“Free Eliza”: Η ελληνική μικρού μήκους ταινία που παίχτηκε στις Κάννες
Διαβάζεται σε 11'
Η Αλεξάνδρα Ματθαίου επιλέχθηκε για το πολύ σημαντικό τμήμα του Δεκαπενθήμερου των Σκηνοθετών στο φεστιβάλ Καννών, και μίλησε από την Κρουαζέτ στο NEWS24/7 για την ταινία της.
- 02 Ιουνίου 2026 06:22
Η Ελίζα δε μπορεί να χαμογελάσει.
Ξέρεις πώς πολύ συχνά μπορεί να νιώθουμε αναγκασμένοι να προσποιηθούμε χαρά, να ερμηνεύσουμε έναν συγκεκριμένο ρόλο σε κάποιο κοινωνικό πλαίσιο, κι απλά η καρδιά μας δεν το λέει;
Για την Ελίζα, πολύ πιο κυριολεκτικά, το σώμα της δεν την αφήνει.
Στο “Free Eliza” της Αλεξάνδρας Ματθαίου, μια συμπαραγωγή Κύπρου, Ελλάδας και Γαλλίας που μόλις έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο 79ο φεστιβάλ Καννών, η Ελίζα είναι μια νεαρή γυναίκα που εργάζεται σε ένα πολυτελές resort.
Η καθημερινότητα της δεν είναι εύκολη, λαμβάνοντας ειδικά υπόψη μια ιδιοσυγκρασιακή λεπτομέρεια της ζωής της: εξαιτίας μιας εξαιρετικά σπάνιας ανατομικής ανωμαλίας, η Ελίζα δεν μπορεί να χαμογελάσει. Σε έναν κόσμο που έχει θέσει την θετικότητα ως αυταρχικό αυτοσκοπό, η Ελίζα πρέπει να αποφασίσει εάν θα αφομοιώσει τις προσταγές των γύρω της να αλλάξει με κάθε μέσο και τρόπο, ή αν θα καταφέρει τελικά να αντισταθεί, και να επιβιώσει θριαμβευτικά με αυτήν την έλλειψη.
Νέα μικρού μήκους ταινία της Ματθαίου μετά το “A Summer Place”, το “Free Eliza” επελέγη στο πολύ σημαντικό παράλληλο τμήμα του Δεκαπενθήμερου των Σκηνοθετών – είναι μια από τις 9 μικρού μήκους που επιλέχθηκαν για το φετινό πρόγραμμα του Δεκαπενθήμερου, που διαχρονικά αναδεικνύει ανεξάρτητες και τολμηρές κινηματογραφικές φωνές.
Το NEWS24/7 συνάντησε την Ματθαίου στην Κρουαζέτ τις μέρες της πρεμιέρας του φιλμ και μίλησε μαζί της για το ανάποδο χαμόγελο της Ελίζας, για την αίσθηση του κοινωνικού περφόρμανς, για το σινεμά της Σοφία Κόπολα και για τη μεγάλου μήκους που έρχεται μετά για τη Ματθαίου.
Πώς ένιωσες όταν σας ενημέρωσαν ότι θα έρθετε εδώ; Πώς το είδες όλο αυτό;
Στέλνεις την ταινία και λες «μακάρι». Ήθελα πάρα πολύ, και δεν το λέω μεγαλόστομα, επειδή νομίζω ότι είναι η τελευταία μου μικρού μήκους πριν τη μεγάλου. Ήθελα να πάει καλά. Καλύτερα κι από το A Summer Place, που επίσης πήγε πολύ καλά.
Τη στέλνεις και λες «οκ, για να δούμε». Αλλά ήταν πάντα όνειρο. Και ήταν σωστό το timing, γιατί ήθελα να έχω και λίγο χρόνο να χαρώ τη μικρού μήκους, να ταξιδέψω μαζί της, αν με το καλό πήγαινε καλά στα φεστιβάλ, πριν περάσω στη μεγάλου μήκους.
Με πήραν Μεγάλο Σάββατο και μου είπαν ότι μπήκαμε στο Δεκαπενθήμερο… επειδή είχαν περάσει μέρες, είχα πει στον εαυτό μου ότι «εντάξει, μάλλον δεν έγινε, δεν πειράζει». Και ξαφνικά… [γελάει]
Πες μου για την ταινία, έχει αυτή την πολύ χαρακτηριστική εικόνα της πρωταγωνίστριας, με αυτό το…
Ανάποδο χαμόγελο.
Το ανάποδο χαμόγελο, ναι! Είναι πολύ δυνατή εικόνα. Και βλέποντάς το αναρωτιόμουν: σου ήρθε πρώτα αυτή η εικόνα και μετά έχτισες γύρω της κάτι; Ή ξεκίνησε από τη συνθήκη που ήθελες να αποτυπώσεις;
Η ιδέα ήρθε από ένα κάπως πραγματικό γεγονός. Έμενα σε ένα ξενοδοχείο ως μέλος κριτικής επιτροπής σε ένα φεστιβάλ στην Κύπρο, στο ίδιο ξενοδοχείο όπου τελικά γυρίσαμε την ταινία. Ήμουν στο πρωινό και υπήρχε μια εργαζόμενη που σέρβιρε καφέ. Είχε το πιο πεθαμένο ύφος που έχω δει στη ζωή μου. Και το σημείωσα στο κινητό μου.
Αλλά επειδή βλέπω τα ξενοδοχεία σαν έναν μικρόκοσμο, λίγο σαν θέατρο, όπου οι εργαζόμενοι είναι σαν ηθοποιοί αυτού του μικρόκοσμου, και όλα τα προσωπικά τους προβλήματα μένουν έξω από την πόρτα του ξενοδοχείου γιατί προτεραιότητα έχει το κοινό τους, οι πελάτες… σκέφτηκα: τι θα συνέβαινε αν έλειπε αυτή η συνθήκη του χαμόγελου; Που εμπεριέχει μια περφόρμανς, ειδικά σε τέτοιες δουλειές. Τι θα σήμαινε αυτό για μια ηρωίδα;
Κάπως έτσι ξεκίνησα να το δουλεύω. Και δεν ήθελα απλώς να πω μια ιστορία. Είναι μεν μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αλλά περισσότερο μοιάζει με βινιέτες όπου παρακολουθείς αυτή την ηρωίδα και σταδιακά ξεδιπλώνεται.
Αυτό είναι κάτι που το νιώθεις γενικότερα; Δηλαδή αυτή την αίσθηση του περφόρμανς στην όποια δουλειά. «Τώρα κάθομαι εδώ και κάνω μια συνέντευξη, πρέπει να κάνω αυτό», κατάλαβες.
Ξέρεις τι αισθάνομαι; Αισθάνομαι συνέχεια ότι ενδυόμαστε ρόλους. Και τελικά ίσως το στοίχημα είναι το πώς παραμένεις ακόμα… Υπάρχει αυτή η επίταξη του all-inclusive. Αλλά τι διάολο συμβαίνει τελικά; Είμαστε διάφορες εκδοχές ενός εαυτού και κάθε φορά, σε κάθε συνθήκη, υπηρετούμε κάτι άλλο.
Αυτό δεν μας κάνει λιγότερο αυθεντικούς. Υποθέτω πως το στοίχημα είναι να υπάρχει μια εσωτερική φωνή που να σου λέει «αυτό είναι πιο κοντά σε μένα» και «αυτό όχι». Και πώς διατηρείς, ακόμη και μέσα στους ρόλους που ενδύεσαι, κάτι που να πλησιάζει τον πυρήνα σου.
Και μέσα σε όλο αυτό υπάρχουν τα στοιχεία της εργασίας, του εργασιακού context. Ακόμα και στο «να είμαστε ο εαυτός μας» υπάρχει ένα προνόμιο. Σε ποιο βαθμό μας παίρνει αυτό; Άλλους δεν τους παίρνει. Αυτή η ηρωίδα δε μπορεί.
Ακριβώς. Γιατί τα διακυβεύματα, όταν τολμήσεις να είσαι ο εαυτός σου σε όλο του το φάσμα, μπορεί να είναι πολύ σοβαρά. Μπορεί να μπλέξεις άσχημα. Οπότε το πώς βρίσκεις χαραμάδες για να υπάρξεις μέσα σε ένα τόσο άνισο σύστημα είναι αίτημα.
Γιατί κι αυτή η ηρωίδα αυτό ψάχνει: μια ελευθερία. Κατά πόσο μπορεί να την κατακτήσει ακόμα και μέσα σε αυτό το περιβάλλον που την εγκλωβίζει. Ιδανικά θα ήθελα να σε αφήσω με την ελπίδα ότι μπορεί. Γιατί το μέσα της είναι τόσο μεγάλο και τόσο πλούσιο, που ενδεχομένως (και γι’ αυτό είναι και λίγο ανορθόδοξη η ταινία) τελικά να είναι πιο χαρούμενη από όλους τους άλλους.
Εγώ το λέω αυτό ως ένας πολύ εξωστρεφής άνθρωπος. Αλλά καμιά φορά, μέσα στις κοινωνικές μου συναναστροφές, νιώθω πολύ εσωστρεφής. Ο χώρος που καταλαμβάνω ως εξωστρεφής πολλές φορές κάνει τους άλλους να αισθάνονται πιο οικεία, σαν να μη χρειάζεται να κάνουν κάτι εκείνοι. «Είναι η Αλεξάνδρα εδώ, θα γεμίσει τον χώρο». Ξέρεις, δεν χρειάζεται να υπηρετήσεις κάτι άλλο.
Αλλά ακόμα κι αυτό με βάζει σε μια θέση όπου καλούμαι να κάνω κάτι μέσα σε έναν χώρο. Ενώ εγώ είμαι φύσει χαμογελαστή και φύσει αισιόδοξη, δηλαδή φτάνω μέχρι τα όρια της χαζοχαρούμενης φάσης πολλές φορές. Άλλες φορές όμως δεν είμαι έτσι. Αυτές οι αντιφάσεις εμπεριέχουν όλες τις πλευρές μου.
Αλλά πέρα από το ανάποδο χαμόγελο, αυτό που πραγματεύεται η ταινία είναι γενικά το να πας κόντρα στη νόρμα. Πώς είναι να διαφέρεις από αυτό που οι άλλοι περιμένουν να είσαι. Κι αυτό είναι κάτι που το έχω συναντήσει και προσωπικά.
Με τη Γρηγορία Μεθενίτη πώς το δούλεψες όλο αυτό; Είναι κάτι πάρα πολύ συγκεκριμένο αυτό που πρέπει να κάνει. Πρέπει να βγάλει ένα πολύ ιδιαίτερο συναίσθημα μέσα από κάτι εξαιρετικά περιορισμένο οπτικά.
Κι αυτό ήταν κάτι που με τρόμαξε. Όταν έγραψα την ταινία, μετά σκέφτηκα: «τώρα πού θα βρω κάποιον να το παίξει αυτό;». Και δεν ήξερα καν πώς να το επικοινωνήσω, αυτό που ψάχνω. Γιατί είναι ένα χαρακτηριστικό που φλερτάρει πάρα πολύ με την καρικατούρα. Και θα μπορούσε πολύ εύκολα είτε να μη λειτουργήσει καθόλου είτε να γίνει αφόρητο.
Για μένα το στοίχημα ήταν και να την πιστέψεις και πραγματικά να συμπάσχεις με όλο της το ταξίδι. Σε αυτό ήμουν πάρα πολύ τυχερή, γιατί η Γρηγορία είναι καταπληκτική ηθοποιός. Από το πρώτο casting κιόλας, όταν απλώς της ζήτησα αυτό το ανάποδο χαμόγελο, λίγο σαν cartoon, αλλά χωρίς να γίνεται καρικατούρα, το έκανε με απίστευτη φυσικότητα. Δούλεψε αμέσως.
Έχει και πολύ ωραία σχέση με το σώμα της. Και οι πρόβες μας τελικά δεν ήταν τόσο γύρω από αυτό το ίδιο το χαμόγελο. Κυρίως ήταν συζητήσεις πριν από την ταινία, ώστε να συναντηθούμε στον τόνο της ταινίας και στο ποια είναι αυτή η ηρωίδα. Και νομίζω ότι το βρήκαμε πολύ ωραία, γιατί μετά στο γύρισμα όλα ήταν πραγματικά πολύ εύκολα.
Υπήρχαν και κινηματογραφικά σημεία αναφοράς; Άλλες ταινίες, άλλοι χαρακτήρες; Πάντα έχω αυτή την περιέργεια.
Η Frances Ha ήταν η ταινία που της έδωσα να δει και μου είπε κι η ίδια μετά ότι τη βοήθησε πάρα πολύ. Και είναι και μια ταινία που αγαπώ πολύ. Είναι μια ηρωίδα που επίσης αγαπώ πάρα πολύ, γιατί είναι χαρούμενη και έχει κάτι τόσο goofy στον τρόπο που κινείται, που πολύ διαισθητικά αισθάνθηκα ότι κάπως κουμπώνει με την Ελίζα. Και είναι μια ηρωίδα που είναι πάρα πολύ αναπολογητικά ο εαυτός της. Αυτή η ταινία με είχε εμπνεύσει τρομερά.
Υπάρχουν κι άλλοι σκηνοθέτες ή πράγματα που αγαπάς πολύ και νιώθεις ότι κάπως υπάρχουν μέσα σου, ακόμα κι αν δεν σκέφτεσαι συνειδητά «θέλω να κάνω κάτι σαν αυτό»;
Υπήρχε ένα πολύ ισχυρό σημείο αναφοράς που τελικά κλείδωσε ωραία και στην κινηματογραφική γλώσσα της ταινίας, και ήταν και απαραίτητο, γιατί είχαμε μόνο τέσσερις μέρες γυρίσματα, οπότε έπρεπε να την προσεγγίσω όσο πιο οικονομικά μπορούσα.
Και αυτό ήταν το Somewhere της Σοφία Κόπολα. Είναι επίσης μια ταινία που αγαπώ πάρα πολύ. Ο Χάρης Σαββίδης έχει κάνει καταπληκτική δουλειά εκεί. [σσ. Στη διεύθυνση φωτογραφίας.] Υπάρχουν πάρα πολλά σταθερά κάδρα, zoom in και zoom out, και αν το παρατηρήσεις, και η δική μας ταινία κινείται γύρω από αυτόν τον άξονα γλώσσας. Σπάει μόνο σε πολύ συγκεκριμένα σημεία.
Τη λατρεύω αυτή την ταινία.
Κι εγώ. Και γενικά τη Σοφία Κόπολα. Έχει μια τρομερά τρυφερή ματιά όταν κοιτάζει την παραδοξότητα του κόσμου. Και νομίζω ότι κάπου τη συναντώ κι εγώ αυτό. Ο Λάνθιμος ας πούμε, που επίσης θα ήταν μια εύκολη αναφορά εδώ, είναι πολύ πιο αιχμηρός. Η Κόπολα έχει μια διαφορετική τρυφερότητα, που νομίζω μου ταιριάζει περισσότερο.
Ισχύει πάρα πολύ αυτό. Δηλαδή βλέπεις ακόμα και κάτι σαν το The Bling Ring και σκέφτεσαι ότι 99 στους 100 σκηνοθέτες θα το είχαν κάνει πολύ πιο επιθετικό, πολύ πιο σατιρικό. Εκείνη όμως έχει μια τρυφερότητα απέναντι σε αυτούς τους χαρακτήρες.
Ναι, ακριβώς. Έχει κάτι τρυφερό. Αγαπάει τους ήρωές της ακόμα κι όταν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν μέσα τους γελοία ή όχι ιδιαίτερα συμπαθητικά χαρακτηριστικά. Το βλέμμα της χαϊδεύει αυτή τη γελοιότητα. Την αναδεικνύει χωρίς όμως να μένει μόνο εκεί. Προσπαθεί να δει και κάτι άλλο.
Πες μου τέλος, ανέφερες πριν ότι ετοιμάζεις και μεγάλου μήκους, θες να μου πεις λίγα πράγματα γι’ αυτό; Σε τι στάδιο βρίσκεσαι;
Είμαστε στη χρηματοδότηση. Και είναι πολύ ωραία συγκυρία το ότι είμαι εδώ με τη μικρού μήκους, γιατί δίνει κι ένα πολύ ωραίο momentum για κάτι μεγαλύτερο. Εύχομαι να τη γυρίσουμε του χρόνου. Βέβαια με τους χρόνους ποτέ δεν ξέρεις. είναι το πιο αβέβαιο πράγμα στη δουλειά μας. Αλλά πραγματικά έχω ανάγκη να κάνω αυτό το βήμα σύντομα. Και τώρα ξεκινάω casting.
Περί τίνος πρόκειται;
Είναι η ιστορία μιας παρένθετης μητέρας, η οποία πηγαίνει διακοπές με το ζευγάρι του οποίου κυοφορεί το παιδί, σε ένα πολύ περίεργο νησί όπου σύντομα καταλαβαίνεις ότι οι άνθρωποι έχουν σταματήσει να πεθαίνουν. Και ουσιαστικά είναι η ιστορία του τι συμβαίνει όταν αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι οι προθέσεις αυτού του ζευγαριού δεν ήταν ακριβώς αυτές που πίστευε.
ΟΚ!
Είναι ελαφρώς πιο σκοτεινό από ό,τι έχω κάνει μέχρι στιγμής. Έχει πάρα πολύ από το χιούμορ που μου αρέσει να υπάρχει στη δουλειά μου και που με ενδιαφέρει να κάνω, αλλά είναι πιο σκοτεινό. Και κυρίως έχει να κάνει με δικά μου υπαρξιακά θέματα: τον θάνατο, τη μητρότητα… όλα αυτά.
Το Free Eliza της Αλεξάνδρας Ματθαίου, σε συμπαραγωγή Κύπρου, Ελλάδας και Γαλλίας, προβλήθηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο πλαίσιο του 79ου φεστιβάλ Καννών.