ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΠΙΟ ITALO ΑΠΟ ΤΟΝ DISCO BAMBINO
DJ, παραγωγός, συλλέκτης βινυλίων αλλά πάνω από όλα θεωρητικός, ένας «αρχαιολόγος» της disco μουσικής που βγήκε στην Ιταλία από το 1977 ως το 1983 και είναι πια ξανά δημοφιλής σε όλον τον κόσμο. Πριν διαλέξει δίσκους για πρώτη φορά στην Αθήνα, ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, μίλησε στον Παναγιώτη Μένεγο…
Ο Τζιουζέπε, για τους φίλους Μπέπε, Σαβόνι γεννήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 στη μικρή κωμόπολη Μπιτόντο, στην επαρχία Μπάρι της νότιας Ιταλίας. Μεγάλωσε ανάμεσα σε αδέρφια και ξαδέρφια που, ξέρετε πώς ήταν αυτά τα πράγματα πριν το modern parenting, αναλάμβαναν συχνά καθήκοντα μπέιμπι σίτινγκ. Κάπως έτσι βρέθηκε να ακούει τη δική τους μουσική κι όχι, ας πούμε, παιδικά τραγούδια, να μην πηγαίνει βόλτα στο πάρκο αλλά να τους συνοδεύει νήπιο ακόμα σε εφηβικά πάρτι, στα οποία δεν έκανε πίσω αν ένιωθε ότι κάποια στιγμή η πίστα τον καλούσε.
Κι όταν μιλάμε για τη μουσική που έπαιζε σε αυτά τα πάρτι, εκεί στο μεταίχμιο των 70s με τα 80s, μιλάμε για italo disco. Δεν ήταν μια σκηνή που ανακάλυψε αργότερα, μπήκε κατευθείαν στη φάση από τόσο δα μικρός. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν ένα συνηθισμένο αγόρι που του άρεσαν το ποδόσφαιρο, οι μηχανές ή τα υπόλοιπα σπορ. Ο μικρός Μπέπε είχε εμμονή με την ποπ κουλτούρα; με τους δίσκους, με τα περιοδικά που είχαν σταρ στο εξώφυλλο, με τα λαμπερά σόου στην τηλεόραση.
Μερικές δεκαετίες μετά, απαντά και στο Disco Bambino: είναι DJ, παραγωγός, συλλέκτης βινυλίων αλλά πάνω από όλα ένας «αρχαιολόγος» αυτής της μουσικής που βγήκε στην Ιταλία από το 1977 ως το 1983. Μέσα από τον ομώνυμο λογαριασμό του στο Instagram που μετρά 370 χιλιάδες followers και σερβιρει καθημερινά διαμάντια, ενίοτε χαμένα, εκείνης της περιόδου.
«Για μένα είναι κάτι πολύ προσωπικό. Κυριολεκτικά γεννήθηκα μέσα σε αυτην την μουσική, είναι μέρος του DNA μου, δεν έπαψα ποτέ να την παρακολουθώ» μου λέει στην αρχή της κουβέντας μας ενόψει της πρώτης φοράς που θα διαλέξει μουσική στην Αθήνα, το Σάββατο 14/2 -ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου- στην Burger Disco.
Άλλο ιταλική disco κι άλλο italo disco…
Αν μπορεί κάποιος να εξηγήσει «γιατί όλοι πάθαμε (ξανά) italo;», πιστέψτε με, είναι αυτός εδώ ο βαθύς μελετητής του. Πριν πάμε εκεί όμως, μερικές απαραίτητες εξηγήσεις. Να ορίσουμε το πεδίο πριν πούμε τις μεγάλες αλήθειες…
«Τι είναι italo; Καταρχάς, είναι πολύ σημαντικό να κάνουμε έναν μεγάλο διαχωρισμό μεταξύ της ιταλικής ντίσκο και του italo disco, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Μείνετε μαζί μου…
Η ιταλική ντίσκο αναπτύσσεται στα late 70s και είναι πολύ κοντά στην αντίστοιχη αμερικάνικη όσον αφορά τον ήχο και την παραγωγή. Είναι μουσική φτιαγμένη στο στούντιο από αληθινούς μουσικούς με αληθινά όργανα, σεσιονάδες συνεργάτες, όλο το γνωστό μουσικό οικοσύστημα.
Το italo disco, από την άλλη, απογειώνεται στην αρχή των 80s με την άνοδο των συνθεσάιζερ και των drum machines. Μοιάζει περισσότερο με “κίνημα”, έτσι όπως υποστηρίζεται από τους DJs και τους ανθρώπους των κλαμπ που δεν έχουν απαραίτητα μουσική εκπαίδευση, αλλά είναι τρελαμένοι με τα beats, τις ατμόσφαιρες και τα κομμάτια που δουλεύουν αποκλειστικά στην πίστα.
Για να τα τοποθετήσουμε χρονικά η disco στην Ιταλία διατρέχει το ’79-’80, ενώ το italo σκάει το ‘80-’81 και φτάνει μέχρι το τέλος των 80s. Όμως δε διαφέρουν μόνο στον ήχο, είναι δύο διαφορετικές αντιλήψεις.
Στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, η ντισκοτέκ στην Ιταλία ήταν μέρος συγκέντρωσης κι απόδρασης. Στη χώρα υπήρχε πολιτική και κοινωνική ένταση – διαδηλώσεις, βία, τρομοκρατία – κι έτσι τα νυχτερινά κλαμπ εξελίχθηκαν σε χώρο που ο κόσμος μπορούσε να συνυπάρχει ειρηνικά και να χαίρεται τη ζωή, τη φιλία και την ελευθερία, έστω για λίγες ώρες.
Με το που έρχεται το italo disco, μαζί με τα 80s, αλλάζει και η ενέργεια: πάμε στο ατομικό – ταυτότητα, επιθυμία, αισθήσεις. Ακόμα και η νυχτερινή εμπειρία γίνεται πιο προσωπική, το κλαμπ. γίνεται περισσότερο μέσο αυτοέκφρασης. Το αντιλαμβάνεσαι από τα ίδια τα aesthetics: τα 70s είχαν ένα είδος κομψότητας υψηλής ραπτικής, ενώ η δεκαετία του ’80 αγκαλιάζει τον πειραματισμό με συνθετικά υλικά, τολμηρούς συνδυασμούς, ανάμειξη πραγμάτων που “δεν πρέπει” να πάνε μαζί. Είναι σαν οι άνθρωποι να προσπαθούν να ξεφύγουν από τα όρια με τα οποία μεγάλωσαν και να διεκδικήσουν κάτι μοναδικό».
Αργό χειροκρότημα. Ο άνθρωπος είναι καθηγητής!
Νοσταλγία! Τεμπελιά ή έμπνευση;
Φτάνοντας στο σήμερα, ο Μπέπε Σαβόνι θεωρεί ότι αυτή η, κάποτε εξεζητημένη, σκηνή της ιταλικής μουσικής πλέον είναι γνωστή σε όλο και περισσότερους ανθρώπους μέσα από τα σόσιαλ. Αυτό που ήταν κάποτε underground, σήμερα απευθύνεται σε ένα πολύ πιο πλατύ κοινό που το ανακαλύπτει με μεγάλο ενδιαφέρον. Κι έτσι, η ιταλική ντίσκο και το italo disco, για να διατηρήσουμε τον διαχωρισμό, μοιάζουν καινούριες κι αναζωογονητικές, ακόμα κι αν δημιουργήθηκαν πριν από 40 χρόνια. Σύμφωνα με τον Μπέπε, αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη μουσική, «είναι η αισθητική, η συμπεριφορά, ολόκληρη η οπτική επικοινωνία. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν οι νοσταλγοί, οι άνθρωποι που το βίωσαν τότε κι επανασυνδέονται. Κι από την άλλη, ένα εντελώς νέο κοινό που το νιώθει τολμηρό, εξωφρενικό και εκπληκτικά μοντέρνο».
Δεν πάει πολύς καιρός που η Αθήνα υποδέχθηκε (δις μάλιστα) τα πιο χαρακτηριστικά «πρόσωπα» αυτής της italo αναβίωσης: το ντουέτο των Mind Enterprises, με το εντυπωσιακό crossover που τρύπησε το mainstream κι έκανε εκείνον τον φίλο σου που δεν το περίμενες να σου πει να πάτε να τους δείτε. «Σίγουρα ο ήχος και η κουλτούρα του italo έχουν εξάψει την παγκόσμια φαντασία» προσέχει τα λόγια του ο Μπέπε Σαβόνι. «Μερικές φορές είναι μια γνήσια έμπνευση που οι καλλιτέχνες επανερμηνεύουν με σεβασμό και προσωπικότητα. Κι άλλες φορές, γίνεται περισσότερο ένα στερεότυπο. Είναι σαν να μειώνεται μια ολόκληρη εποχή σε μια χούφτα κλισέ – ειδικά αισθητικά – και σε μένα αυτό φαίνεται λίγο απλοϊκό. Αλλά η ομορφιά της τέχνης είναι ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να ερμηνεύει και να εκφράζει τα πράγματα με τον δικό του τρόπο. Είμαι λοιπόν χαρούμενος που η επιρροή εξαπλώνεται, απλώς δεν είμαι αυτόματα οπαδός όλων όσων φέρουν την ετικέτα “εμπνευσμένο από το italo”».
Κι έπειτα είναι το θέμα της ίδιας της νοσταλγίας. Πότε είναι άδεια και τεμπέλικη και πότε είναι δημιουργική και παραγωγική; «Είναι μια συναρπαστική ερώτηση αυτή, επειδή ζούμε σε μια εποχή που σχεδόν τα πάντα μπορούν να θεωρηθούν νοσταλγία. Νοσταλγούμε τις δεκαετίες του ’50, του ’60, του ’70, του ’80, του ’90, ακόμη και τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η τεχνολογία επιταχύνει τα πάντα, έτσι ώστε το παρελθόν να γίνεται “υλικό αναφοράς” σχεδόν αμέσως.
Για μένα, η γραμμή μπαίνει στο συναίσθημα, και στην πρόθεση. Όταν αναδημιουργείς κάτι απλώς για να το αναπαράγεις, μπορεί να είναι φόρος τιμής ή αναβίωση, αλλά μάλλον θα μείνει στην επιφάνεια. Όταν όμως χρησιμοποιείς το παρελθόν ως γλώσσα για να πεις τη δική σου ιστορία, δεν αντιγράφεις. Μεταφράζεις. Εισάγεις τη βιωμένη σου εμπειρία. Κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο το Disco Bambino δεν είναι απλώς ένα ψηφιακό μουσείο. Έχει να κάνει με τη δημιουργική παράδοση της σκυτάλης, ίσως και με μια στάση ζωής – έναν τρόπο προσέγγισης της ζωής.
Η ιταλική ντίσκο και η italo disco γεννήθηκαν σε πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο. Με έναν περίεργο τρόπο, βιώνουμε ένα παρόμοιο είδος έντασης σήμερα. Γι’ αυτό τραβάει τον κόσμο: προσφέρει τόσο αυτοέκφραση όσο και καταφύγιο – έναν χώρο χαράς σε έναν κόσμο που μπορεί να είναι βαρύς».
Disco Bambino: Ένα πολύτιμο ψηφιακό μουσείο
Το πρώτο post στο IG προφίλ Disco Bambino ανέβηκε στον Ιούνιο του 2019. Είναι ο ίδιος ο Μπέπε σε πόζα ροκ σταρ και ηλικία 10 ετών. 600+ αναρτήσεις μετά, η σελίδα είναι ένα χρυσωρυχείο που ακροβατεί ανάμεσα στο καλτ και το κιτς, αντανακλώντας αυθεντική αγάπη για όλες τις ντίβες, όλους τους παραγωγούς, όλους τους DJs, όλους τους μουσικούς που συνθέτουν αυτό το italo μωσαικό.
Στέκεται στο πόσο η φύση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης επέτρεψαν στην κουλτούρα αυτή να ταξιδέψει (να και κάποιος που δεν τα βρίζει, σκέφτομαι) αλλά και στον χρόνο που λάνσαρε το πρόζεκτ. Ήταν η περίοδος της πανδημίας και οι άνθρωποι αναζητούσαν ψυχαγωγία και σύνδεση, περισσότερο από ποτέ. Άρχισε να κάνει κάποια DJ sets από το σπίτι του στη Νέα Υόρκη παίζοντας δίσκους από τη δική του συλλογή. Και η ανταπόκριση ήταν εντυπωσιακή, fans από όλον τον κόσμο. Τους ενδιέφερε ο ήχος, αλλά και τα εξώφυλλα των δίσκων, η τυπογραφία, η φωτογραφία, ολόκληρη η σχεδιαστική γλώσσα («τους ήταν κάτι κάτι οικείο σε ενέργεια, αλλά εντελώς διαφορετικό σε γεύση»)
«Ναι, σίγουρα βλέπω τον εαυτό μου ως αρχαιολόγο. Μεγάλο μέρος αυτής της μουσικής, και πολλοί από τους καλλιτέχνες κατέληξαν μισοξεχασμένοι. Κάποιοι από αυτούς κυκλοφόρησαν μόνο ένα single, ίσως μερικά κομμάτια, άντε ένα δυο άλμπουμ – αλλά επειδή ήταν σε μικρές δισκογραφικές εταιρείες, εκτός του mainstream, το έργο τους δεν ταξίδεψε μακριά. Όμως πειραματίζονταν, στ’ αλήθεια. Δοκίμαζαν νέα πράγματα, κάποια μπορεί να μην είχαν απήχηση απλώς επειδή οι άνθρωποι δεν ήταν έτοιμοι γι’ αυτά ή δεν ήξεραν πώς να τα διαβάσουν. Κι έτσι χάθηκαν στη λήθη.
Το digging με έκανε να συνειδητοποιήσω πόση δημιουργικότητα υπήρχε τότε, ειδικά στο περιθώριο: μικροί παραγωγοί, «τρελοί» ενορχηστρωτές, όλοι τους οραματιστές σε κλίμακα δωματίου. Άνθρωποι που μπορεί να είχαν απορριφθεί εκείνη την εποχή αν και ήταν πραγματικά σπουδαίοι και, σε πολλές περιπτώσεις, μπροστά από την εποχή τους».
Αναφέρεται στο digging, στην ανακάλυψη όλων αυτών των, συχνά καλά κρυμμένων, θησαυρών του παρελθόντος κιν αναρωτιέμαι ποιος είναι το μυστικό; Ποια είναι τα tips της μουσικής ανασκαφής; «Η περιέργεια. Αυτό είναι πραγματικά», είναι η αυτόματη και σαφής απάντηση. «Παρακολουθώ τις λεπτομέρειες. Άλλοτε είναι ένα εξώφυλλο, ένας φωτογράφος, ένας γραφίστας. Άλλοτε είναι το όνομα ενός ηχολήπτη, ένας ενορχηστρωτής, ένα όνομα στο στούντιο. Ένα μικρό στοιχείο οδηγεί στο άλλο, και απλώς αφήνω την αλυσίδα να με τραβήξει μπροστά. Και έτσι συνεχίζω να ανακαλύπτω απίστευτα πράγματα που δεν έχω ξανακούσει».
Όπως καταλαβαίνετε, ο Μπέπε Σαβόνι είναι ένας υπέροχος θεωρητικός, έχει το context για να εξηγήσει τα πάντα γύρω από το italo. Αλλά στην Αθήνα δεν έρχεται για διάλεξη (όχι ότι θα ήταν άσχημα!) αλλά για να παίξει δίσκους και να κάνει το κοινό να χορέψει. Αφού μου λέει ότι αν μπορούσε να τηλεμεταφερθεί και να παίξει ως DJ σε οποιοδήποτε κλαμπ του παρελθόντος δε θα διάλεγε κανένα ιστορικό ή διάσημο (αν και του πρότεινα από το Paradise Garage μέχρι το θρυλικό L’ Altro Mondo στο Ρίμινι με το booth διαστημοπλοίου), αλλά το P Magic στη γενέτειρά του εκεί όπου άκουσε πρώτη φορά disco («αυτό που θυμάμαι περισσότερο είναι το αίσθημα της απόλυτης ελευθερίας, όλοι εκεί μέσα έμοιαζαν ασταμάτητοι, σαν να βρίσκονται – γεμάτοι χαρά- στην κορυφή του κόσμου»), του ζητάω ως επίλογο (κι ορεκτικό) μερικούς δίσκους.
5 gems από τα 70s-80s…
Patrizia Pellegrino, “Automaticamore” // Flavia Fortunato, “Se Tu Vuoi” // GG Toney, “Dedicated To Robert Weiner” // Azoto “Exalt Exalt”// Alba “Only Music Survives”
…και 5 επιλογές από μοντέρνο italo
(το δικό του) Disco Bambino “Odeon” // Corine feat Pino D’angio “Tutta Sola” // Jolly Mare & Daniele Baldelli, “Dhol Parade” // Giovanni D’amico, “Italians In A line” // Ora The Molecule, “Loveskat” (Midnight Magic Remix)
Disco Bambino @ Burger Disco, Σαβ, 14/2,
μαζί του Sunshine Pedro & Midnight City.