ΑΠΟ ΤΑ ΞΕΝΥΧΤΙΑ ΣΤΑ LONG RUNS: ΟΤΑΝ Η ΕΣΤΙΑΣΗ ΤΡΕΧΕΙ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΕΙΣ

Τέσσερις άνθρωποι αποφάσισαν να αφήσουν χιλιόμετρα πίσω τους τον μύθο του «μπουρντενικού» τρόπου ζωής – ένα αφήγημα που για χρόνια συνέδεε τη ζωή μέσα και έξω από την κουζίνα με την υπερβολή, την εξάντληση και το αυτοσαμποτάζ.

Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε άρχισαν να παρεισφρέουν φωτογραφίες από προπονήσεις και μαραθωνίους στο feed μου, εκεί όπου είχα συνηθίσει να βλέπω κρουασάν, κρασιά και φαγητά. Ανάμεσα σε stories από πάγκους κουζίνας και πιάτα ημέρας, εμφανίστηκαν στιγμιότυπα από long runs, ιδρωμένα πρόσωπα στον τερματισμό, screenshots από ρολόγια που έγραφαν χιλιόμετρα και παλμούς.

Φτιάχνοντας το πρόγραμμά μου κάθε εβδομάδα, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι και οι δικοί μου έξοδοι για διασκέδαση είχαν μειωθεί, όχι μόνο για οικονομικούς λόγους, αλλά για να χωρέσουν η γυμναστική και η ξεκούραση. «Πότε γίναμε αυτοί οι τύποι που πίνουν ένα ποτό;» μου είχε πει κάποια στιγμή γελώντας ένας φίλος μάγειρας. Τα τελευταία τρία χρόνια εκείνος γυμνάζεται συστηματικά, δεν ξενυχτά και έχει κόψει κακές συνήθειες που κάποτε θεωρούνταν σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι της δουλειάς.

Η ανάγκη για ευεξία φαίνεται πια να χτυπά την πόρτα και ανθρώπων των οποίων το επάγγελμα έχει συνδεθεί διαχρονικά με τον τρόπο ζωής που περιγράφει ο Άντονι Μπουρντέν στο βιβλίο του «Κουζίνα Εμπιστευτικό»: ένταση, ατελείωτα ωράρια, καταχρήσεις. Έναν τρόπο ζωής που μπήκε στη σφαίρα του μύθου αλλά σπάνια εξετάστηκε ως προς το κόστος του.

Γνωρίζουμε ήδη ότι η άσκηση βελτιώνει τη συγκέντρωση, μειώνει το άγχος και λειτουργεί ευεργετικά για τη διάθεση. Για τους ανθρώπους της εστίασης, όμως, φαίνεται να κάνει κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό: επαναπροσδιορίζει τη σχέση τους με την αντοχή, την πειθαρχία και τελικά με την ίδια τη ζωή τους.

Ο Νίκος Ματζιάρης, 47 ετών, πατέρας, μάγειρας, φοιτητής και αθλητής αποτελεί ξεκάθαρο παράδειγμα αυτής της μετάβασης. Ο αθλητισμός μπήκε στην άκρη καθώς μεγάλωνε, όπως συμβαίνει συχνά. Μετά από μία ταραχώδης δεκαετία, με μια κατάθλιψη που δεν ήταν πάντα ορατή προς τα έξω, η επανεκκίνηση ήρθε με μεγάλη προσπάθεια. Στην αρχή ήταν η μουσική, οι παραδοσιακοί χοροί και η κηπουρική. Τρόποι να ξαναβρεί επαφή με το σώμα και τον εαυτό του. «Με είχε πνίξει να είναι η μαγειρική αυτοσκοπός. Δεν γίνεται όλη σου η επιβράβευση να έρχεται μόνο από τη δουλειά».

Το τρίαθλο μπήκε στη ζωή του σχεδόν τυχαία, γύρω στα 39-40. «Ένας φίλος μού είπε να πάμε στις Σπέτσες. Πήγα με την άγνοια του πρωτάρη και ερωτεύτηκα». Από την αρχή τον τράβηξαν οι μεγάλες αποστάσεις και η περιπέτεια. Παρατηρεί με ειλικρίνεια ότι η υπερβολή δεν εξαφανίστηκε, απλώς άλλαξε πεδίο – δεν είναι πάντα τυχαίο ότι άνθρωποι με παρελθόν στις καταχρήσεις στρέφονται στις υπεραποστάσεις τρεξίματος. Full distance Ironman, extreme τρίαθλα, 21 ώρες στον Όλυμπο, αγώνας στα Ιμαλάια. «Έχει αρκετή μοναξιά, μπορεί να τρέχεις μόνος σου στη φύση. Είναι και λιγότερες οι συμμετοχές. Έψαχνα μια επιβράβευση διαφορετική από αυτή της κουζίνας».

Ο Νίκος Μαντζιάρης έβαλε το τρίαθλο στη ζωή του σχεδόν τυχαία, κοντά στα 40 του χρόνια.

Κάπου εκεί, η υπερβολή άρχισε να μετατρέπεται σε πειθαρχία. Και η πειθαρχία, σταδιακά, σε ισορροπία. Η προπόνηση τού ξεκλείδωσε μία «αρχέγονη επιβράβευση». Πάτησε πιο καλά στα πόδια του και είδε τις αντοχές του να αυξάνονται. «Άρχισα να χαίρομαι το ρεπό μου. Κι έκανα ενδιαφέρουσες γνωριμίες μέσα από τον αθλητισμό».

Ο Νίκος Ματζιάρης αναγνωρίζει ότι η εστίαση δεν είναι χώρος που σε βοηθά να έχεις υγιεινές συνήθειες, κάτι που δεν βλέπει να αλλάζει άμεσα. «Νομίζω, βέβαια, πως αν θέλεις να τα βρεις τα ναρκωτικά δεν σου φταίνε οι κουζίνες». Οι συνάδελφοι που τον γνωρίζουν για πρώτη φορά δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι μπορεί να έχει ξεκινήσει την ημέρα του τρέχοντας 20 χιλιόμετρα, αλλά στην πορεία υπάρχουν κι εκείνοι που επηρεάζονται θετικά. «Μου λένε ότι έπαιζαν παλιά ποδόσφαιρο ή έκαναν πυγμαχία. Καταλαβαίνω το αδιέξοδο, νομίζεις ότι δεν μπορείς. Το σημαντικό είναι να το διασκεδάζεις, να έχει και πλάκα όλο αυτό».

Ο Γιώργος Χατζηιωαννίδης, αρτοποιός και ιδιοκτήτης του φούρνου Μονόκερος έβαλε ξανά τον αθλητισμό στη ζωή του γύρω στα 30, σε μία περίοδο που συνέπεσε και με το ξεκίνημά του στις κουζίνες. Μέχρι τότε, «έβγαινα, έπινα, κάπνιζα, όπως κάθε νορμάλ άνθρωπος σε εκείνη την ηλικία». Το crossfit άνοιξε την πόρτα, το τρέξιμο τον κέρδισε, και ακολούθησαν έξι μαραθώνιοι, half Ironman και το τρίαθλο για το οποίο προετοιμάζεται. Παράλληλα, φροντίζει να δίνει σημασία και στη διασκέδαση, έστω με πιο οργανωμένο τρόπο.

«Επειδή τα αθλήματα που κάνω είναι αντοχής, σίγουρα με έχουν κάνει πιο υπομονετικό και με βοηθούν στη στοχοπροσήλωση. Δεν είμαι τόσο ανυπόμονος όσο παλιά. Βλέπω πολλούς φίλους μου από την εστίαση να προσπαθούν να φύγουν, να βρουν καλύτερες συνθήκες. Το ευχάριστο είναι ότι κάποιοι μένουν και προσπαθούν να φτιάξουν τις συνθήκες ή να κάνουν κάτι διαφορετικό από ό,τι έχουμε συνηθίσει. Αλλά γενικά δεν νομίζω ότι αλλάζει ο τρόπος ζωής».

«Αν έβλεπα δύο βιογραφικά και και στο ένα έγραφε στις ασχολίες “τρέξιμο, κολύμπι”, θα το επέλεγα», λέει ο Γιώργος Χατζηιωαννίδης.

Δεν πιστεύει ότι θα μπορούσε να συνυπάρξει πια με ανθρώπους που έρχονται σερί και «κόκαλο», ενώ σε άλλες κουζίνες θεωρείται φυσιολογικό. «Βρίσκομαι πλέον σε ένα περιβάλλον στο οποίο μπορώ να δουλέψω πιο εύκολα», εξηγεί. «Προφανώς και δεν είναι απαραίτητο κάποιος να έχει χρόνο μαραθωνίου για να δουλέψει στον Μονόκερο, αλλά αν έβλεπα δύο βιογραφικά και και στο ένα έγραφε στις ασχολίες “τρέξιμο, κολύμπι”, θα το επέλεγα».

Οι αγώνες έχουν για εκείνον ξεχωριστή σημασία. Ο καλύτερος αγώνας που έχει κάνει ποτέ ήταν το 2023, τον θυμάται με μεγάλη χαρά. Όσο για τις φορές που δεν έχει πάει και τόσο καλά; «Συνεχίζει και γυρίζει η γη, μην τρελαθούμε. Ετοιμάζεσαι για άλλους έξι μήνες και ξαναπάς στον αγώνα. Έχει πλάκα που είναι τόσο μακροπρόθεσμοι». Σχεδιάζει να συμμετάσχει σε αγώνα στο Μεσολόγγι, ενώ ο ημιμαραθώνιος της Αθήνας παραμένει ο αγαπημένος του.

Το αθλητικό πνεύμα φαίνεται να διέπει τον φούρνο του Παγκρατίου. Παρόλο που, όπως λέει ο Γιώργος, οι συνάδελφοι του δεν παρακινούνται να τρέξουν ούτε στον ημιμαραθώνιο, η  Άννα Λυμπέρη, 36 ετών, αρτοποιός, αποτελεί μέλος της εθνικής ομάδας γυναικών ράγκμπι. Ασχολείται με το άθλημα εδώ και οκτώ χρόνια (κέντρο και props), ενώ τα τελευταία τρία παίζει στην Εθνική Ελλάδος.

Το ράγκμπι τη βοήθησε να ενισχύσει την ομαδικότητα και τη συνεργατικότητα. Της έδωσε επίσης αντοχή και αυτοπεποίθηση. «Μου αρέσει που μπορώ να σηκώσω ένα σακί και να μην χρειαστώ βοήθεια. Το σώμα μου μπορεί να ακολουθήσει αυτό που θέλω να κάνω». Σε έναν χώρο όπως η κουζίνα, όπου το σώμα –και ειδικά το γυναικείο σώμα– συχνά αμφισβητείται, η ενδυνάμωση μέσα από τον αθλητισμό είναι μια απάντηση ενάντια στα όποια στερεότυπα.

Η Άννα Λυμπέρη ταξιδεύει με την ομάδα της για αγώνες στο εξωτερικό, ενώ η καθημερινή της ρουτίνα περιλαμβάνει προπονήσεις τρεις φορές την εβδομάδα. «Τώρα δεν μου λείπει να βγω και να πιω, δεν μπορώ και να το υποστηρίξω πια ακόμα κι αν ήθελα. Οι πιο πολλοί φίλοι μου είναι μέσα από το ράγκμπι, οπότε βρισκόμαστε έτσι κι αλλιώς».

«Μου αρέσει που μπορώ να σηκώσω ένα σακί και να μην χρειαστώ βοήθεια», εξηγεί η Άννα Λυμπέρη, αρτοποιός και μέλος της εθνικής ομάδας γυναικών ράγκμπι.

Ο Τάκης Μαύρος ξεκίνησε τη διαδρομή του στη γαστρονομία ως μάγειρας, ασχολήθηκε με το σέρβις και στη συνέχεια αφιερώθηκε στο κρασί. Ασχολούνταν πάντα με τον αθλητισμό – έπαιζε ποδόσφαιρο και η γυμναστική ήταν σταθερό κομμάτι της ρουτίνας του. Το τρέξιμο, όμως, ήρθε τυχαία πριν τρία χρόνια, όταν αποφάσισε να συμμετάσχει στον μαραθώνιο του Ναυπλίου. «Πήγα μόνο με έναν μήνα προετοιμασίας και το έβγαλα. Είναι λες και το είχα μέσα μου», λέει.

Η άθληση προσφέρει έναν τρόπο να ξεδίνεις και δεν είναι λίγες οι φορές που θα πάει για προπόνηση το βράδυ μετά τη δουλειά. Η προσοχή στη διατροφή είναι κομμάτι της καθημερινότητάς του: «Πάντα με ταπεράκι στη δουλειά, το έκανα ανέκαθεν τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας. Προσέχω τι τρώω και δεν πίνω ιδιαίτερα πολύ. Ως σομελιέ άλλωστε δοκιμάζεις το κρασί, γι΄αυτό και το φτύνεις. Στην ουσία, αν πίνεις πολύ δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται, μετά το τέταρτο, ποτήρι ποτήρι». Η άθληση έχει σημαντικό αντίκτυπο στη διάθεσή του και στην ενέργεια της ημέρας: «Όταν αθλούμαι, είναι πιο γεμάτη η μέρα μου, έχω περισσότερη ενέργεια και καθαρό μυαλό. Είναι ένα κομμάτι της ρουτίνας και της ζωής μου, φτιάχνω και το πρόγραμμά μου έτσι για να τα χωρέσω όλα». Πάνω από όλα όμως, το τρέξιμο είναι κάτι που του αρέσει και τον ευχαριστεί.

Η καραντίνα, όπως παρατηρεί, ανέδειξε μια αλλαγή στην κουλτούρα μας. «Είχε ανέβει πολύ το τρέξιμο εκείνη την περίοδο, ήταν και το μόνο που μπορούσες να κάνεις. Για κάποιους είναι και η ψυχοθεραπεία τους». Η προσοχή στη διατροφή και την κατανάλωση αλκοόλ, πιστεύει, δημιουργεί ισορροπία. «Είναι καλό που προσέχουμε τι τρώμε και πίνουμε, να υπάρχει μια ισορροπία σε όλα».

Αυτή η φιλοσοφία επεκτείνεται και στην επαγγελματική ζωή. «Γι’ αυτό και βρίσκεις καινούργιες ιδέες, χωρίς αλκοόλ, pairing non-alcohol, να έχει ο πελάτης την εμπειρία χωρίς να καταναλώσει αλκοόλ. Κάποια πάρτι γίνονται νωρίτερα, δεν χρειάζεται να ξεκινάει η διασκέδαση στις 12 το βράδυ». Του αρέσει που επηρεάζει φίλους και συναδέλφους με θετικό τρόπο, όμως το πιο ωραίο είναι οι παρέες που έχουν δημιουργηθεί μέσα από το τρέξιμο. «Τρέχουμε, ο καθένας στον ρυθμό του, κι ανάλογα την προπόνηση θα καθίσουμε μετά να πιούμε καφέ. Έχουν φτιαχτεί παρέες από το τρέξιμο, και έτσι προκύπτουν και ταξίδια. Μετά τον αγώνα θα μείνεις 2–3 μέρες να δεις την πόλη. Αν δεν είχαμε το τρέξιμο δεν θα το κάναμε».

«Η νίκη είναι για τον εαυτό σου, όχι για να αποδείξεις κάτι σε κάποιον άλλον», κατά τον σομελιέ Τάκη Μαύρο.

Η φροντίδα του σώματος, η διατροφή και ο ύπνος είναι καθοριστικοί παράγοντες για την απόδοση. «Σε όλες τις προπονήσεις αποδίδουμε καλύτερα όταν τρώμε και κοιμόμαστε καλά».

Η άθληση, όπως παρατηρεί, βοηθά να αντιμετωπίσει κανείς εξαρτήσεις, δύσκολες καταστάσεις, χωρισμούς και γενικά αυξάνει τη ντοπαμίνη. «Στο τρέξιμο το ωραίο είναι ότι είσαι εσύ με τον εαυτό σου, βάζεις τα ακουστικά σου, τρέχεις, ξεχνιέσαι. Και μόλις τρέξεις, μετά από λίγο, είσαι καλύτερα».

Ο Τάκης Μαύρος ετοιμάζεται τώρα για τον πέμπτο του μαραθώνιο. Ο καθένας έχει τη δική του ιστορία, αλλά για εκείνον ξεχωρίζει ο Αυθεντικός Μαραθώνιος της Αθήνας, που ήταν και ο πρώτος του. «Έκανα τρεισήμισι ώρες και μου αρέσει να μου λένε ότι κάτι δεν γίνεται και τελικά να το κάνω. Η νίκη είναι για τον εαυτό σου, όχι για να αποδείξεις κάτι σε κάποιον άλλον. Όταν βάζω στόχο, θέλω να τον φτάνω. Και στην αποτυχία και στην επιτυχία κολλάς και θέλεις κι άλλο στο τρέξιμο, γιατί βλέπεις την εξέλιξη πολύ γρήγορα».

Έξι μήνες μετά, συμμετείχε στο Μιλάνο και τερμάτισε σε τρεις ώρες και τέσσερα λεπτά. Στο Βερολίνο, όμως, λιποθύμησε τρία χιλιόμετρα πριν τον τερματισμό από αφυδάτωση. «Ήταν κακό σαν εμπειρία. Αλλά με το που συνήλθα, πήρα το κινητό και έψαξα να βρω πότε είναι ο επόμενος αγώνας. Δεν μου έμεινε σαν φοβία, με έκανε πιο δυνατό και με έβαλε και σε μια διαδικασία να προγραμματίσω καλύτερα τον επόμενο αγώνα μου».

Οι ιστορίες αυτές δεν μιλούν για τελειότητα αλλά για επιλογές. Για ανθρώπους που, μέσα σε έναν απαιτητικό κλάδο, μετακινούνται από την υπερβολή στην πειθαρχία και από εκεί στην ισορροπία. Ίσως τελικά η μεγαλύτερη αναμέτρηση να μην είναι με το χρονόμετρο ή τη γραμμή τερματισμού, αλλά με τον τρόπο που επιλέγουμε να ζήσουμε.

Σχετικό Άρθρο
Σχετικό Άρθρο
Σχετικό Άρθρο

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα