Νέες ταινίες: ‘80s ευτυχία το “Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ”, σοβαρός Σορεντίνο στο “Μεγαλείο”

Διαβάζεται σε 15'
Νέες ταινίες: ‘80s ευτυχία το “Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ”, σοβαρός Σορεντίνο στο “Μεγαλείο”
24 Media Creative Team

Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.

Η πολυσυζητημένη διασκευή με την Μάργκο Ρόμπι και τον Τζέικομπ Ελόρντι παρέμεινε στα ανεμοδαρμένη ύψη το ελληνικού box office φτάνοντας τα 115.000 εισιτήρια ενώ το “Άμνετ” συνεχίζει ακάθεκτο περνώντας τα 135.000. Ξεκάθαρα success stories ενός διαστήματος με πολλές επιλογές που δεν έκαναν γκελ όλες.

Από τα πουλέν μας πάντως, να αναφέρουμε πως ο “Δρόμος του Εγκλήματος” πλησιάζει τις 20.000 εισιτήρια, το “Sirat” πλησιάζει τα 14.000 και ο “Μυστικός Πράκτορας” πέρασε τα 11.000. Κάπως ρηχά τα νερά γενικώς, αλλά είναι ταινίες που θα ανταμείψουν τους θεατές τους.

Οι νέες ταινίες της εβδομάδας

Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ

(Γιώργος Γεωργόπουλος, 1ω53λ)

★★★★

Μια έφηβη με ολυμπιακά όνειρα στο τζούντο, αρχίζει να προπονείται με έναν παλιό προπονητικό θρύλο που είχε μυστηριωδώς χαθεί για κάποια χρόνια από το προσκήνιο. Τώρα θα πρέπει να διαχειριστεί την αυστηρή διδασκαλία του Γιούρι με τις επιθυμίες και τα όνειρα της εφηβείας καθώς η κρίσιμη μάχη πλησιάζει.

Σε 25 λέξεις: Τιμώντας το σχήμα της ‘80s αθλητικής ταινίας, ο Γεωργόπουλος αφηγείται με τεχνική δεξιότητα και συναισθηματική γενναιοδωρία μια απολαυστική ιστορία ενηλικίωσης. Φοβερός όπως πάντα ο Βαγγέλης Μουρίκης.

Κριτική

Μια έφηβη έχει ολυμπιακά όνειρα για την καριέρα της στο τζούντο, αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει πρώτα να αφήσει πίσω της το νησί και να μετακομίσει στην Αθήνα. Εκεί θα ζήσει και θα προπονηθεί υπό την επιτήρηση του πάλαι ποτέ προπονητικού θρύλου του τζούντο, Γιούρι, ο οποίος επιχειρεί το δικό του comeback ύστερα από χρόνια απουσίας. Και θα πρέπει να διαχειριστεί μια περίπλοκη σχέση με την πρώην αθλήτρια του νυν προπονητή της.

Ακούγονται γνώριμες οι διαδρομές, και είναι, αλλά με έναν τρόπο θριαμβευτικό και αληθινά σπάνιο για το ελληνικό σινεμά. Βλέποντας το Rocky είχατε οραματιστεί ποτέ «ελληνικό» training montage με ηχητική υπόκρουση Σοφία Βόσσου; Αυτό θα πει θρίαμβος.

«Πάττυ» είναι το παρατσούκλι της κεντρικής ηρωίδας, που παίζει με μια σιωπηλή μελαγχολία και αποφασιστικότητα ο Μορτ Κλωναράκης σε ένα εντυπωσιακό κινηματογραφικό ντεμπούτο. Είναι «πολύ κοριτσίστικο», λένε και ξαναλένε οι γύρω της – αλλά κι η έφηβη Δάφνη, αυτό είναι: Απλά Ένα Κορίτσι. Που θέλει να ζήσει κάνοντας κάτι που την ενθουσιάζει, που θέλει να ερωτευτεί, να παρασυρθεί, να θριαμβεύσει, να αποδείξει πράγματα. Όπως κάθε άτομο στην εφηβεία, θέλει να μεγαλώσει για να ζήσει όλα αυτά που μοιάζουν συναρπαστικά.

Αυτή η ιστορία ενηλικίωσης γράφεται με φανταστικές ποπ αποχρώσεις από τον Γιώργο Γεωργόπουλο του επίσης απολαυστικού “Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για Κάτι Πολύ Σοβαρό”. Ο Γεωργόπουλος δείχνει όχι μόνο απόλυτο σεβασμό απέναντι στα μοτίβα των ‘80s αθλητικών ταινιών, αλλά και εντυπωσιακή τεχνική σε μοντάζ και σκηνοθεσία, που υπηρετούν εξαιρετικά τις ανάγκες του είδους, με σκηνές μάχης που σε βυθίζουν στο δράμα και την αγωνία τους και με τη δημιουργία ενός ολόκληρου κόσμου γύρω από αυτές.

Αν η Δάφνη είναι το Judo Kid, ο (στοιχειωμένος, μα τόσο βαθιά ανθρώπινος) Βαγγέλης Μουρίκης είναι ο Μιγιάγκι της, ένας αποξενωμένος Δάσκαλος που ψάχνει την επιστροφή του στα εγκόσμια προσπαθώντας να αποφύγει τα ίδια λάθη που χρεώνει στον παρελθοντικό εαυτό του και που στοιχειώνουν ακόμα τον παροντικό.

Γύρω από αυτόν, κι από την πιο περιφερειακή αλλά αξιομνημόνευτη και μεστή ηρωίδα της Γιούλας Μπούνταλη, χτίζεται ένα θεματικά παράτολμο αλλά προσεγμένο στη διαχείρισή του, δράμα πάνω στην προσωπική ηθική, τα λάθη, και το να προσπαθείς ξανά. Όλα τυλιγμένα γύρω από μια ορμητική και ειλικρινή παραλλαγή της πιο απολαυστικής ‘80s αθλητικής ιστορίας ενηλικίωσης που δεν γυρίστηκε ποτέ.

Ένα φιλμ γεμάτο με στιγμές ανθρωπιάς, σύνδεσης, και μπόλικης συγκίνησης, σε ένα από τα πιο ενθουσιώδη δείγματα ελληνικού σινεμά των τελευταίων χρόνων.

Σχετικό Άρθρο

Το Μεγαλείο

(“La Grazia / Grace”, Πάολο Σορεντίνο, 2ω13λ)

★★★

Οι τελευταίοι μήνες της θητείας του τεχνοκράτη πρωθυπουργού Μαριάνο Ντε Σάντις, ο οποίος σκέφτεται για το αν θα υπογράψει τη νομιμοποίηση της ευθανασίας, ενώ πιέζεται από τον παλιό του φίλο και πιθανό επόμενο πρωθυπουργό, να ακυρώσει την ποινή μιας γυναίκας η οποία σκότωσε τον βίαιο παρτενέρ της. Και μέσα σε όλα μονολογεί διαρκώς το όνομα της Ορόρα, της αγαπημένης συζύγου του που έχει πεθάνει και που ακόμα του λείπει – κι η οποία τον είχε απατήσει μια φορά πριν 40 χρόνια, με έναν μυστηριώδη εραστή που ο Μαριάνο δεν γνωρίζει.

Σε 25 λέξεις: Ζεστό, ειλικρινές και κατά τόπους συγκινητικό και αστείο, με στοχαστική και φιλοσοφική διάθεση κι έναν έξοχο Τόνι Σερβίλο. Αν όχι από τις μεγάλες ταινίες του Σορεντίνο, σίγουρα πάντως από τις πιο μοναδικές.

Κριτική

Στη νέα του ταινία μετά το λίγο-πολύ αποδεκτό ως φιάσκο της “Παρθενόπης” (μια ταινία που όχι απλώς θάφτηκε πρόπερσι στις Κάννες αλλά θεωρήθηκε ως Σορεντίνο στα όρια της αυτο-παρωδίας χωρίς να το θέλει) ο ιταλός auteur επιστρέφει με ένα πολιτικό δράμα και πρωταγωνιστή τον Τόνι Σερβίλο. Όταν κολλήσεις, απλά κάνε αυτό που ξέρεις να κάνει με κλειστά μάτια, σωστά;

Αλλά όχι ακριβώς! Στο “Μεγαλείο”, ο Σερβίλο παίζει έναν ιταλό πρωθυπουργό ανάγκης. Έναν νομικό που βρέθηκε να διοικεί επειδή η χώρα έπρεπε να ενωθεί για να ξεπεράσει μια βαθιά δημοσιονομική κρίση κι έτσι έδωσε τα κλειδιά σε έναν μη-πολιτικό.

Η ταινία παρακολουθεί τους τελευταίους μήνες της τελευταίας θητείας του Μαριάνο Ντε Σάντις, ο οποίος έχει κάποια τελευταία διλήμματα να αντιμετωπίσει καθώς σουλατσάρει άσκοπα και άψυχα μες στους μεγάλους χώρους του Μεγάρου του – τόσο μεγάλοι, άδειοι και ψυχροί, που ούτε τα αρχαία στο φόντο δε μπορούν να τους ζωντανέψουν και να τους δώσουν ψυχή.

Ο Μαριάνο σκέφτεται για το αν θα υπογράψει τη νομιμοποίηση της ευθανασίας, κάτι με το οποίο δεν διαφωνεί ηθικά, αλλά φοβάται πως μπορεί να οδηγήσει σε εκμετάλλευση. Παράλληλα πιέζεται από τον παλιό του φίλο και πιθανό επόμενο πρωθυπουργό, να ακυρώσει την ποινή μιας γυναίκας η οποία σκότωσε τον βίαιο παρτενέρ της.

Και ανάμεσα σε όλες τις σκηνές φιλοσοφικών θεωρήσεων πάνω σε αυτά τα ζητήματα, μονολογεί το όνομα της Ορόρα, της αγαπημένης συζύγου του που έχει πεθάνει και που ακόμα του λείπει – κι η οποία τον είχε απατήσει μια φορά πριν 40 χρόνια, με έναν μυστηριώδη εραστή που ο Μαριάνο δεν γνωρίζει.

Αν όλο αυτό ακούγεται πληθωρικό ως περιγραφή, σας διαβεβαιώ πως στην εκτέλεση είναι σχεδόν νηφάλιο. Ο Σορεντίνο στέκεται και αφουγκράζεται. Σκέφτεται τον χρόνο που περνά (και που, βασικά, έχει περάσει ήδη). Σκέφτεται τις αποφάσεις που ήθελε να πάρει και δεν πήρε. Σκέφτεται τα γηρατειά. (Υπάρχει μια εντυπωσιακή σκηνή άφιξης του ομολόγου του από την Πορτογαλία. «Μοιάζω τόσο γερασμένος;» ρωτάει το δεξί του χέρι, καθώς ένα παλλόμενο beat ντύνει μουσικά μια slow motion σκηνή ‘καταστροφής’).

Σκέφτεται την κληρονομιά του στον κόσμο – όπως εκφράζεται στην ταινία τόσο μέσα από τα ηθικά διλήμματα του Μαριάνο και το κοινωνικό αποτύπωμα που θα αφήσουν, όσο και τη σχέση του μη χαρισματικού αυτού πρωθυπουργού με την τρομερά ικανή κόρη του, επίσης νομικό.

Σκέφτεται την Ορόρα.

Το γήρας, ο χρόνος, η ζωή, η κληρονομιά, είναι σκέψεις που πάντα διαπερνούν το έργο του Σορεντίνο. Αλλά καθώς εδώ έχει πάρει την απρόσμενη απόφαση να καθηλώσει στιλιστικά και αφηγηματικά τον εαυτό του και να πει την ιστορία μέσα από έναν ήρωα-φάντασμα (του οποίου το παρατσούκλι είναι «ενισχυμένο τσιμέντο», αν αναρωτιέστε πόσο φαν είναι στα πάρτυ), αυτές οι ιδέες αναδεικνύονται σε πρώτης γραμμής κείμενο αντί για subtext. Είναι λες και το πάρτυ έχει τελειώσει, αφήνοντας πίσω του φόβους και αμφιβολίες.

Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που πάσχει σε ρυθμό και σε ζωντάνια, αλλά που ο Σορεντίνο καταφέρνει να μετουσιώσει σε κάτι αν όχι βαθυστόχαστο, τότε τουλάχιστον ζεστό, ειλικρινές και κατά τόπους συγκινητικό (και αστείο). Δεν είναι απαραιτήτως μια από τις μεγάλες ταινίες του, αλλά είναι σίγουρα από τις πιο μοναδικές.

Παίζει Ακόμα;

(“Is This Thing On?”, Μπράντλεϊ Κούπερ, 2ω4λ)

★★★

Με τον γάμο του στα όρια της αποσύνθεσης, ο Άλεξ βαδίζει τυχαία σε ένα comedy club και κάνει ένα απεγνωσμένο stand-up. Σταδιακά, η σχέση του με την κωμωδία και την έκφραση μέσω αυτής, θα ξεκλειδώσει ένα κομμάτι του εαυτού του που είχε ξεχάσει. Αλλάζοντας όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και τις προσωπικές του σχέσεις.

Σε 25 λέξεις: Μικρού βεληνεκούς ταινία από τον Μπράντλεϊ Κούπερ μετά το “Maestro”, βασισμένη σε αληθινή ιστορία. Της λείπουν οι κορυφώσεις αλλά βρίσκει την ανθρωπιά και το μελαγχολικό χιούμορ σε μικρές στιγμές.

Κριτική

Καθώς ο γάμος του Άλεξ αποσυντίθεται και έρχεται αντιμέτωπος με ένα επικείμενο διαζύγιο, βρίσκεται ένα βράδυ να περπατά χωρίς σκοπό και διάθεση και μπαίνει σε ένα τυχαίο κλαμπ που πετυχαίνει μπροστά του. Εκεί, θα κάνει κάπως τυχαία ένα μικρό stand-up μονόλογο και θα διαπιστώσει πως η νέα του σχέση με την κωμωδία και την σκηνή των ανθρώπων της, θα του δώσει μια διέξοδο που ούτε καν φανταζόταν. Σταδιακά, θα αλλάξουν πολλά πάνω του και γύρω του – ακόμα και στις προσωπικές του σχέσεις.

Μετά το δημιουργικό στούμπωμα του “Maestro”, ο Μπράντλεϊ Κούπερ κάνει ελαφρά στροφή και εστιάζει σε μια αληθινά πολύ μικρή ιστορία που όμως και πάλι συγκεντρώνει τα κεντρικά του αφηγηματικά ενδιαφέροντα, πάνω δηλαδή στο πώς η προσωπική τέχνη και η προσωπική εξέλιξη συμβαδίζουν χέρι-χέρι. Βλέπε και “Maestro” δηλαδή, αλλά βλέπε και το θαυμάσιο προ λίγων ετών “A Star Is Born” ντεμπούτο του.

Η ιστορία που λέει εδώ είναι εμπνευσμένη από τη ζωή του άγγλου κωμικού Τζον Μπίσοπ (τον είδαμε και στο “Doctor Who” πριν λίγα χρόνια) και δεν έχει τίποτα το εντυπωσιακό ή το ανατρεπτικό. Είναι μια χαμηλών τόνων αλλά έντονης συναισθηματικής αλήθειας ιστορία, με έμφαση σε χαρακτήρες, σε πρόσωπα, στις πιο απειροελάχιστες αντιδράσεις προσώπων.

Όπου πιο ξεχωριστή σκηνή μπορεί να είναι μια αρμονική πρωινή “προσευχή” στο στήσιμο του πρωινού, δείγμα μιας παρελθοντικής συνύπαρξης που εμείς ως θεατές δεν προλάβαμε να βιώσουμε.

Όπου η Λόρα Ντερν δίνει μια μεστή ερμηνεία και ηγείται ενός σοβαρού καστ που εντυπωσιάζει με την ευθύτητά του, καθώς για μια ακόμα φορά ο Κούπερ εντυπωσιάζει ως σκηνοθέτης προσώπων και μικρο-εκφράσεων.

(Εξαιρετικός στον μικρό του ρόλο είναι μέχρι κι ο θρύλος του NFL, Πέιτον Μάνινγκ! Και εξαίρεση σε όλα αυτά αποτελεί ο ίδιος ο Κούπερ, που δίνει στον εαυτό του τον μόνο loud ρόλο της ταινίας, τον Balls, ένα ξεκάθαρο κωμικό sidekick σε μια ταινία ενδοσκοπική και ζυγισμένη.)

Είναι ένα πολύ γλυκό έργο, με ψυχή και σκηνοθετική και ερμηνευτική χάρη – κι ας αποφεύγει τις μεγάλες δηλώσεις και τις μεγάλες διαστάσεις. Όχι απαραίτητα ένα φιλμ που θα θυμόμαστε έντονα στο μέλλον, αλλά μια ώριμη, ζεστή στιγμή για έναν ηθοποιό-σκηνοθέτη που συνεχίζει να αναζητά την εσωτερικότητα και τον χαρακτήρα μέσα από την τέχνη και το περφόρμανς.

Scream 7

(Κέβιν Γουίλιαμσον, 1ω54λ)

Ο Ghostface επιστρέφει και απειλεί ξανά τη Σίντνεϊ και, πλέον, την κόρη της.

Σε 25 λέξεις: Τεμπέλικο και ανέμπνευστο “slop” περιεχόμενο σε μια ταινία δίχως καμία πια φρέσκια ιδέα, αδιάφορες σκηνές σασπένς, καμία αληθινή αίσθηση κινδύνου, και απογοητευτικές αποκαλύψεις.

Κριτική

Το “Scream” franchise ξεχώρισε και απέκτησε εξαρχής την ξεχωριστή του θέση χάρη στον ευρηματικό τρόπο με τον οποίο αποδομούσε, με γνώση και λατρεία, την ίδια τη φόρμα του κινηματογραφικού τρόμου. Σήμερα, στην κουρασμένη και κατα-ιδρωμένη πια 7η ταινία, το “Scream” αρέσκεται απλώς σε μια μπαγιάτικη αυτοαναφορικότητα. Πλέον, τα σημεία αναφοράς δεν είναι το σινεμά τρόμου, αλλά το ίδιο του το παρελθόν.

Πουθενά πια καμία αίσθηση φρεσκάδας από τον ορίτζιναλ μάλιστα σεναριογράφο Κέβιν Γουίλιαμσον, που τώρα επιστρέφει σκηνοθετώντας. Υπάρχει όμως λόγος που ο Γουίλιαμσον δεν είχε σκηνοθετήσει άλλη ταινία μετά το κάκιστο ντεμπούτο του, πριν 27 χρόνια, το “Σκεφτήκατε Ποτέ Να Σκοτώσετε τον Καθηγητή Σας;”: Από την οπτική του απουσιάζει η αφηγηματική οξυδέρκεια του μέγιστου Γουές Κρέιβεν που έκανε εξαρχής το “Scream” το φαινόμενο που είναι, αλλά ακόμα και οι δυναμικές συνθέσεις των Radio Silence που γύρισαν τις ταινίες 5 και 6.

Αντ’αυτών, το “Scream 7” μοιάζει με άτεχνα φωτισμένο επεισόδιο φτηνής τηλεόρασης, με μια τελείως πεζή οπτική ταυτότητα, απουσία έντασης και ευρηματικών σκηνών σασπένς και φόνων. Η Νιβ Κάμπελ επιστρέφει στο franchise ύστερα από την απόλυση της πρωταγωνίστριας Μελίσα Μπαρέρα(*) αλλά η ιστορία γύρω από την Σίντνεϊ και την κόρη της είναι ξαναζεσταμμένο δράμα, οι νέοι χαρακτήρες δεν κάνουν την παραμικρή εντύπωση, και οι αποκαλύψεις κοντά στο φινάλε της ταινίας είναι απογοητευτικές.

Η πιο φαν και καλογυρισμένη σκηνή της ταινίας είναι περιέργως η εναρκτήρια, με κάποια καλά τινάγματα, και με τις δύο πιο ενδιαφέρουσες παρουσίες (Μακένα Γκρέις και Τζίμι Τάτρο πλήρως χαραμισμένοι). Για την υπόλοιπη μιάμιση ώρα, είναι σα να παρακολουθούμε ένα ημιτελές draft που γυρίστηκε κακήν κακώς. Ή ύστατη ύβρις, για ένα franchise που υπήρξε συνώνυμο με τις φρέσκες ιδέες.

(*Η Μελίσα Μπαρέρα, πρωταγωνίστρια των “Scream 5” και “Scream 6”, απολύθηκε επειδή ήταν από τα πρώτα άτομα στο Χόλιγουντ που μίλησαν ανοιχτά και άφοβα υπέρ της Παλαιστίνης. Μετά την απόλυσή της, η Τζένα Ορτέγα αποσύρθηκε από το πρότζεκτ και ακολούθησε ο σκηνοθέτης Κρίστοφερ Λάντον, του “Happy Death Day”.

Η ταινία που προέκυψε βγάζει τελικά απόλυτο νόημα ως ένα φιλμ που ξαναγράφτηκε πρόχειρα χωρίς τους δύο πρωταγωνιστικούς του ρόλους – και άρα χωρίς σύνδεση με τα δύο προηγούμενα – με μια εντελώς άνευρη και αμήχανη επιστροφή της Νιβ Κάμπελ, και με έναν σεναριογράφο που σκηνοθετεί ενώ αποδεδειγμένα δεν είναι σκηνοθέτης. Αποτυχία σε κάθε πιθανό επίπεδο.)

 

Μπιτσκόμπερ

(Αριστοτέλης Μαραγκός, 1ω32λ)

★★★

Ο Ηλίας ονειρεύεται να χτίσει ένα καράβι από παλιοσίδερα, κυνηγώντας την κληρονομιά του ναυτικού πατέρα του. Αλλά καθώς η κατασκευή του αποτυγχάνει, καταρρέει κι η μυθολογία που έχει χτίσει γύρω από τον εαυτό του, αναγκάζοντάς τον να έρθει αντιμέτωπος με το ποιος είναι στα αλήθεια.

Σε 25 λέξεις: Αραιό στην αφήγηση και με την αλληγορία να κυριαρχεί, όμως σκηνοθετημένο με εξαιρετικές ιδέες, εύστοχη αναμνησιακή χροιά στην οπτικοποίηση, και με έναν εξαιρετικό Χρήστο Πασσαλή στον κεντρικό ρόλο. Σωστό βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Κριτική

Ο Αριστοτέλης Μαραγκός του “Timekeepers of Eternity” σκηνοθετεί την πρώτη του live action μεγάλου μήκους ταινία, εστιάζοντας σε έναν άντρα που αναμετράται με την κληρονομιά του πατέρα του, προσπαθώντας να χτίσει ένα καράβι στην ξηρά.

Η αλληγορία παίρνει τον έλεγχο αλλά ο Μαραγκός σκηνοθετεί με μεράκι και διαρκείς ιδέες, δίνοντας κάτι το φθαρμένο και το βιωμένο στην οπτική αποτύπωση της ιστορίας, μακριά από την όποια συμβατική οπτικοποίησή της. Και υπογραμμίζοντας έτσι την στοιχειωμένα αναμνησιακή όσο και απτή χροιά αυτού του προσωπικού πορτρέτου.

Πρωταγωνιστεί ένας φανταστικός Χρήστος Πασσαλής στον κεντρικό ρόλο, να αγκαλιάζει την ελλειπτικότητα της αφήγησης και του ίδιου του χαρακτήρα του. Αργυρός Αλέξανδρος Σκηνοθεσίας για την ταινία στο φετινό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σε μια αληθινά εύστοχη απόφαση της επιτροπής.

Όλες οι Κυριακές

(“Los Domingos / Sundays”, Αλαούντα Ρουίζ ντε Αζούα, 1ω55λ)

★★★

Μια 17χρονη ιδεαλίστρια έφηβη πρέπει να διαλέξει τι θα σπουδάσει, όμως αισθάνεται πως το μέλλον της βρίσκεται κοντά στον θεό. Τα πρώτα σκιρτήματα συνυπάρχουν με μια έντονη επιθυμία να αγκαλιάσει την ασκητική ζωή σε ένα μοναστήρι, κάτι που δημιουργεί έντονα συναισθήματα στην οικογένειά της και δοκιμάζει τα προοδευτικά τους αισθήματα.

Σε 25 λέξεις: Πολύ στιβαρά παιγμένη και γραμμένη ιστορία ενηλικίωσης που εξερευνά την ιδέα της προσωπικής ελευθερίας μέσα από συγκρούσεις ηθικής και προσωπικών πιστεύω, καθώς και του τι σημαίνει κρίση πίστης σε ένα σύγχρονο σκηνικό, προσφέροντα πολύ υλικό για μεγάλες συζητήσεις. Υποψήφιο για 13 βραβεία Γκόγια, ανάμεσά τους Καλύτερης Ταινίας.

Το Οτιδήποτε

(Γιώργος Αθανασίου, 1ω32λ)

★★

Δύο φίλοι και μουσικοί ταξιδεύουν σε ένα απομονωμένο χωριό στα βουνά της Αρκαδίας. Σκοπός τους είναι να ηχογραφήσουν έναν αυτοσχεδιαστικό δίσκο. Μέσα από μουσικές απόπειρες, κουβέντες και περιπλανησεις, διαπραγματεύονται την επιθυμία τους για επαφή και σύνδεση, καθώς ο φόβος, η ζωή και ο θάνατος εκτυλίσσονται μέσα στην έννοια του οτιδήποτε.

Σε 25 λέξεις: Αυτοσχεδιαστικό φιλμ δύο προσώπων πάνω στην τέχνη και τη δημιουργία από τον σκηνοθέτη του “Άνθη στα Άνθη”. Έχει ενδιαφέρον αλλά κάνει τελικά κύκλους.

Κυκλοφορούν επίσης

EPiC: Elvis Presley σε μια Μοναδική Συναυλία: Δείτε τον Έλβις όπως ποτέ ξανά. Με σπάνια πλάνα αρχείου που ανακάλυψε ο υποψήφιος για Όσκαρ Μπαζ Λούρμαν, σκηνοθέτης της επιτυχημένης βιογραφικής ταινίας “Elvis” με τον Όστιν Μπάτλερ.

Τσάρλι ο Σούπερ-Σκύλος: O Ντάνι, ένα νεαρό και ντροπαλό αγόρι, φαντάζεται έναν ονειρικό κόσμο στον οποίο αυτός και ο αγαπημένος του σκύλος, ο Τσάρλι, πρωταγωνιστούν στις δικές τους περιπέτειες υπερηρώων. Όταν εξωγήινοι απαγάγουν μυστηριωδώς τον Τσάρλι, επιστρέφει με πραγματικές υπερδυνάμεις ως ο Τσάρλι ο Σούπερ-Σκύλος. Περιπέτεια κινουμένων σχεδίων.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα