“ΠΑΙΖΕΙ ΑΚΟΜΑ;”: ΛΟΡΑ ΝΤΕΡΝ ΚΑΙ ΓΟΥΙΛ ΑΡΝΕΤ ΣΤΟ NEWS24/7
Στο “Παίζει Ακόμα;” του Μπράντλεϊ Κούπερ, ένας άντρας διαχειρίζεται την κρίση του γάμου του μέσα από την stand-up κωμωδία. Οι ηθοποιοί Γουίλ Αρνέτ, Λόρα Ντερν και Άντρα Ντέι μιλούν στο NEWS24/7 για αυτή τη διαδικασία (κινηματογραφικής) θεραπείας.
Το Παίζει Ακόμα; (Is This Thing On?) είναι μια ταινία σχεδόν ντεμοντέ ως προς το πόσο χαμηλών τόνων είναι, κάτι σχεδόν απαγορευτικό στο σημερινό κινηματογραφικό οικοσύστημα – όπου τα πάντα πρέπει να φωνάζουν για την προσοχή σου, να είναι προφανή, ή να βασίζονται σε κάτι που ήδη γνωρίζεις.
Το απίθανο βέβαια με τη νέα ταινία του Μπράντλεϊ Κούπερ (μετά το A Star Is Born και το Maestro) είναι πως βασίζεται όντως σε μια αληθινή ιστορία, απλά δεν είναι κάποιου αληθινά διάσημου ανθρώπου.
Μια φορά κι έναν καιρό, ο άγγλος κωμικός Τζον Μπίσοπ (τον έχουμε δει στο Doctor Who πριν κάποια χρόνια), που τότε δεν ήταν ακόμα κωμικός, αντιμετώπιζε προβλήματα με τον γάμο του. Περπατώντας μόνος του τη νύχτα, μπήκε σε ένα κλαμπ για να καθαρίσει το κεφάλι του κι εκεί έκανε μια φαινομενικά αψυχολόγητη κίνηση: Ανέβηκε στο stage για ένα αυτοσχεδιαστικό, ενστικτώδες ολιγόλεπτο σετ stand-up εξομολόγησης.
Από εκείνο το σημείο ξεκίνησε για τον ίδιο με το stand-up μια λυτρωτική σχέση που τον βοήθησε να βρει ξανά τον εαυτό του. Και, στην πορεία, έγινε κωμικός και μάλιστα πετυχημένος.
Το σενάριο, γραμμένο από τον διάσημο κωμικό Γουίλ Αρνέτ, τον Μαρκ Τσάπελ και τον Μπράντλεϊ Κούπερ, παίρνει προφανώς ελευθερίες, αλλά βασίζεται σε αυτό το αρχικό concept για να εξερευνήσει με ώριμο τρόπο, εντελώς ώριμα ζητήματα: Την κρίση ενός γάμου, τη δυναμική μιας οικογένειας και των κοντινών τους φίλων σε μια στιγμή προσωπικής κρίσης, και τελικά την αναζήτηση του ίδιου μας του εαυτού όταν νιώσουμε πως έχουμε χάσει αυτό που είμαστε.
Πόσες φορές δεν έχεις νιώσει πως κάτι από τη σπίθα σου, κάτι από αυτό που ήσουν, έχει χαθεί μες στη συνήθεια των χρόνων; Το Παίζει Ακόμα; δεν χρησιμοποιεί μεγάλα δραματικά γεγονότα για να αναπτύξει το δράμα του. Τα πάντα πηγάζουν από αναγνωρίσιμα, ενήλικα βιώματα.
Στον κεντρικό ρόλο του Άλεξ ο κωμικός Γουίλ Αρνέτ του Arrested Development και του BoJack Horseman, έχει απέναντί του ως Τες, το έτερόν του ήμισυ, την βραβευμένη με Όσκαρ, Λόρα Ντερν του Marriage Story και του Wild at Heart. Κοντά τους, ως φιλικό ζευγάρι επίσης σε κρίση, η Άντρα Ντέι (The United States vs. Billie Holiday) κι ο ίδιος ο Μπράντλεϊ Κούπερ στο ρόλο του Balls(!), του καλύτερου φίλου του Άλεξ.
Ο Κούπερ συνεχίζει ως σκηνοθέτης με ένα ακόμα ζεστό φιλμ που παρατηρεί με υπομονή και ενδιαφέρον τις εκφράσεις και τις ερμηνείες των ηθοποιών, χαρτογραφώντας την προσωπική αναζήτηση μέσα από την τέχνη – και κάθε είδους έκφραση, τελικά. Είτε είναι το τραγούδι, είτε η σύνθεση, είτε όπως εδώ το stand-up. Σε κάθε περίπτωση, είναι ο εαυτός μας που βάζουμε σε κάθε τι που δημιουργούμε, κι αυτό δε μπορεί παρά να μας οδηγήσει στο να αντιμετωπίσουμε ακριβώς το ποιοι είμαστε – ή έχουμε γίνει.
Το NEWS24/7 συνάντησε μέσω zoom το καστ της ταινίας κατά τη διάρκεια της προβολής στο φεστιβάλ του Λονδίνου. Γουίλ Αρνέτ, Λόρα Ντερν και Άντρα Ντέι μας μίλησαν για τη σχέση τους με την κωμωδία, για τις ενήλικες σχέσεις, για το πώς είναι να (ξανα)βρίσκεις τον εαυτό σου, και για το πώς αυτή η ταινία τους θύμισε κάτι από το σινεμά του Τζον Κασσαβέτη.
Η ΛΟΡΑ ΝΤΕΡΝ ΘΥΜΗΘΗΚΕ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΚΑΣΣΑΒΕΤΗ
Παρότι είναι μια ταινία για έναν χωρισμό, θα λέγατε ότι είναι μια ιστορία αγάπης; Και αν ναι, τι κάνει μια καλή ιστορία αγάπης;
Άντρα Ντέι: Ναι, είναι απολύτως ιστορία αγάπης. Δεν ξέρω τι κάνει μια καλή ιστορία αγάπης γενικά, αλλά νομίζω ότι αυτό που κάνει αυτή καλή είναι ότι συνειδητοποιούμε τελικά πως πρώτα είναι μια σχέση με τον ίδιο μας τον εαυτό. Και μου αρέσει ότι η ταινία εξερευνά το να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να είναι πλήρως ανθρώπινος, όλες τις διαφορετικές πτυχές του ποιοι είμαστε. Προσπαθούμε πάντα να χωρέσουμε σε ένα μικρό κουτί, αλλά έτσι δεν είμαστε φτιαγμένοι. Είμαστε πολυδιάστατοι.
Η ταινία εξερευνά την επικοινωνία, την ιδέα ότι μπορούμε να μεταμορφωθούμε ως άνθρωποι, ότι μπορούμε να έχουμε δεύτερες, τρίτες, τέταρτες, πέμπτες, έκτες ευκαιρίες. Και αν δώσουμε στον εαυτό μας τον χώρο και τη χάρη να το κάνει αυτό, τότε οι σχέσεις μας πραγματικά ανθίζουν.
Και αυτό είναι που, κατά τη γνώμη μου, κάνει αυτή την ταινία μια σπουδαία ιστορία αγάπης.
Λόρα Ντερν: Και μια ενήλικη ιστορία αγάπης, γιατί είναι αληθινή. Μιλά για το να μπορείς να είσαι δυστυχισμένος με τον άλλον, και με τον εαυτό σου. Για όλο το χάος. Δεν είναι, ξέρεις, το παραμύθι με το οποίο μεγαλώσαμε οι περισσότεροι, όπου κυνηγάς την τελειότητα. «Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».
Οι μύθοι είναι μύθοι για κάποιο λόγο, σωστά;
Λόρα, έχεις υποδυθεί μια δικηγόρο που ειδικεύεται στους χωρισμούς στο Marriage Story, μια γυναίκα που δεν έχει πραγματικά ξεπεράσει έναν χωρισμό στο The Son, και τώρα μια γυναίκα που αναστοχάζεται τον δικό της χωρισμό. Ποιος από αυτούς τους ρόλους ήταν ο πιο απαιτητικός να υποδυθείς και ποιος συναισθηματικός μοχλός χρειάστηκε να ενεργοποιηθεί για τον καθένα;
Άντρα Ντέι: Θέλω να μάθω την απάντηση σε αυτή την ερώτηση! Δεν την ξέρω!
Λόρα Ντερν: Λοιπόν, θα έλεγα ότι, κατά κάποιον τρόπο, αυτό με το οποίο παλεύεις πιο πρόσφατα γίνεται και το πιο απαιτητικό. Και ελπίζεις να είναι απαιτητικό με έναν τρόπο συναρπαστικό και, ταυτόχρονα, αβίαστο. Και αυτό ακριβώς μας προσφέρει ο Μπράντλεϊ, ο Γουίλ κι ο Μαρκ Τσάπελ με αυτούς τους χαρακτήρες.
Η Τες δεν ξεκινά από το μεγάλο της πλεονέκτημα της ως συναίσθημα. Παρότι πρόκειται για μια ιστορία ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα – και παραδοσιακά, σε μια ερωτική αγάπης, εκείνος μπορεί να είναι κάπως αποκομμένος από τα συναισθήματά του, ενώ εκείνη είναι απολύτως συνειδητοποιημένη συναισθηματικά – εδώ δεν ισχύει αυτό.
Πρόκειται για μια επαγγελματία αθλήτρια, που από την ηλικία των δέκα ετών διαχειριζόταν το «υπερόπλο», τη δύναμή της, της καθώς ανέβαινε προς τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Είναι πραγματίστρια, άμεση, και όλα έχουν να κάνουν με τη σωματικότητα του πράγματος. Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό από εμένα.
Και έτσι, αυτό ήταν μια πραγματικά συναρπαστική πρόκληση: να φτάσω στο πιο ευάλωτο σημείο μέσα μου. Να εκτεθώ απέναντι στον σύντροφό μου, να αντιμετωπίσω απόρριψη, φόβο, προδοσία, ζήλια, ανασφάλεια, λαχτάρα… όλα αυτά… ενώ ταυτόχρονα το θέμα είναι το διαζύγιο ή ένα ενδεχόμενο διαζύγιο.
Και να είμαι ευάλωτη μέσα από τη δύναμη. Και όχι δύναμη δημιουργική, όπως ένας χαρακτήρας-δημιουργός ή μια δικηγόρος διαζυγίων, αλλά μια δύναμη που γνωρίζει τη σωματική της ισχύ και αποδέχεται πλήρως τις αδυναμίες της και τα κομμάτια που πιθανότατα δεν ανέπτυξε ποτέ, επειδή είχε το βλέμμα της στραμμένο στον στόχο: να γίνει Ολυμπιονίκης.
Και ως γυναίκα, αυτός είναι ένας πραγματικά μοναδικός τύπος χαρακτήρα. Οπότε αυτό ήταν πολύ συναρπαστικό να το κάνω. Αλλά όλοι αυτοί οι ρόλοι έχουν τις δικές τους, ξεχωριστές προκλήσεις.
Πηγαίνετε σε comedy clubs; Γιατί μερικές φορές μπορεί να γίνουν αρκετά ακραία. Και αναρωτιόμουν αν σας αρέσει αυτού του είδους το τολμηρό ή ακόμα και άτακτο χιούμορ.
Λόρα Ντερν: Λοιπόν, καταρχάς, έχω πάει σε κωμικές παραστάσεις στη ζωή μου. Δεν πηγαίνω τακτικά σε αυτό το περιβάλλον αλλά είχα το προνόμιο να δω σπουδαίο stand-up, τεράστια γενναιότητα και, ξέρεις, ριζική αλήθεια πάνω στη σκηνή. Από κάποιους από τους μεγάλους δασκάλους, που μας έχουν δώσει ένα απίστευτο δώρο μέσω της κωμωδίας τους.
Αλλά αυτό που αγάπησα σε αυτή την εμπειρία ήταν η είσοδος στον κόσμο του Cellar. Δεν ήταν θέμα κωμωδίας, ήταν θέμα να βρίσκεις την κοινότητά σου, να βρίσκεις τους ανθρώπους σου.
Και αυτό το έχουμε όλοι στη ζωή μας. Όλοι έχουμε βρει ένα μέρος που λειτουργεί σαν ασφαλές καταφύγιο. Και αν είσαι αρκετά τυχερός να βρεις αυτή την αίσθηση κοινότητας, που είναι για σένα, για την ανάπτυξή σου, ξεχωριστή από την οικογένεια που δημιουργείς ή τον σύντροφο που έχεις, τότε αυτό είναι μια ξεχωριστή αίσθηση ταυτότητας και ανήκειν.
Ο Μπράντλεϊ Κούπερ αποτυπώνει τη Νέα Υόρκη ως έναν τόπο επανεφεύρεσης. Τι πρόσθεσε η πόλη στην ιστορία για εσάς;
Άντρα Ντέι: Λοιπόν… το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι ότι η πόλη πρόσθεσε το soundtrack. Η πόλη πρόσθεσε τον ήχο και τον ρυθμό της ταινίας. Και είναι ενδιαφέρον, γιατί συμφωνώ με αυτό που λέει, για την πόλη της επανεφεύρεσης. Νιώθεις ότι είναι μια πόλη ονείρων, μια πόλη δυνατοτήτων, εξερεύνησης.
Οπότε, για μένα, η πόλη δεν «ήταν ένας χαρακτήρας». Ήταν πολλοί χαρακτήρες. Πρόσφερε τη δυνατότητα, τα όνειρα, την επανεφεύρεση. Πρόσφερε τον ήχο, τον ρυθμό, τον τόνο – ακόμα και την τραχύτητα. Είναι μια πολύ γλυκιά ταινία, αλλά ο τρόπος που είναι γυρισμένη έχει μια σκληρότητα. Ακόμα και όταν είδαμε για πρώτη φορά το proof of concept, δηλαδή το αρχικό δοκιμαστικό, υπήρχε αυτή η τραχύτητα.
Και μετά μπαίνουν οι χαρακτήρες και το γεμίζουν με ζωή, συναισθήματα και ανθρωπιά. Η πόλη είναι απολύτως πολλαπλοί χαρακτήρες μέσα στην ταινία. Και για τον Μπράντλεϊ ήταν τεράστιο θέμα. Ήθελε οπωσδήποτε να γυρίσει εκεί. Όχι μόνο επειδή ζει εκεί. [γελάει] Μην του πείτε ότι το είπα αυτό.
Αλλά είναι προσωπικό για εκείνον. Νομίζω ότι είναι ο τόπος των ονείρων του ίδιου και του Γουίλ. Ο Γουίλ είπε ότι μετακόμισε στη Νέα Υόρκη πριν από περίπου 35 χρόνια. Οπότε, ναι, η πόλη έδωσε το πνεύμα, τον τόνο και τον ρυθμό της ταινίας, αν αυτό βγάζει νόημα.
Αυτή είναι η τρίτη ταινία του Μπράντλεϊ Κούπερ και έχει ειδικευτεί στο πώς η τέχνη και η ερμηνεία επηρεάζουν τους ανθρώπους και τις σχέσεις τους. Πώς αντιληφθήκατε τη δική του εμπειρία ως ηθοποιού μέσα στη σκηνοθεσία αυτής της ταινίας;
Λόρα Ντερν: Δεν είχα πραγματικά δει αυτή τη σύνδεση! Ναι, είναι μια πολύ ωραία συμμετρία ανάμεσα στις τρεις αυτές ταινίες, σε σχέση με την τέχνη και την ερμηνεία. Ξέρεις, όταν έχεις το προνόμιο να σου ζητηθεί να συμμετάσχεις, περιμένεις ότι, ως ηθοποιός-σκηνοθέτης, θα είναι συμπεριληπτικός. Ότι θα θέλει να είναι βαθιά συνεργατικός και να μας καλέσει να βοηθήσουμε στη διαμόρφωση των χαρακτήρων μας.
Αλλά η δεξιοτεχνία του στο filmmaking και η γενναιοδωρία του περιβάλλοντος που δημιουργεί… και μετά το ίδιο το, απτό, σωματικό σχεδόν, ότι λειτουργεί την κάμερα ως σκηνοθέτης… αυτή η ενέργεια μετέτρεψε τον χώρο τόσο ριζικά. Και είναι τεράστιο κομμάτι, νομίζω, της δουλειάς μας μαζί ως οικογένεια, της εμπειρίας μας ως ηθοποιών, και της δικής μου προσωπικής εξέλιξης, ως προς την ευαλωτότητα και την ασφάλεια στο να εξερευνώ δύσκολα πράγματα. Οπότε, όνειρο ζωής. Ναι.
Ήθελα να ρωτήσω και για το στυλ με το οποίο είναι γυρισμένη. Υπάρχουν τόσα πολλά κοντινά πλάνα, η κάμερα κινείται συνεχώς, είναι πάρα πολύ πάνω στα πρόσωπά σας – μικρές αντιδράσεις, μεγάλες αντιδράσεις. Ως ηθοποιοί, αναρωτιόμουν: χρησιμοποιήσατε κάποια συγκεκριμένα εργαλεία; Νιώσατε ότι προκληθήκατε; Ανακαλύψατε κάτι καινούριο προσπαθώντας να χτίσετε χαρακτήρα μέσα από αυτή την προσέγγιση;
Λόρα Ντερν: Μου αρέσει πολύ που η Άντρα ανέφερε το proof of concept, γιατί όταν ο Μπράντλεϊ γύρισε κάποια πολύ πρώιμα δοκιμαστικά και μας έδειξε την όψη της ταινίας – και ότι θα τη γύριζε ολόκληρη, όπως και έκανε, με έναν μόνο φακό – μπορούσες ήδη να νιώσεις την οικειότητα.
Στην κινέζικη πρωτοχρονιά, για παράδειγμα, είχε τραβήξει υλικό, και στο ίδιο το σχολείο όπου θα γίνονταν τα γυρίσματα. Ένιωθες την ταινία. Έμοιαζε ωμή. Έμοιαζε ευάλωτη. Δεν είχε τίποτα το συναισθηματικό με την έννοια της εξιδανίκευσης. Έμοιαζε με τη Νέα Υόρκη.
Και είναι ένα μέρος όπου φέρνεις τα όνειρά σου, αλλά φέρνεις και τη ραγισμένη σου πλευρά. Αυτό είναι εκατό τοις εκατό αλήθεια. Φέρνεις τη ραγισμένη σου πλευρά γιατί αναζητάς να συναντήσεις κάτι ή κάποιον – μια καριέρα, έναν εραστή – και υπάρχει όλη αυτή η υπόσχεση. Και η κάμερα έγινε ο οδηγός αυτού του ονειρέματος. Μας προσκάλεσε να είμαστε όλα αυτά μέσα στους χαρακτήρες.
Αυτό ήταν απίστευτο. Ας πούμε, εκείνο το πλάνο με την Άντρα καθισμένη στον καναπέ, να τον αντιμετωπίζει. Βλέπουμε τα πάντα. Είναι σαν να τη συναντάμε πραγματικά. Έχουμε δει τον χαρακτήρα να τα έχει όλα υπό έλεγχο, να είναι στην εξουσία. Και ξαφνικά, όλη αυτή η ευαλωτότητα και η αλήθεια είναι εκεί, μπροστά μας.
Μέρος αυτού είναι ότι η κάμερα σε συναντά εκεί που βρίσκεσαι, σε αυτό που προσφέρεις. Με έναν τρόπο που δεν έχω ξαναδεί σε ταινία έτσι, ή τουλάχιστον όχι από την εποχή του Κασσαβέτη, ή κάτι τέτοιο.
Ένας σκηνοθέτης, και μάλιστα ηθοποιός-σκηνοθέτης, που ενδιαφερόταν τόσο πολύ για το να συλλάβει αυτή την ευαλωτότητα στους χαρακτήρες. Ναι. Αυτό είναι υπέροχο.
ΓΟΥΙΛ ΑΡΝΕΤ: «ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΤΑΣΗ ΝΑ ΚΟΛΛΑΜΕ ΕΤΙΚΕΤΕΣ. ΑΥΤΟ ΑΠΟΔΥΝΑΜΩΝΕΙ ΤΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ»
Έχουν γυριστεί πάρα πολλές ταινίες γύρω από το stand-up comedy, όπως το Lenny, το King of Comedy και το The Big Sick. Βρίσκεις μεγάλες διαφορές στην προσέγγισή εδώ για να υποδυθείς τον Άλεξ;
Γουίλ Αρνέτ: Θέλω να πιστεύω πως ναι. Είναι εξαιρετικές ταινίες. Αλλά, ξέρεις, για εμάς αυτό ήταν κάτι πολύ διαφορετικό. Δεν είναι μια ιστορία για έναν άνθρωπο που προσπαθεί να γίνει stand-up κωμικός.
Την πρώτη φορά που τον βλέπουμε να μπαίνει, μπαίνει κατά λάθος. Είναι εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία, από πραγματικά γεγονότα, από την ιστορία του Τζον Μπίσοπ, ο οποίος μπήκε κατά λάθος σε μια παμπ έξω από το Μάντσεστερ και δεν ήθελε να πληρώσει την είσοδο, οπότε αντ’ αυτού έγραψε το όνομά του στη λίστα του open mic και βρέθηκε να κάνει stand-up για πρώτη φορά.
Τον βλέπεις να το κάνει επειδή είναι κάπως σαν ελάφι που το τυφλώνουν οι προβολείς. Και μετά του αρέσει αρκετά η εμπειρία. Ή μάλλον του αρέσει το πώς τον κάνει να νιώθει. Αλλά ποτέ δεν προσπαθούσαμε να αφηγηθούμε την ιστορία ενός ανθρώπου του οποίου ο στόχος είναι να γίνει stand-up ή να κάνει καριέρα.
Πώς συνεργαστήκατε σε αυτό το πρότζεκτ με τον Μπράντλεϊ Κούπερ ως συν-σεναριογράφοι;
Γουίλ Αρνέτ: Πώς συνεργαστήκαμε; Λοιπόν, εε… Γνώρισα τον Τζον Μπίσοπ και τον Μαρκ Τσάπελ και, βασισμένοι σε αυτό, εμπνευσμένοι από την ιστορία του, αρχίσαμε να γράφουμε αυτό το σενάριο.
Και μετά πήγα στον Μπράντλεϊ. Στην πραγματικότητα, απλώς μιλούσαμε. Εκείνος δούλευε στο Maestro εκείνη την περίοδο, και υπήρχε ένα διάλειμμα στα γυρίσματα για μερικούς μήνες. Ήμασταν στη Νέα Υόρκη και μιλούσαμε για το τι δουλεύαμε ο καθένας, και του είπα: «Δουλεύω πάνω σε αυτό το πράγμα και θα ήθελα πολύ να δω τι σκέφτεσαι». Όχι με την πρόθεση να έρθει και να συμμετάσχει.
Και το διάβασε, και με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «Θέλω να το σκηνοθετήσω αυτό και να μπω στη διαδικασία μαζί σας και να βοηθήσω στο γράψιμο». Και ο Μαρκ κι εγώ αρπάξαμε την ευκαιρία. Προφανώς. Ο Μπράντλεϊ είναι ένας απίστευτος καλλιτέχνης και φέρνει πάρα πολλά.
Και φυσικά, το απογείωσε.
Ξέρεις, αν δεν υπήρχε ο Μπράντλεϊ, ο Μαρκ κι εγώ λέμε ότι πιθανότατα θα είχαμε κάνει μια αξιοπρεπή ρομαντική κωμωδία. Αλλά ο Μπράντλεϊ, φέρνοντας όλη του την καλλιτεχνία, μας βοήθησε πραγματικά να το πάμε σε μέρη που μπορούσαμε μόνο να φανταστούμε.
Νιώθω ότι οι τρεις σας γράψατε μια τέλεια νεοϋορκέζικη κωμωδία της εποχής μας. Πιστεύω ότι το να μιλάμε για την κρίση μέσης ηλικίας το 2025 είναι πολύ σημαντικό. Πώς χειριστήκατε αυτά τα θέματα;
Γουίλ Αρνέτ: Νομίζω ότι είναι μια ιστορία της εποχής μας, ταυτόχρονα όμως νομίζω ότι έχει και μια διαχρονικότητα, παραδόξως. Έχουμε την τάση να κολλάμε ετικέτες σε αυτά τα πράγματα. Λέμε «κρίση μέσης ηλικίας» και… ανησυχώ ότι αυτό είναι υπερβολικό, ότι απλώς αποδυναμώνει την εμπειρία, τη συναισθηματική εμπειρία.
Γιατί την αναθέτουμε απλώς σε αυτό: «Α, απλώς περνά μια κρίση μέσης ηλικίας».
Αλλά περνάμε τέτοιες φάσεις στη ζωή μας έτσι κι αλλιώς. Στην εφηβεία, σε άλλες περιόδους, και συχνά τις απορρίπτουμε λέγοντας «α, απλώς περνάς αυτό το στάδιο». Όμως αυτό δεν την κάνει λιγότερο αληθινή για τον άνθρωπο που το ζει. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;
Οπότε, ναι, εδώ έχουμε δύο ανθρώπους που βρίσκονται σε ένα σταυροδρόμι. Και σίγουρα ο Άλεξ είναι κάποιος που δεν είναι σε επαφή με το πώς νιώθει και δεν μπορεί να το αρθρώσει. Είναι εντελώς κλειστός. Τον βρίσκουμε στην αρχή της ταινίας σχεδόν κατατονικό.
Και μετά, μέσα από αυτή τη θεραπευτική δύναμη – τον βλέπουμε αφού πηγαίνει να δει τα παιδιά του το βράδυ και επιστρέφει, και μιλάει στον εαυτό του μέσα στο αυτοκίνητο, προσπαθώντας να πάρει μπρος: «Θέλει κανείς να περάσει καλά απόψε; Θέλω να περάσω καλά απόψε». Τον βλέπεις να καταλαβαίνει ότι πηγαίνει εκεί για να βρει ανακούφιση.
Έτσι, στην πραγματικότητα, παρακολουθούμε έναν άνθρωπο που ψάχνει κάτι για να ανακουφιστεί. Και βρίσκει αυτή την ανακούφιση μιλώντας σε ένα δωμάτιο γεμάτο αγνώστους. Και υπάρχει κάτι πολύ όμορφο σε αυτό.
Δεδομένου ότι την έγραψες την ταινία, ήθελα να μάθω, σε ένα επίπεδο προσωπικής σύνδεσης με το υλικό, αν υπήρξε ποτέ και στη δική σου ζωή μια στιγμή παρόμοια με αυτή που περνά ο χαρακτήρας σου στην ταινία. Μια στιγμή όπου συνειδητοποιείς ότι κάτι από την προσωπική σου ζωή σε έκανε να συνδεθείς με την τέχνη σου με έναν τρόπο που δεν θα είχες φανταστεί.
Γουίλ Αρνέτ: Ναι. Δηλαδή, ακόμα και η ίδια η δημιουργία αυτής της ταινίας, παραδόξως – ή ίσως και όχι τόσο παραδόξως – είχε ένα παρόμοιο αποτέλεσμα.
Ξέρεις, περνάμε διαφορετικά στάδια στη ζωή μας. Και σίγουρα αισθάνομαι τυχερός που μπορώ να λειτουργώ μέσα σε έναν δημιουργικό κόσμο και να εκφράζομαι δημιουργικά. Οπότε το να μπορέσω να κάνω αυτή την ταινία ήταν ακριβώς αυτό το πράγμα.
Ξέρεις, πάντα υπάρχουν πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή σου. Το να παραδοθώ σε αυτή την ταινία, μέσα από τη συγγραφή, μέσα από την προετοιμασία και μέσα από το stand-up… το οποίο, ξέρεις, κατά την προπαραγωγή έκανα stand-up κάθε βράδυ, τρεις φορές τη νύχτα!
Όλη αυτή η διαδικασία, και μετά τα ίδια τα γυρίσματα, ήταν κάτι πολύ όμοιο με το να είσαι διαθέσιμος, ανοιχτός, ευάλωτος, να πηδάς στο κενό και να το κάνεις. Είχε σίγουρα μια κάπως θεραπευτική αξία και στη δική μου ζωή.
Ανάμεσα σε αυτή την ταινία και το BoJack Horseman, έχεις κάπως… ξέρεις… κατακτήσει αυτή τη μορφή αυτοανακάλυψης μέσω του χιούμορ, αλλά με μια διάχυτη θλίψη. Όχι ότι είναι στο ίδιο επίπεδο – το BoJack Horseman ήταν πολύ πιο θλιβερό. Αλλά παρ’ όλα αυτά, βλέπεις κάποια σύνδεση εκεί; Νιώθεις ότι το χιούμορ και η θλίψη πάνε χέρι-χέρι μερικές φορές;
Γουίλ Αρνέτ: Εε… ναι. Δηλαδή, μερικές από τις αγαπημένες μου – τις αγαπημένες μου ταινίες… είναι αστείο. Ο κόσμος αναφέρει το BoJack και βγάζει νόημα λόγω της φωνής μου και της συμμετοχής μου σε αυτό. Κάποιος ήρθε και μου είπε: «Είναι τόσο ωραίο να βλέπεις τον BoJack Horseman στην οθόνη». Και εγώ σκέφτηκα: δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετικός αυτός ο χαρακτήρας. Δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο. Αλλά οι άνθρωποι κάνουν αυτή τη σύνδεση.
Και έχεις δίκιο ότι ενδεχομένως υπάρχει μια σύνδεση μέσω της κωμωδίας και της θλίψης. Νομίζω ότι ζούμε στον πραγματικό κόσμο με έναν αυθεντικό τρόπο: υπάρχει χιούμορ και υπάρχει θλίψη και συμβαίνουν πραγματικά πράγματα όλα μαζί.
Η αγαπημένη μου ταινία όλων των εποχών είναι το Withnail and I του Μπρους Ρόμπινσον. Είναι μια απίστευτη ταινία, δεν υπάρχει ούτε μία χαμένη στιγμή. Είναι απίστευτα θλιβερή και συγκινητική και ταυτόχρονα απίστευτα αστεία. Και με ελκύει αυτό, γιατί είναι πολύ πιο σύνθετο, νομίζω, από μια καθαρή κωμωδία ή ένα καθαρό δράμα.
Για μένα, είναι πολύ πιο ενδιαφέρον να βλέπω όλα αυτά τα άλλα πράγματα. Οι άνθρωποι μπορούν να είναι πολυδιάστατοι και να έχουν πολλά επίπεδα, ξέρεις;
Η ταινία Παίζει Ακόμα; (Is This Thing On?) κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Feelgood Entertainment.