματα της έρευνας, η κοινωνική πλειοψηφία υποστηρίζει ολοένα και περισσότερο λύσεις δομικού χαρακτήρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, θεωρώντας πιο αποτελεσματικά μέτρα την αύξηση των μισθών, τις φορολογικές ελαφρύνσεις και τον έλεγχο των τιμών έναντι αποσπασματικών παρεμβάσεων όπως τα επιδόματα ή το καλάθι του νοικοκυριού. Αυτό υπογραμμίζει ότι, πέρα από τη στήριξη των ευάλωτων ομάδων, απαιτούνται πολιτικές που να ενισχύουν συνολικά τα εισοδήματα και να διαμορφώνουν συνθήκες οικονομικής σταθερότητας και αξιοπρεπούς διαβίωσης για το σύνολο του πληθυσμού.

To IOBE

Την ίδια ώρα ο δείκτης οικονομικού κλίματος του ΙΟΒΕ, υποχωρεί ελαφρά τον Ιανουάριο, καθώς διαμορφώνεται στις 105,4 μονάδες, από 106,9 μονάδες τον Δεκέμβριο. Η επιδείνωση προέρχεται από εξασθένιση των προσδοκιών στις Υπηρεσίες και την πτωτική τάση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.

Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης εξασθένισε ελαφρά τον Ιανουάριο και διαμορφώθηκε στις -50,3 μονάδες, έναντι -47,0 μονάδες τον Δεκέμβριο. Και αυτόν τον μήνα οι Έλληνες καταναλωτές εμφανίζονται ως οι περισσότερο απαισιόδοξοι στην ΕΕ, με διαφορά από τους επόμενους, με τους καταναλωτές στην Ρουμανία με επίπεδο δείκτη –34,6 και την Σλοβακία (-25,1) να ακολουθούν.

Οι επιμέρους δείκτες για τα οικονομικά των νοικοκυριών υποχωρούν, ενώ και η γενικότερη οικονομική κατάσταση στην χώρα εμφανίζει επιδείνωση. Παράλληλα, η πρόθεση για μείζονες αγορές εξασθενεί ελαφρά, με την αποταμίευση να υποχωρεί οριακά. Στις χαμηλότερες θέσεις αυτής της κατάταξης, όπως και μέσα στο 2025 βρίσκεται η Μάλτα (+6,6) και η Λιθουανία (+1,6) με την θετική τιμή του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης να συνεπάγεται ουσιαστικά αισιοδοξία από τους καταναλωτές της χώρας. Οι μέσοι ευρωπαϊκοί δείκτες διαμορφώθηκαν στις -11,7 μονάδες στην ΕΕ και στις -12,4 μονάδες στην Ευρωζώνη.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα