Επεξεργασία λυμάτων: Μια χαμένη ευκαιρία για “ανάχωμα” στη λειψυδρία

Διαβάζεται σε 6'
Επεξεργασία λυμάτων:  Μια χαμένη ευκαιρία για “ανάχωμα” στη λειψυδρία
Επεξεργασία λυμάτων (φωτογραφία αρχείου) iStock

Πολλές μονάδες παρουσιάζουν προβλήματα στη δευτεροβάθμια επεξεργασία, με αποτέλεσμα εκροές που δεν πληρούν πάντα τα ποιοτικά πρότυπα. Τα παλαιωμένα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης επιβαρύνονται από διαρροές και εισροές όμβριων υδάτων, αυξάνοντας το φορτίο και το κόστος επεξεργασίας.

Η διαχείριση των υγρών αποβλήτων στην Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, η χώρα έχει πετύχει εντυπωσιακή πρόοδο ως προς την κάλυψη του πληθυσμού από Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων (ΕΕΛ). Από την άλλη, τα επίμονα ελλείμματα στη συμμόρφωση, στη λειτουργία, στον έλεγχο και –κυρίως– στην επαναχρησιμοποίηση των εκροών και της ιλύος αποκαλύπτουν ότι ένα σημαντικό δυναμικό παραμένει ανεκμετάλλευτο.

Έτσι, πρόσφατη μελέτη της διαΝΕΟσις, με συντονιστή τον καθηγητή του Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Κωνσταντίνο Αραβώση, αναδεικνύει με σαφήνεια τόσο τα προβλήματα όσο και τις δυνατότητες μιας πιο κυκλικής και βιώσιμης προσέγγισης.

Πρόοδος με αστερίσκους

Σύμφωνα με την έρευνα, η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον τέταρτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη σύνδεση του πληθυσμού με ΕΕΛ, με ποσοστό που αγγίζει το 95%. Ωστόσο, η ποσοτική αυτή επιτυχία δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ποιοτική επάρκεια. Το 2023 μόλις το 53% των εγκαταστάσεων συμμορφωνόταν πλήρως με τις απαιτήσεις της Οδηγία 91/271/ΕΟΚ, ενώ το 2020 το ποσοστό ήταν ακόμη χαμηλότερο (44%).

Οι επανειλημμένες καταδίκες και τα υψηλά πρόστιμα από την Ευρωπαϊκή Ένωση –χαρακτηριστική η περίπτωση οικισμών της Ανατολικής Αττικής– δεν αποτελούν απλώς νομικό ζήτημα. Αντανακλούν θεσμικές αδυναμίες, καθυστερήσεις στον σχεδιασμό και την υλοποίηση έργων, καθώς και ελλείψεις στην παρακολούθηση της λειτουργίας τους. Παρά τη δημιουργία της Τεχνικής Γραμματείας Λυμάτων για την εποπτεία των έργων, οι ασυνέχειες μεταξύ μελέτης, χρηματοδότησης και κατασκευής παραμένουν.

Υποδομές με λειτουργικά κενά

Ένα βασικό έλλειμμα, με βάση τη μελέτη της διανΕΟσις αφορά τη λειτουργική απόδοση των ΕΕΛ. Πολλές μονάδες παρουσιάζουν προβλήματα στη δευτεροβάθμια επεξεργασία, με αποτέλεσμα εκροές που δεν πληρούν πάντα τα ποιοτικά πρότυπα. Τα παλαιωμένα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης επιβαρύνονται από διαρροές και εισροές όμβριων υδάτων, αυξάνοντας το φορτίο και το κόστος επεξεργασίας.

Επιπλέον, οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι είναι αποσπασματικοί. Δεν καλύπτουν το σύνολο των εγκαταστάσεων, δεν πραγματοποιούνται με σταθερή συχνότητα και συχνά δεν συνοδεύονται από συστηματική δημοσιοποίηση των ευρημάτων. Το αποτέλεσμα είναι περιορισμένη λογοδοσία και αδυναμία έγκαιρης διόρθωσης αποκλίσεων.

Ιδιαίτερο κενό εντοπίζεται στους μικρούς οικισμούς κάτω των 2.000 ισοδύναμων κατοίκων. Για αυτούς δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκώς αποκεντρωμένα, οικονομικά και τεχνολογικά κατάλληλα συστήματα, με αποτέλεσμα είτε να καθυστερεί η συμμόρφωση είτε να εφαρμόζονται λύσεις δυσανάλογου κόστους.

Ο χαμένος θησαυρός της επαναχρησιμοποίησης

Παρά τη σημασία του νερού ως περιορισμένου πόρου, η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων στην Ελλάδα είναι σχεδόν ανύπαρκτη αναφέρει η μελέτη. Από τις 275 ΕΕΛ, μόνο δύο –στην Παροικιά Πάρου και στους Μολάους Μονεμβασιάς– εφαρμόζουν πρακτικές επαναχρησιμοποίησης. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, τα επεξεργασμένα λύματα διοχετεύονται σε υδάτινους αποδέκτες.

Σε μια περίοδο εντεινόμενης λειψυδρίας και αυξανόμενων αναγκών σε γεωργία και τουρισμό, η πρακτική αυτή συνιστά χαμένη ευκαιρία αναφέρει η μελέτη. Η τριτοβάθμια επεξεργασία μπορεί να επιτρέψει την ασφαλή άρδευση, τον εμπλουτισμό υδροφορέων και τη βιομηχανική χρήση, μειώνοντας την υπεράντληση και το ενεργειακό κόστος άντλησης.

Αν και το χαμηλό ποσοστό επαναχρησιμοποίησης δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, η χώρα υστερεί σημαντικά ως προς την αξιοποίηση της σχετικής ευρωπαϊκής χρηματοδότησης και τη θεσμική ωρίμανση έργων κυκλικής οικονομίας.

Ιλύς: Από απόβλητο σε πόρο

Η ιλύς, το στερεό υπόλειμμα της επεξεργασίας, αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο αναξιοποίητο κεφάλαιο. Το 2018 η παραγωγή ανήλθε σε 106.384 τόνους ξηράς ουσίας ετησίως, με πρόβλεψη αύξησης στους 148.918 τόνους έως το 2030. Παρά ταύτα, μόνο το 57% των ΕΕΛ εφαρμόζει μεθόδους επεξεργασίας ιλύος και μόλις οκτώ μονάδες τη διαθέτουν για επαναχρησιμοποίηση, κυρίως μέσω κομποστοποίησης.

Η πλειονότητα της επεξεργασμένης ιλύος καταλήγει σε Χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων, πρακτική που αναιρεί τις αρχές της κυκλικής οικονομίας και επιβαρύνει το περιβάλλον. Κι όμως, η ιλύς περιέχει πολύτιμα θρεπτικά στοιχεία, όπως φώσφορο και άζωτο, και μπορεί –υπό αυστηρές προδιαγραφές– να αξιοποιηθεί στη γεωργία ή ακόμη και για παραγωγή ενέργειας μέσω αναερόβιας χώνευσης.

Το έλλειμμα εδώ είναι διπλό: τεχνολογικό και θεσμικό. Απουσιάζουν επαρκείς υποδομές ενεργειακής αξιοποίησης, ενώ το ρυθμιστικό πλαίσιο για τη διάθεση και πιστοποίηση της ιλύος παραμένει σύνθετο και αποθαρρυντικό.

Προτάσεις πολιτικής: Από την αποσπασματικότητα στη στρατηγική

Η αντιμετώπιση των παραπάνω ελλειμμάτων απαιτεί συνεκτική στρατηγική. Πρώτον, η ενοποίηση και ενίσχυση των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης μπορεί να δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας, βελτίωση τεχνογνωσίας και ισχυρότερη διαπραγματευτική ικανότητα για χρηματοδοτήσεις.

Δεύτερον, χρειάζεται εντατικοποίηση και ψηφιοποίηση των περιβαλλοντικών ελέγχων, με ενεργοποίηση μητρώου πιστοποιημένων ελεγκτών και δημόσια πρόσβαση στα δεδομένα συμμόρφωσης. Η διαφάνεια αποτελεί εργαλείο βελτίωσης.

Τρίτον, η ανάπτυξη αποκεντρωμένων συστημάτων για μικρούς οικισμούς –όπως φυσικά συστήματα επεξεργασίας (τεχνητοί υγρότοποι) ή μικρής κλίμακας βιολογικοί καθαρισμοί– μπορεί να προσφέρει ευέλικτες και οικονομικά βιώσιμες λύσεις.

Τέταρτον, απαιτείται εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου για την επαναχρησιμοποίηση εκροών και ιλύος, με σαφείς τεχνικές προδιαγραφές, απλοποιημένες διαδικασίες αδειοδότησης και οικονομικά κίνητρα. Η παροχή χρηματοδοτήσεων για έργα τριτοβάθμιας επεξεργασίας και ενεργειακής αξιοποίησης μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά.

Πέμπτον, η ενεργειακή αναβάθμιση των ΕΕΛ –μέσω αξιοποίησης βιοαερίου, εγκατάστασης φωτοβολταϊκών ή βελτιστοποίησης αντλιών και αερισμού– θα μειώσει το λειτουργικό κόστος και το ανθρακικό αποτύπωμα.

Τέλος, η συστηματική εκπαίδευση και στελέχωση του προσωπικού αποτελεί θεμέλιο για βιώσιμη λειτουργία. Χωρίς επαρκές ανθρώπινο δυναμικό, ακόμη και οι πιο σύγχρονες υποδομές παραμένουν αναποτελεσματικές.

Πυλώνας ανάπτυξης

Ουσιαστικά, η μελέτη αναφέρει, με μια λέξη, ότι η Ελλάδα έχει επιτύχει σημαντική πρόοδο στην ανάπτυξη υποδομών επεξεργασίας λυμάτων, αλλά τα ελλείμματα στη συμμόρφωση, στη λειτουργική απόδοση και κυρίως στην επαναχρησιμοποίηση και αξιοποίηση της ιλύος περιορίζουν τα οφέλη. Σε ένα περιβάλλον κλιματικής κρίσης, ενεργειακής μετάβασης και πίεσης στους υδατικούς πόρους, η διαχείριση των υγρών αποβλήτων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τεχνική υποχρέωση συμμόρφωσης, αλλά ως στρατηγικός πυλώνας βιώσιμης ανάπτυξης.

Ουσιαστικά, ο «χαμένος θησαυρός» της ιλύος και των επεξεργασμένων εκροών μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό περιβαλλοντικής προστασίας, αγροτικής ενίσχυσης και ενεργειακής εξοικονόμησης. Η μετάβαση, όμως, προϋποθέτει πολιτική βούληση, θεσμική συνοχή και επενδύσεις που θα μετατρέψουν το σημερινό αποσπασματικό σύστημα σε ένα ολοκληρωμένο μοντέλο κυκλικής οικονομίας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα