Ένα βιβλίο για το παγκόσμιο πλυντήριο του ποδοσφαίρου
Διαβάζεται σε 11'
“Η μπάλα σε λάθος πόδια”. Ένα βιβλίο για το φαινόμενο του “sportswashing” και τη δυναμική του ποδοσφαίρου που ήταν, είναι και θα παραμείνει το πιο δημοφιλές άθλημα στον πλανήτη.
- 12 Φεβρουαρίου 2026 14:05
Το βιβλίο “Η μπάλα σε λάθος πόδια” (Εκδόσεις Απρόβλεπτες) του Δημήτρη Ραπίδη αποτελεί μια βαθιά και πολυδιάστατη εξερεύνηση του ποδοσφαίρου ως κοινωνικό φαινόμενο, πέρα από τα στενά όρια του αθλήματος. Αν υπάρχουν δηλαδή τέτοια.
Μέσα από αφηγήσεις ιστορικού και διαχρονικού βεληνεκούς, ο πολιτικός επιστήμονας και επικοινωνιολόγος Δ. Ραπίδης καταπιάνεται με το φαινόμενο του “sportswashing”, το οποίο ξεκίνησε από τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα:
Η καταγραφή ξεκινά από το 1920 και την Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι, συνεχίζει με την Ισπανία του Φρανθίσκο Φράνκο και τη Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ, περνάει στη Λατινική Αμερική και την Αργεντινή του Χουάν Περόν και του Χόρχε Βιντέλα και τη Βραζιλία του Ζετούλιο Βάργκας, επιστρέφει στην Ευρώπη και την Πορτογαλία του Αντόνιο Σαλαζάρ, εξετάζει τις πολιτικές της Κίνας και του Σι Τζινπίνγκ και τις διαπλοκές της με τη “στρογγυλή θεά” και καταλήγει φυσικά, στο Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία.
Μια περιήγηση στα σκοτεινά δωμάτια του sportswashing
Λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, το NEWS 24/7 συνομίλησε με τον Δ. Ραπίδη για το “Η μπάλα σε λάθος πόδια”, για το παρόν και το μέλλον του σπορ αλλά και για το “no politica” και την οπαδική βία.
Πώς προέκυψε η ιδέα για το βιβλίο;
Αφετηρία ήταν η διαπίστωση ότι το σύγχρονο ποδόσφαιρο έχει εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο πεδίο άσκησης διπλωματίας και οικονομικής ισχύος. Η εξαγορά της Νιούκαστλ από το Ταμείο Δημοσίων Επενδύσεων της Σαουδικής Αραβίας το 2021 λειτούργησε ως καταλύτης. Με ενδιέφερε να διερευνήσω πώς ένα άθλημα με τέτοια λαϊκή βάση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη βελτίωση της εικόνας κρατών με αμφιλεγόμενο ιστορικό στα ανθρώπινα δικαιώματα, μια πρακτική που πλέον ονομάζουμε sportswashing. Μελετώντας την ιστορία, είδα ότι αυτό δεν είναι ένα νέο φαινόμενο:
από τον Μουσολίνι και το Μουντιάλ του 1934 μέχρι τον Χίτλερ και τον Βιδέλα στην Αργεντινή κι αργότερα στην Κίνα και το Κατάρ, η πολιτική εξουσία πάντα αναζητούσε τρόπους να “εργαλειοποιήσει” το συναίσθημα των οπαδών για να νομιμοποιηθεί. Το βιβλίο είναι μια ιστορική περιήγηση που ξεκινά από τις αρχές του 20ου αιώνα και φτάνει μέχρι τις μέρες μας, αναδεικνύοντας πώς η μπάλα συχνά καταλήγει να υπηρετεί σκοπούς ξένους προς το ίδιο το παιχνίδι.
Το ερχόμενο καλοκαίρι έχουμε Μουντιάλ σε ΗΠΑ, Μεξικό και Καναδά. Πόσο υποκριτικό είναι το “το ποδόσφαιρο ενώνει” στην εποχή του θεσμικού “no politica”;
Η θεωρία ότι “το ποδόσφαιρο ενώνει” αποτελεί συχνά ένα χρήσιμο αφήγημα για τους μεγάλους αθλητικούς οργανισμούς, καθώς επιτρέπει την ομαλή διεξαγωγή των διοργανώσεων μακριά από εντάσεις. Στην πράξη ωστόσο, αυτό που βλέπουμε στις ΗΠΑ είναι μια έντονη πόλωση και μια επιστροφή σε μια ρητορική που προτάσσει την εσωτερική περιχαράκωση και βαθαίνει το διχασμό.
Όταν το θεσμικό no politica επιβάλλεται σε ένα τέτοιο περιβάλλον, στην πραγματικότητα δεν προστατεύει το άθλημα από την πολιτική, αλλά φιμώνει την κοινωνική κριτική. Είναι υποκριτικό να μιλάμε για “ενότητα” μέσω της μπάλας, όταν την ίδια στιγμή το ποδόσφαιρο χρησιμοποιείται ως εργαλείο προβολής ισχύος μιας ηγεσίας που αμφισβητεί πολυμερείς συνεργασίες ή θεσμικές εγγυήσεις ενός δημοκρατικού πολιτεύματος.
Τι έχει αλλάξει στις ΗΠΑ από το 1994 ως σήμερα;
Η διαφορά ανάμεσα στο 1994 και το σήμερα είναι μεγάλη. Το ποδόσφαιρο έχει μετατραπεί από έναν “εξωτικό επισκέπτη” σε έναν από τους ισχυρότερους βραχίονες της αμερικανικής “ήπιας ισχύος” (soft power). Πολιτικά, το άθλημα έχει ενταχθεί πλήρως στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ως εργαλείο διπλωματικής διείσδυσης και σταθεροποίησης σχέσεων σε περιοχές στρατηγικού ενδιαφέροντος, όπως η Λατινική Αμερική και η Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ επέβαλαν ένα μοντέλο “κλειστού καρτέλ” στον αθλητισμό που εξυπηρετεί μια ατζέντα “τάξης και ασφάλειας”, αποφεύγοντας τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του παραδοσιακού λαϊκού ποδοσφαίρου. Σχετικά με το τουρνουά του καλοκαιριού, οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονται απλώς να το φιλοξενήσουν, αλλά να ορίσουν τους κανόνες του παιχνιδιού σε παγκόσμιο επίπεδο, μετατρέποντας το άθλημα σε ένα πεδίο επιβεβαίωσης της οικονομικής και πολιτικής τους ηγεμονίας.
Ήταν διαφορετική η μπάλα στα 80s και τα 90s; Ή έχουμε μια τάση να ρομαντικοποιούμε το παρελθόν;
Ναι, ήταν διαφορετική. Στα 80s και τα 90s το ποδόσφαιρο ήταν ακόμα ένα “οργανικό” κομμάτι της κοινότητας, πιο αργό επίσης στην ανάπτυξή του στο γήπεδο, υπήρχαν λιγότερα ματς και το αποτύπωμά τους μετά σε κουβέντες και συζητήσεις στο πλαίσιο της παρέας και της καζούρας ήταν πιο έντονο και με μεγαλύτερη διάρκεια. Οι παίκτες επίσης δεν ήταν αποκομμένοι σε “χρυσές φούσκες” και οι σύλλογοι δεν ανήκαν σε απρόσωπα κρατικά funds.
Υπήρχε μια αίσθηση του ανήκειν που σήμερα έχει αντικατασταθεί από την “εμπειρία του πελάτη”. Η μπάλα τότε είχε περισσότερη “λάσπη” – με την έννοια της επαφής με την κοινωνική βάση – ενώ σήμερα είναι εντυπωσιακή σε επίπεδο δύναμης και ταχύτητας πλην αποστειρωμένη πολλές φορές ως τηλεοπτικό προϊόν υψηλής ευκρίνειας. Ρομαντικοποιούμε το παρελθόν γιατί τότε το ποδόσφαιρο μας επέτρεπε ίσως να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας μέσα στην ομάδα, ενώ σήμερα μας καλεί πρωτίστως να καταναλώνουμε την εικόνα της.
Ποια είναι τα “σωστά πόδια” που πρέπει να βγουν μπροστά στο ποδόσφαιρο σήμερα;
Είναι τα πόδια των αθλητών που συνειδητοποιούν ότι η φωνή τους έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τις ντρίμπλες τους. Στο βιβλίο αναφέρω παραδείγματα όπως ο Μπρούνο Νέρι ή ο Σόκρατες, στο πλαίσιο της εποχής που έδρασαν.
Σήμερα, “σωστά πόδια” είναι εκείνα που αρνούνται να γίνουν πρεσβευτές δικτατοριών, που μιλούν για την κλιματική κρίση, για τα δικαιώματα των εργατών στα γήπεδα-εργοτάξια, για τον ρατσισμό. Είναι επίσης οι οπαδοί που διεκδικούν τον έλεγχο των συλλόγων τους απέναντι στους “ιδιοκτήτες – κράτη”. Αν έχει χαθεί κάτι, αυτό είναι η αίσθηση της ταυτότητας και μια ισορροπία μεταξύ διαχείρισης, επένδυσης, λογοδοσίας και κοινοτικού πνεύματος στο άθλημα – μια δύσκολη ισορροπία αλλά αναγκαία για να συνεχίσει το ποδόσφαιρο να διατηρεί την υψηλή δημοφιλία του, τη λαϊκότητα και τη δύναμη των συναισθημάτων που δημιουργεί.
Πώς έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο στην εποχή της “γρήγορης κατανάλωσης”;
Ζούμε στην εποχή του “TikTok football”. Η αδηφαγία του κοινού για συνεχές περιεχόμενο έχει αναγκάσει το άθλημα να μεταλλαχθεί σε μια ατέρμονη σειρά από highlights. Αυτό οδηγεί στην αποδυνάμωση της ιστορικής μνήμης και της προσήλωσης στην ομάδα. Το ποδόσφαιρο σήμερα παράγεται για να καταναλωθεί γρήγορα και να περάσουμε στο επόμενο “προϊόν”.
Αυτή η αδηφαγία τροφοδοτεί τη δημιουργία διοργανώσεων-φαντασμάτων (όπως η European Super League), που στοχεύουν μόνο στην τηλεθέαση και την τσέπη των “φιλάθλων – τουριστών”, αδιαφορώντας για τον οπαδό που πηγαίνει στο γήπεδο κάθε Κυριακή.
Είναι το “no politica” το αντίστοιχο της εξίσωσης αριστεράς – δεξιάς;
Είναι μια ενδιαφέρουσα αναλογία. Στην πολιτική, η εξίσωση συχνά λειτουργεί ως ένας τρόπος να αποφευχθεί η βαθύτερη ανάλυση των αιτιών μιας σύγκρουσης, καταλήγοντας τελικά να συντηρεί την υπάρχουσα κατάσταση. Στο ποδόσφαιρο, το δόγμα του “no politica” φαίνεται να επιτελεί μια παρόμοια λειτουργία. Παρουσιάζεται ως μια προσπάθεια να παραμείνει το άθλημα προστατευμένο από εξωτερικές αντιπαραθέσεις, όμως στην πράξη, αυτή η αποχή συχνά διευκολύνει όσους διαθέτουν ήδη την ισχύ. Όταν οι θεσμοί του ποδοσφαίρου αρνούνται να συζητήσουν την πολιτική διάσταση των αποφάσεών τους – όπως για παράδειγμα τα κριτήρια επιλογής μιας χώρας για τη διοργάνωση ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου – ουσιαστικά επιτρέπουν στην πολιτική επιρροή να ασκείται “κάτω από το τραπέζι”, χωρίς δημόσιο έλεγχο και κριτική.
Σήμερα ποιος “ελέγχει” το παγκόσμιο ποδόσφαιρο και τι πρέπει να αλλάξει;
Ο έλεγχος του παγκόσμιου ποδοσφαίρου σήμερα βρίσκεται σε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στους θεσμικούς φορείς, όπως η FIFA και η UEFA, και σε μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια, συχνά κρατικής προέλευσης, που αναζητούν διεθνή αναγνώριση. Αυτό το μοντέλο έχει δώσει προτεραιότητα στην οικονομική ανάπτυξη και τη γεωπολιτική επιρροή, παραμερίζοντας ενίοτε την κοινωνική διάσταση του αθλήματος.
Για να υπάρξει μια θετική αλλαγή, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η διαφάνεια στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και να τεθούν σαφή κριτήρια που να αφορούν τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της εργασιακής ηθικής. Το ποδόσφαιρο χρειάζεται ένα μοντέλο διακυβέρνησης που να επιτρέπει μεγαλύτερη συμμετοχή στις τοπικές κοινωνίες και στους ίδιους τους οπαδούς, διασφαλίζοντας ότι το άθλημα θα παραμείνει ένα δημόσιο αγαθό και όχι απλώς ένα εργαλείο στρατηγικής των ισχυρών.
Διαπλοκή οπαδών με το έγκλημα και οπαδική βία
Η οπαδική βία είναι ένα σύνθετο φαινόμενο που συχνά λειτουργεί ως καθρέφτης ευρύτερων κοινωνικών εντάσεων. Η διαπλοκή τμημάτων των οργανωμένων οπαδών με το έγκλημα είναι μια πραγματικότητα που απαιτεί μια πολυεπίπεδη προσέγγιση. Η αυστηρή καταστολή και οι νομοθετικές ρυθμίσεις είναι απαραίτητες, αλλά από μόνες τους δεν αρκούν. Πρέπει να σπάσουν οι σχέσεις εξάρτησης και οι “γκρίζες ζώνες” ανάμεσα στις διοικήσεις των ομάδων, τις τοπικές εξουσίες και τους οργανωμένους οπαδούς.
Η αντιμετώπιση της βίας περνά μέσα από την παιδεία, την ενίσχυση της διαφάνειας στις αθλητικές ανώνυμες εταιρείες και την καλλιέργεια μιας κουλτούρας όπου το γήπεδο είναι χώρος ψυχαγωγίας και όχι πεδίο παράνομων δραστηριοτήτων. Η Πολιτεία και οι σύλλογοι οφείλουν να συνεργαστούν για να απομονώσουν τα εγκληματικά στοιχεία, προστατεύοντας τη μεγάλη πλειοψηφία των υγιών φιλάθλων.
Ποια είναι η άποψή σας για το “οπαδικό κίνημα”;
Το οπαδικό κίνημα είναι ένας ζωντανός οργανισμός με πολλές και διαφορετικές πτυχές. Από τη μία πλευρά, αποτελεί τον θεματοφύλακα της ιστορικής μνήμης και της ταυτότητας των συλλόγων, προσφέροντας μια αίσθηση του “ανήκειν” σε έναν ολοένα και πιο απρόσωπο κόσμο. Σε πολλές περιπτώσεις, έχουμε δει οπαδούς να αναλαμβάνουν σημαντικές κοινωνικές πρωτοβουλίες αλληλεγγύης.
Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη ελέγχου και η χειραγώγηση από εξωγενή συμφέροντα μπορούν να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του. Η δική μου οπτική είναι ότι το οπαδικό κίνημα έχει αξία όταν λειτουργεί ως ένα κύτταρο δημοκρατίας και κοινωνικής έκφρασης, όταν διεκδικεί τον σεβασμό στο άθλημα και την ομάδα του, και όταν παραμένει μακριά από τη μισαλλοδοξία και την εργαλειοποίηση.
Γιατί το ποδόσφαιρο παραμένει το “λαϊκότερο των αθλημάτων” παρά την ταξική του μετάλλαξη;
Παρά την ακραία εμπορευματοποίηση και το γεγονός ότι η πρόσβαση στο υψηλού επιπέδου θέαμα γίνεται συχνά ακριβή και προνομιακή, το ποδόσφαιρο διατηρεί τον λαϊκό του χαρακτήρα λόγω της μοναδικής του απλότητας. Είναι το μόνο άθλημα που μπορεί να παιχτεί οπουδήποτε με μια αυτοσχέδια μπάλα, καταργώντας – έστω και προσωρινά – τις κοινωνικές αποστάσεις.
Επιπλέον, το ποδόσφαιρο προσφέρει μια συναισθηματική διέξοδο και μια αίσθηση κοινής πορείας που δύσκολα συναντά κανείς αλλού. Ακόμη και σε ένα περιβάλλον έντονων ταξικών διαφορών, η στιγμή του γκολ παραμένει μια παγκόσμια γλώσσα συγκίνησης. Αυτή η “δημοκρατικότητα” της στιγμής είναι που το κρατάει ζωντανό στις καρδιές των ανθρώπων, αποτελώντας ένα πεδίο όπου ο καθένας μπορεί να νιώσει ότι συμμετέχει σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του.
Λίγα λόγια για τον Δημήτρη Ραπίδη
Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός επιστήμονας και επικοινωνιολόγος. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1985 και σπούδασε πολιτικές επιστήμες και διεθνείς σχέσεις σε Αθήνα και Γενεύη. Έχει εργαστεί επί χρόνια ως σύμβουλος επικοινωνίας και πολιτικής στρατηγικής στον ιδιωτικό τομέα, ως project manager σε προγράμματα διεθνών οργανισμών, σε ΜΚΟ, σε εταιρίες του εξωτερικού και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Υπήρξε επικεφαλής μη κερδοσκοπικού οργανισμού, συνιδρυτής μέσου ενημέρωσης και συνεργάζεται με εξαιρετικούς επιστήμονες στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή. Άρθρα και αναλύσεις του έχουν φιλοξενηθεί σε ελληνικά και διεθνή ΜΜΕ και κέντρα ερευνών.
Με το ποδόσφαιρο ασχολείται από μικρός. Τα τελευταία χρόνια συμμετέχει σε πρωτοβουλίες ανάδειξης του ποδοσφαίρου ως εργαλείου γνώσης και κοινωνικής εξέλιξης στο Ανατολικό Λονδίνο. Είναι συγγραφέας του βιβλίου “More than a Game: Το ποδόσφαιρο ως πεδίο έκφρασης και διεκδίκησης, πολιτικής σύγκρουσης και αντιπαράθεσης” που κυκλοφόρησε από τις Απρόβλεπτες Εκδόσεις το Νοέμβριο του 2022.