Νέες ταινίες: Στο απολαυστικό “Βοήθεια!” με τη Ρέιτσελ ΜακΆνταμς, το “Lost” γίνεται θρίλερ επιβίωσης
Διαβάζεται σε 13'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 05 Φεβρουαρίου 2026 06:16
Το “Άμνετ” εξελίσσεται σε μεγάλη, αληθινά viral επιτυχία, με το κοινό τη δεύτερη εβδομάδα να αυξάνεται σε σχέση με την πρώτη (25.000, με σύνολο στα 64.000) και να παίρνει διαστάσεις μπλοκμπάστερ.
Ίσως και ως συνέπεια, το αρκετά απαιτητικό “Sirat” δεν κατάφερε να κάνει γκελ στο άνοιγμά του, κάνοντας μόλις 3.500 εισιτήρια. Εμείς υπογραμμίζουμε ότι πρόκειται για μια εξαιρετική ταινία που αξίζει να προλάβετε να δείτε, ειδικά στη μεγάλη οθόνη.
Το “Marty Supreme” υποχώρησε κι αυτό, με κάτι λιγότερο από 10.000 εισιτήρια και φτάνοντας τις 56.000. Η “Αγγελία”, από την άλλη, μόλις ξεπέρασε το όριο των 60.000 και συνεχίζει.
Στην κορυφή του box office βρέθηκε πάντως ο τηλεοπτικός “Άγιος Παϊσιος” με μια μονταρισμένη εκδοχή (38.000 οι πιστοί) ρίχνοντας τον “Καποδίστρια” που πάντως έχει φτάσει τις 740.000 εισιτήρια.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Βοήθεια!
(Send Help, Σαμ Ρέιμι, 1ω54λ)
★★★
Ύστερα από ένα αεροπορικό δυστύχημα, η τρομερά ικανή όσο και υποτιμημένη υπάλληλος μιας εταιρείας βρίσκεται ναυαγός σε ένα εξωτικό νησί παρέα μόνο με το ανυπόφορο αφεντικό της. Εκεί οι δυναμικές θα αλλάξουν καθώς εκείνη έχει τις δεξιότητες για επιβίωση κι εκείνος όχι. Θα καταφέρουν να επιβιώσουν μαζί;
Σε 25 λέξεις: Απολαυστική επιστροφή για τον Σαμ Ρέιμι των “Evil Dead” και “Doctor Strange in the Multiverse of Madness”. Γέλιο, αγωνία και αηδία σε μια οπτική έκρηξη από έναν αληθινό μετρ του κινηματογραφικού γκροτέσκου.
Κριτική
Μετά την πιο πρόσφατη αναμέτρησή του με τις ανάγκες και τις παραμέτρους μιας μεγάλου μπάτζετ υπερηρωικής παραγωγής (το άνισο αλλά και αναίτια ενδιαφέρον “Doctor Strange in the Multiverse of Madness”), ο Σαμ Ρέιμι επιστρέφει ξανά στις ρίζες του, σκηνοθετώντας μια χαμηλότερου μπάτζετ και βλέψεων ιστορία φρίκης και γέλιου. Είχε να γυρίσει τέτοιου είδους ταινία από το σαρδόνιο, κυνικό και τόσο απολαυστικό “Drag me to Hell”, το 2009 – 17 χρόνια πίσω!
Είναι εγκληματικά μεγάλο διάστημα απουσίας του μετρ πίσω από τα “Evil Dead”, από τον φυσικό του χώρο. Δηλαδή ενός παλιομοδίτικου είδους σινεμά του γκροτέσκου, που θυμίζει κάτι από παμπάλαια κόμικς τρόμου: αναπολογητικά b-movie αισθητική, γαλόνια αίματος και υπερβολής, ανίερο χιούμορ, άφοβο αγκάλιασμα της αηδίας ως αφηγηματική υπερβολή όπου το χιούμορ συνυπάρχει με τον τρόμο και το κακό γούστο συνυπάρχει με το καλό.
Ο οπτικός μαξιμαλισμός του Ρέιμι –που επιστρέφει στα γνώριμά αυτά λημέρια του πραγματικά κεφάτος– βοηθά να καλύψει και τις αδυναμίες της ταινίας, απογειώνοντας τις στιγμές της κορύφωσης ως κάποια από τα πιο διασκεδαστικά σκηνικά της χρονιάς. Η Ρέιτσελ ΜακΆνταμς (πολύ καλή εδώ, μακάρι να την βλέπαμε ακόμα πιο συχνά) παίζει μια τρομερά ικανή όσο και τρομερά υποτιμημένη υπάλληλο που την εκμεταλλεύεται το πατριαρχικό εργασιακό καθεστώς – το nepo baby αχώνευτο αφεντικό παίζει ο Ντίλαν Ο’Μπράιαν του “Maze Runner”, που έχει εξελιχθεί σε κρυφό διαμαντάκι εσχάτως. (Στο αινιγματικό και ακυκλοφόρητο στην Ελλάδα “Twinless” είναι απλά φανταστικός.)
Όλη τους η δυναμική στο γραφείο είναι κάπως αναμενόμενη και στημένη με μια σχηματικότητα που, για να είμαι ειλικρινείς, εύχεσαι να τελειώσει σύντομα. Ευτυχώς πράγματι, με το που μεταφερθεί η δράση στο νησί τα δεδομένα αλλάζουν τόσο για την απόλαυσή μας ως θεατών, όσο και για τη σχέση των δύο χαρακτήρων και το ποιος έχει το πάνω χέρι – ναι, φυσικά και είναι η φανατική του “Survivor” Λίντα που τώρα είναι το alpha άτομο, την ώρα που το αφεντικό της πασχίζει να ταϊσει τον εαυτό του.
Υπάρχουν ίχνη του “Τρίγωνου της Θλίψης” σε αυτή την μεταβαλλόμενη δυναμική, αλλά ο Ρέιμι το πηγαίνει πολύ πιο μακριά το ζήτημα: Η Λίντα αρχίζει να αλλάζει (η ΜακΆνταμς αποδίδει εξαιρετικά μια μεταμόρφωση περισσότερο διάθεσης και ύφους παρά σωματικότητας) με τρόπους συχνά επικίνδυνους και πάντα διασκεδαστικούς. Μια σκηνή σφαξίματος παράγει κουβάδες αίματος, ενώ μια άλλη σκηνή παραγωγής εκκρίσεων κρατά για τόσο παραπάνω ώρα από όσο χρειάζεται, που η αηδία και η απόλαυση καταλήγουν σε πλήρη συνύπαρξη.
Η τρίτη πράξη κρύβει εκπλήξεις, ανάμεσα στις οποίες και το γεγονός πως η ταινία φτάνει σε ένα σημεία όπου δεν είναι στα αλήθεια προφανές το πού πάει το παραμύθι και τι ακριβώς πρέπει να νιώθει ο θεατής για τον κάθε χαρακτήρα. Όμως ο Ρέιμι κι οι ηθοποιοί του δεν χάνουν ποτέ τον έλεγχο, κρατούν το κοινό μαζί τους, και μας οδηγούν σε μια έξυπνη –και φυσικά τίγκα στο gore–κλιμάκωση. Ο αγνός Σαμ Ρέιμι των “Evil Dead” είναι ξανά εδώ, κι αυτός είναι λόγος ενθουσιασμό για κάθε φαν των ταινιών τρόμου.
Κάποτε στη Γάζα
(“Once Upon a Time in Gaza”, Άραμπ & Τάρζαν Νάσσερ, 1ω27λ)
★★★½
Στη Γάζα του 2007, ο Γιάχια πιάνει φιλίες με τον χαρισματικό Οσάμα, ιδιοκτήτη φαλαφελάδικου που στο περιθώριο του μαγαζιού του, διακινεί ναρκωτικά. Ένας διεφθαρμένος αστυνομικός θα φέρει μια σοκαριστική εξέλιξη σε αυτή τη φιλία, μέχρι που 2 χρόνια αργότερα, ο Γιάχια θα βρεθεί να παίζει στην ‘πρώτη ταινία δράσης γυρισμένη στη Γάζα’ – η οποία τον φέρνει αντιμέτωπο με τα γεγονότος εκείνης της ημέρας.
Σε 25 λέξεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Ένα Κάποιο Βλέμμα των Καννών για μια ταινία που καταφέρνει να είναι παιχνιδιάρικα σινεφιλική χωρίς να χάνει ποτέ την δραματική της στόχευση, σχολιάζοντας με εξαιρετική ευκρίνεια τις κοινωνικές συνθήκες του απαρτχάιντ στη σύγχρονη τραγωδία της Γάζας.
Κριτική
Μια αρκετά διαφορετική προσέγγιση στην απεικόνιση της παλαιστινιακής πραγματικότητας από ό,τι έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, με την πολιτική και κοινωνική τραγωδία του αποκλεισμού της Γάζας να παίρνει μεγάλο χώρο όχι στο κέντρο της ιστορίας – αλλά στο επίκεντρό της. Προσεκτικά όμως, εύστοχα, χωρίς ποτέ να χάνει το φιλμ την ουσία του ζητήματός του ως κάτι το αναπόδραστο, που εκ των πραγμάτων καδράρει και οριοθετεί τη ζωή (και ακόμα και τις φιξιόν αφηγήσεις) των παλαιστινίων.
Οι αδερφοί Νάσσερ στήνουν μια ελαφρώς meta, αρκετά παιχνιδιάρικη ιστορία σινεφιλίας καταφέρνοντας να μην αφήνουν ποτέ το έργο να κυλήσει προς το πλαστό ή το ανάλαφρο. Η χρονική όμως μετατόπιση που συμβαίνει στη μέση του φιλμ, δίνει την ευκαιρία να αναλογιστούμε τα όσα δραματικά συμβαίνουν στην αρχή, ως κομμάτι μιας ευρύτερης αφήγησης που πάντα θα ξεπερνά τα γεγονότα – και θα ζει περισσότερο από αυτά.
Στη Γάζα του ‘07 λοιπόν παρακολουθούμε την ιστορία φιλίας δύο αντρών, του νεαρού Γιάχια (στο ρόλο ο Ναντέν Αμπντ Αλχάι έχει ένα βλέμμα μακρινό, που μοιάζει να κοιτάζει χρόνια πριν ή χρόνια μετά) και του χαρισματικού ιδιοκτήτη φαλαφελάδικου Οσάμα, που είναι μπλεγμένος και με διακίνηση ναρκωτικών. Σε αυτό το πρώτο μέρος του φιλμ η ιστορία πλασάρεται ως crime thriller, πριν το δεύτερο μέρος ανασυστήσει τους κώδικες του είδους σε μια ταινία-μέσα-σε-ταινία.
Ο Γιάχια θα αναλάβει έναν επαναστατικό ρόλο στην ‘πρώτη ταινία δράσης γυρισμένη στη Γάζα’ μέσα από τον οποίο θα επεξεργαστεί και αντιμετωπίσει εκ νέου τα όσα συνέβησαν μερικά χρόνια πριν. Γιατί κάποιες φορές, είναι αυτή η έξτρα μυθοπλαστική πτυχή, που μας βοηθά να αντικρύσουμε κάτι ή να κατανοήσουμε βαθύτερα μια πληγωτική, σκληρή πραγματικότητα.
Όπως αυτή που βρίσκεται στα περιθώρια των ζωών των ηρώων αυτού του φιλμ. Με ένα Ισραήλ καταπιεστή, που φυσικά αρνείται στον Γιάχια μια άδεια εξόδου, που απομονώνει εντείνοντας κάθε λογής κοινωνική πληγή. Είναι σκληρό να βλέπεις μια σύγχρονη ταινία για ένα πολύ πρόσφατο παρελθόν την στιγμή που οι εικόνες του αδυσώπητου παρόντος φτάνουν διαρκώς μπροστά μας, κι η οδός που επιλέγουν οι Νάσσερ για να πουν την ιστορία τους είναι δεν είναι πολύ συχνή.
Κατανοητό, ομολογουμένως. Είναι λογικό σε στιγμές σαν αυτή που βιώνουμε, οι αμεσότερες, πιο σοκαριστικές τοποθετήσεις (τόσο σαν ιστορίες όσο και σαν κινηματογραφική φόρμα) ταινιών όπως η “Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ” ή το “Κράτα την Ψυχή σου στο Χέρι και Περπάτα”, ή ιστορικά έπη σαν το “Palestine 36” της Ανμαρί Τζασίρ, να δημιουργούν μεγαλύτερη αίσθηση. Όμως κι η προσέγγιση των Νάσσερ – βραβευμένη στις Κάννες για την επιδέξια σκηνοθετική τους προσέγγιση – έχει την πολύ μεγάλη αξία της. Μια υπενθύμιση ζωής ζησμένης υπό καθεστώς ελέγχου και καταπίεσης, των διαχρονικών σχέσεων που ανθίζουν και ξεριζώνονται, και των αφηγήσεων που διαδίδουν και αναζωπυρώνουν.
Ο Ήχος της Πτώσης
(“Sound of Falling”, Μάσα Σιλίνσκι, 2ω28λ)
★★
Τέσσερα νεαρά κορίτσια ζουν στην ίδια φάρμα διαμέσου του τελευταίου αιώνα. Παρότι οι ζωές τους απέχουν ακόμα και δεκαετίες, συνδετικός ιστός ανάμεσα στις ζωές τους γίνεται διακριτός: Οι επιθυμίες κι η απόγνωσή τους, τα μυστικά κι οι αλήθειες τους, το βλέμμα των άλλων και το βλέμμα αντίστασης που επιστρέφουν πίσω.
Σε 25 λέξεις: Στιλιστικά εντυπωσιακή σπουδή πάνω στη διαχρονικότητα του πατριαρχικού τραύματος, η βραβευμένη ταινία της Μάσα Σιλίνσκι χάνεται σε ατέρμονους κύκλους και παρουσιάζει μια δυσβάσταχτη επαναληψιμότητα.
Κριτική
Φιλόδοξη φορμαλιστικά, στοιχειωμένη με ένα ασφυκτικό τρόπο, η ταινία αφηγείται με μη γραμμικό τρόπο τις ζωές 4 γυναικών σε διαφορετικές χρονικές περιόδους αλλά στον ίδιο χώρο – μια γερμανική φάρμα που παραμένει σαν άγκυρα στο χρόνο. Το μόνο άλλο πράγμα που παραμένει φαινομενικά αναλλοίωτο καθώς κυλάνε οι δεκαετίες, είναι οι σκληρές συνθήκες και οι καταπίεση που αυτές βιώνουν με διαφορετικούς μεν αλλά πάντα εμφατικούς τρόπους.
Πατριαρχικές οικογένειες, κλίμα καταπίεσης, αποσιώπησης και εκμετάλλευσης, ακόμα και ευθεία χρήση βίας: ο πόνος είναι τέτοιος που μοιάζει να έχει ξεκολλήσει αυτές τις γυναίκες από τον Χρόνο. Η ταινία παρουσιάζει 4 διαφορετικές περιόδους και αντίστοιχα σετ χαρακτήρων, όμως μοιάζουν όλα σα συμβαίνουν στη διάρκεια του ίδιου καλοκαιριού, σαν αυτά τα κορίτσια και γυναίκες να βιώνουν η μία τους πόνους της άλλης, να εισβάλουν σα φαντάσματα σε άλλες εποχές – αλλά την ίδια στιγμή σα να είναι και φαντάσματα στις δικές τους ζωές.
(Υπάρχουν τουλάχιστον δύο σκηνές που κάποια νεαρή ηρωίδα αποτυπώνεται σαν κυριολεκτικό φάντασμα μέσω της χρήσης φωτογραφικής μηχανής – το ένα μέσο κυριολεκτικής και απόλυτης αποτύπωσης αντικειμένων, είναι σα να αδυνατεί να τις δει ζωντανές ή/και παρούσες.)
Γυρισμένο σε ακαδημαϊκό κάδρο που εντείνει την κλειστοφοβία και το αναπόδραστο της κατάστασης, με μια οπτική υφή που κάνει την ταινία να μοιάζει με παλιά φωτογραφία, το φιλμ της Σιλίνσκι είναι απόλυτα αφοσιωμένο στην αποστολή του, σε επίπεδο αισθητικό και αφηγηματικό. Σαν μια σκοτεινή, σιωπηλή κραυγή που τρυπάει το χρόνο, για μια απόδραση που δε φτάνει ποτέ.
Όμως το αποτέλεσμα είναι περισσότερο εντυπωσιακό με καθαρά κατασκευαστικούς όρους, παρά προσβάσιμο ως κινηματογραφική εμπειρία. Οι πιο πολλές από τις ηρωίδες της Σιλίνσκι δεν έχουν αρκετή εσωτερικότητα ώστε να δικαιολογούν το όλο πείραμα ως μεγάλου μήκους ταινία, παραμένοντας κάτι σαν κινούμενος πόνος όπου η εναλλαγή και διάχυση των εποχών καταλήγει εν τέλει να μην έχει σημασία.
Όπως πολλά από τα προβλήματα του φιλμ, έτσι κι αυτό μπορεί να εξηγηθεί ως μέρος της πρόθεσης και αποτύπωσης της ιδέας: ναι, οι δεκαετίες είναι σα να μην έχουν σημασία ακριβώς λόγω αυτής της επιμονής και διάχυσης του πόνου και της καταπίεσης. Όμως η παρουσίαση χαρακτήρων, οικογενειακών κύκλων και εποχών έρχεται σε σύγκρουση με τον βαθμό αφαιρετικότητας που επιλέγει η Σιλίνσκι. Γιατί είναι μεγάλου μήκους η ταινία, τελικά;
Εν τέλει, οι επαναλαμβανόμενοι κύκλοι στην αφήγηση και η διαρκής επαναφορά συμβολισμών και μοτίβων μοιάζουν περισσότερο να αποσπούν παρά να εντείνουν ένα point που έχει ήδη γίνει. Αν δει κανείς το μισό φιλμ (ή το ¼, ή τα ⅔) νιώθω πως θα έχει τελικά την ίδια εμπειρία, καθώς απουσιάζει μια αληθινή στόχευση, ενώ η αίσθηση πολλαπλών φινάλε αφαιρεί κάτι από τη δύναμη στο αποτέλεσμα. Αλλά και πάλι – ναι, όλα αυτά μπορούν να αποδοθούν σε μια φορμαλιστική απόδοση των ιδεών του κειμένου.
Όπως κι αν το διαβάσει κανείς, το φιλμ αυτό παραμένει σίγουρα μια πολύ δυνατή φιλμική και αισθητική πρόταση, η οποία και κέρδισε το βραβείο της Επιτροπής στο φεστιβάλ των Καννών. Κι η οποία, αν και αντικειμενικά απαιτητική θέαση, τοποθετεί τη Σιλίνσκι ως μια φωνή που οφείλουμε να έχουμε στο ραντάρ μας.
Επιστροφή στο Silent Hill
(“Return to Silent Hill”, Κριστόφ Γκανζ, 1ω46λ)
★½
Όταν ο Τζέιμς λαμβάνει ένα μυστηριώδες γράμμα από την Μέρι, την χαμένη του αγάπη, επιστρέφει στο Σάιλεντ Χιλ, ένα κάποτε γνώριμο μέρος που τώρα το έχει καταπιεί το σκοτάδι. Καθώς την αναζητά, ο Τζέιμς θα έρθει αντιμέτωπος με τερατώδη πλάσματα και με το ξετύλιγμα μιας αλήθειας που θα τον σπρώξει στα όρια της παράνοιας.
Σε 25 λέξεις: Ο σκηνοθέτης του πρώτου “Silent Hill” επιστρέφει στο ίδιο σύμπαν 20 χρόνια μετά, με ένα πληκτικό σίκουελ που κάνει την ασχήμια του ενδιαφέρουσα στιλιστική επιλογή. Έχει ένα αρρωστημένο ενδιαφέρον αλλά το τελικό αποτέλεσμα δεν δικαιώνει.
Κριτική
Ο Κριστόφ Γκανς, της “Αδερφότητας των Λύκων” και της πρώτης – προ 20ετίας – μεταφοράς του “Silent Hill” στον κινηματογράφο, επιστρέφει στα στοιχειωμένα λημέρια του δημοφιλούς βιντεοπαιχνιδιού για έναν δεύτερο γύρο από ανατριχίλες.
Όπως συμβαίνει και με την ταινία της Σιλίνσκι που συζητάγαμε ακριβώς από πάνω(!), έτσι κι ο Γκανς παίρνει μια ενδιαφέρουσα όσο και οριακή αισθητική προσέγγιση: Με τα υπερβολικά τεχνητά ψηφιακά του περιβάλλοντα και CGI που μοιάζουν… πώς αλλιώς να το θέσω;… χαλασμένα, ο Γκανς βασικά ανασυστήνει την πεμπτουσία της παλιακής PlayStation αισθητικής σαν έναν επίμονο εφιάλτη.
Αλλά όπως κι η Σιλίνσκι, έτσι κι ο Γκανς χάνει την στόχευση της αφήγησης. Η δραματική προσέγγιση καταλήγει άνευρη και επαναλαμβανόμενη στα όρια της μονοτονίας. Αυτή η “Επιστροφή” μοιάζει με μια (αποτελεσματικά) εφιαλτική και (αναπολογητικά) janky ιδέα που ποτέ δεν επεκτάθηκε στα αλήθεια με ικανοποιητικό τρόπο σε κάτι περισσότερο ή κάτι πιο ικανοποιητικό. Η ταινία του Γκανς έχει χαρακτήρα – αλλά της λείπει το ζουμί.
Κυκλοφορούν επίσης
Δυο Εισαγγελείς: Χιλιάδες επιστολές κρατουμένων, που κατηγορήθηκαν άδικα από την κυβέρνηση, καίγονται σε ένα κελί φυλακής. Σχεδόν από θαύμα, μία από αυτές φτάνει στον προορισμό της: στο γραφείο του νεοδιορισμένου τοπικού εισαγγελέα, Αλεξάντερ Κορνιέφ. Ο Κορνιέφ κάνει τα πάντα για να συναντήσει τον κρατούμενο – θύμα πρακτόρων της μυστικής αστυνομίας, της NKVD.
Αφοσιωμένος μπολσεβίκος με ακεραιότητα, ο νεαρός εισαγγελέας υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Η αναζήτησή του για δικαιοσύνη θα τον οδηγήσει μέχρι το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα στη Μόσχα. Η νέα ταινία του πολύ σημαντικού ουκρανού auteur Σεργκέι Λόζνιτσα, με διάκριση στο φεστιβάλ Καννών.
Κλείδωσες; Οι Άγνωστοι 3: Οι Άγνωστοι επιστρέφουν στο τρίτο κεφάλαιο της ιστορίας, όπου η Μάγια αντιμετωπίζει τους μασκοφόρους δολοφόνους για μια τελευταία φορά σε έναν βάναυσο κύκλο επιβίωσης και εκδίκησης.
Stray Kids: The DominATE Experience: Συναυλιακή ταινία με πρωταγωνιστές τους Stray Kids, το διεθνές φαινόμενο της K-Pop, σε μια ζωντανή εμφάνιση από την παγκόσμια περιοδεία τους μαζί με αποκλειστικό υλικό από τα παρασκήνια και συνεντεύξεις του συγκροτήματος.
Διπλόδοκος, το Δεινοσαυράκι: Ο Διπλόδοκος είναι ένας μικρός, καλόκαρδος δεινόσαυρος που ζει σε έναν μαγικό κόσμο. Όταν ξαφνικά οι γονείς του εξαφανίζονται κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, ο Διπλόδοκος αποφασίζει να τους βρει. Παιδική ταινία κινουμένων σχεδίων.