«ΚΑΝΤΕ ΤΟ ΠΑΝΤΟΥ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΣΕΞ ΣΤΙΣ ΤΟΥΑΛΕΤΕΣ»: ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ KINKY ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΕΖΙΚΟΥ KITKATCLUB

Λίγο πριν το ντοκιμαντέρ του αυστριακου Φίλιπ Φούσενεγκερ κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ο σκηνοθέτης μας μίλησε για την ουτοπία του σεξ χωρίς περιορισμούς, τη γοητεία και τους κινδύνους του βερολινέζικου lifestyle, αλλά και πόσος χώρος για πολιτική έκφραση υπάρχει ακόμα στη γερμανική πρωτεύουσα…

Καλώς ήρθατε στο Horse Fair. 

Σήμερα, πρόθυμες «φοράδες» προσφέρουν τον εαυτό τους σε «επιβήτορες», των οποίων δε θα δουν ποτέ το πρόσωπό τους – όσοι συμμετέχουν έχουν εξαρχής δηλώσει σε ποια από τις δύο ομάδες ανήκουν. Οι «φοράδες» φτάνουν πρώτες, τους δένουν τα χέρια και τα μάτια. Οι επιβήτορες ακολουθούν κι επιθεωρούν την κατάσταση. Μπορούν να έχουν όποια «φοράδα» θέλουν και μόλις τελειώσουν μαζί της, αυτή είναι διαθέσιμη και στους υπόλοιπους.

Ένα γυμνό κουαρτέτο παίζει κλασική μουσική, ενώ ο περισσότερος κόσμος -στην πλειοψηφία τους γκέι άνδρες αλλά και αρκετές γυναίκες- κάθεται περιμετρικά της μεγάλης γούρνας στο κέντρο του χώρου και παρακολουθεί χωρίς απαραίτητα να συμμετέχει. Το σεξ είναι ελεύθερο, δημόσιο και συναινετικό, οι ασφυκτικές μάσκες με μορφή αλόγου που φορούν στο κεφάλι τους περίπου οι μισοί clubbers, υπογραμμίζουν την οργιαστική διάσταση της σκηνής. Στο τέλος της συναυλίας, χειροκροτήματα, αγκαλιές και φιλιά, κάποιοι πέφτουν μέσα στο νερό. Η ωμή σεξουαλική επιθυμία μετατρέπεται σε λίγα δευτερόλεπτα κινηματογραφικού χρόνου σε απόλυτο αίσθημα κοινότητας.

Αυτή είναι η σκηνή-αποκορύφωμα στο ντοκιμαντέρ του αυστριακού Φίλιπ Φούσενεγκερ για το θρυλικό KitKatClub που λειτουργεί στο Βερολίνο από το 1994 (από το 2007 στην περιοχή του Μίττε, τελευταία από τις τρεις τοποθεσίες που έχει αλλάξει). Με έναν τρόπο είναι η πιο σοκαριστική αλλά και η πιο τρυφερή και ποιητική στιγμή του φιλμ που θα κάνει παγκόσμια πρεμιέρα την Παρασκευή 6.3 στο 28o Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, αναμφισβήτητα μια από τις ατραξιόν του προγράμματος. Αφού μιλάει για ένα κλαμπ που έχει αποκτήσει πια μυθικές διαστάσεις, με τη φήμη και τις ιστορίες του να προηγούνται γαργαλώντας τη φαντασία ανθρώπων από όλον τον κόσμο που είτε δεν το έχουν επισκεφτεί είτε δεν πρόκειται ποτέ να περάσουν την είσοδό του. 

Το Kitkat δεν είναι σεξ κλαμπ, δεν είναι γκέι κλαμπ (το Horse Fair είναι μια, ακόμα και για τα δεδομένα του, από τις πιο ιδιαίτερες βραδιές που φιλοξενεί). Είναι ένα κλαμπ που παίζει δυνατά σκληρή ηλεκτρονική μουσική, στο οποίο επιτρέπεται κάθε είδους (δημόσια) σεξουαλική επαφή και προφανώς είναι ένα μέρος που ενθαρρύνει το sexual positivity κάθε προτίμησης και σύνθεσης. Ο Φούσενεγκερ, έχοντας υπάρξει κομμάτι αυτής της σκηνής, προσπαθεί να μας βάλει μέσα της, ακολουθώντας ορισμένους πρωταγωνιστές της, εντός αλλά κυρίως εκτος του κλαμπ: τον Τιμ που ως Raven Van Krueger θέλει να τα καταφέρει ως drag καλλιτέχνης, την Ελίζα που ανακαλύπτει μια νέα πτυχή της σεξουαλικότητάς της, ένα ζευγάρι που γουστάρει το BDSM κι ένα άλλο που εξερευνά το dog play, επίσης τον Ντέιβιντ που προσπαθεί να ξεπεράσει τον εθισμό του στα ναρκωτικά, αλλά και τον άνθρωπο που έστησε το κλαμπ, τον σκηνοθέτη πορνό Σιμόν Τάουρ, μια κάπως τρομακτική φιγούρα που, ανάμεσα σε όλα τα άλλα, έχει ζητήματα στην σχέση του. (Ο ίδιος ο Φίλιπ ομολογεί ότι ήταν περισσότερο αγχωμένος να δείξει σε εκείνον το φιλμ και να πάρει έγκριση, παρά για την πρεμιέρα που έρχεται – τελικά όλα ΟΚ, ο Τάουρ ήθελε απλά «περισσότερο σεξ»).

Μιλώντας με τον σκηνοθέτη, λιγο πριν μπει στο αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη, το πρώτο πράγμα που συζητάμε είναι η εμπιστοσύνη. Είναι εντυπωσιακό και, προφανώς το μυστικό της επιτυχίας του φιλμ, το πόση πρόσβαση απέκτησε. Πετυχαίνει τον στόχο-ιερό δισκοπότηρο κάθε ντοκιμαντερίστα να τον αντιμετωπίζουν κυριολεκτικά ως «μύγα στον τοίχο» κι αυτός να συλλαμβάνει τις πιο προσωπικές, εξομολογητικές ή ακόμα και «ντροπιαστικές» στιγμές τους. Κι όλα αυτα με ανθρώπους μιας κουλτούρας που έχει, κατά τα άλλα, ως ευαγγέλιο το no photo policy: «Σίγουρα έπαιξε ρόλο ότι εγώ ήξερα τους κώδικες της σκηνής και ήμουν γνωστός σε κάποιους ή σε φίλους τους. Μας πήρε πολύ καιρό κάστινγκ, κάναμε άπειρες συζητήσεις για να βρούμε τους χαρακτήρες. Η ταινία πήρε 3-4 χρόνια για να ολοκληρωθεί. Κόψαμε πολλούς ανθρώπους που τελικά δεν το είχαν να εκτεθούν, κόψαμε και πολλές σκηνές – δεν είναι εύκολο να κινηματογραφείς ανθρώπους ενώ συμμετέχουν σε ένα σπιτικό όργιο, σεβαστήκαμε κάθε επιθυμία και άρνηση προφανώς. Θελω να σημειώσω ότι έδωσαν τη συγκατάθεσή τους να είναι μέσα στο φιλμ άπαντες, ακόμα κι άνθρωποι που όχι μόνο δε μιλάνε αλλά τους βλέπουμε αμυδρά στο φόντο μιας σκηνής μέσα στο κλαμπ. Καταλαβαίνεις ότι αυτός ήταν ένας γραφειοκρατικός εφιάλτης αλλά δε γινόταν διαφορετικά». 

Ένα από τα βασικά θέματα του ντοκ, χωρίς ποτέ να τίθεται ευθέως, είναι τι ψάχνουν οι άνθρωποι σε αυτήν την kinky σκηνή, τι είναι αυτό που τους εξιτάρει όχι μόνο να χορεύουν μέχρι το άλλο μεσημέρι αλλά να το ενισχύουν και με την δημόσια σεξουαλική δραστηριότητα. «Κοίτα, σε πρώτο επίπεδο, δεν πρέπει να ξεχνάμε την ηδονοβλεπτική διάσταση, όλοι μπαίνουν αρχικά γιατί -έστω επιφανειακά- τους αρέσει να βλέπουν λίγη δράση. Προσωπικά, μπήκα γιατί πάντα έψαχνα για μια ουτοπική κοινωνία, τόσο φιλελεύθερη που να μπορείς να εκφραστείς και να κάνεις σεξ ή να έχεις οικειότητα με συναινετικό τρόπο, χωρίς περιορισμούς. Κι αυτό το έχει το KitKat. Πας εκεί, κάνεις το καλύτερο που μπορείς για να περάσεις την πόρτα και μπαίνεις μέσα. Μπορείς να έρθεις από παντού, δεν χρειάζεται να ξέρεις κανέναν μυστικό κανόνα, να κάνεις κάποιο κόλπο ή να πληρώσεις πολλά λεφτά (είναι αρκετά φθηνό στην πραγματικότητα) Εφόσον τηρείς κάποιους βασικούς, σταθερούς κανόνες, είναι πολύ συναρπαστικό». (Δύο κορίτσια πάντως στην αρχή του φιλμ, λένε ότι ο πρώτος κανονας του KitKatClub είναι «Κάντε το παντού αλλα do not fuck in the toilets»)

Συνεχίζει ο Φίλιπ: «Την πρώτη μου φορά, ενθουσιάστηκα. Παρότι, ήμουν πολύ φοβισμένος και πολύ νευρικός. Γιατί προέρχομαι από μια χριστιανική, συντηρητική κοινωνία στην Αυστρία όπου, ξέρεις, το σεξ μεταξύ μιας γυναίκας κι ενός άνδρα γίνεται μόνο σε μια σχέση π.χ. στον γάμο, κι αυτό προκαλεί πολλά προβλήματα όταν αρχίζουν τα ψέματα επειδή ο καθένας απατά τον άλλον. Στο KitKat ήταν διαφορετικά, αρκετά ανοιχτά. Χωρίς να λέω ότι ήταν όλα ιδανικά. Προφανώς συμβαίνει και εκεί πολλή κακοποίηση. Το κλαμπ έχει γίνει πολύ mainstream κι έρχονται άνθρωποι άσχετοι που δημιουργούν προβλήματα. Ναι, δεν είναι 100% ασφαλές, αν κι εμείς στο Βερολίνο κάνουμε αρκετά καλή δουλειά για να το διατηρήσουμε έτσι». 

Φυσικά, έχει αναφερθεί δυο τρεις φορές ήδη, η συναίνεση είναι πυρηνικό θέμα όχι μόνο του φιλμ, αλλά και τους όλου KitKat κόνσεπτ. Τίποτα δεν είναι, ούτε μπορεί να θεωρείται δεδομένο, είναι πολύ χαρακτηριστικές οι αφηγήσεις γυναικών που δικαιολογημένα φρικάρουν όταν κάποιος άγνωστος τις αγγίζει (ακόμα κι αν κάνουν σεξ μπροστά του), ενώ είναι πολύ χαρακτηριστική η ερώτηση «αν είναι με κάποιον» που πιθανή αρνητική απάντηση από πολλούς μεταφράζεται -χωρίς φυσικά να είναι- ως συναίνεση. Κι όλα αυτά γίνονται πιο θολά τις μικρές ώρες κι ενώ οι θαμώνες έχουν καταναλώσει μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών. «Ακόμα και high, οι άνθρωποι φροντίζουν ο ένας τον άλλον», λέει ο Φίλιπ. «Θα έλεγα ότι ισχύει σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτό για το γκέι πλήθος, αλλά όχι για όλες τις γυναίκες. Είναι καταστάσεις γεμάτες αδρεναλίνη, σεροτονίνη, οι άνθρωποι νιώθουν χαρούμενοι. και κάνουν πράγματα που μπορεί να μετανιώσουν αργότερα. Επίσης, πολλοί άνθρωποι έχουν ένα πολιτισμικό ζήτημα να λένε όχι και μερικές φορές συναινούν, χωρίς να το θέλουν στην πραγματικότητα. Ένας από τους κανόνες, ας πούμε, του KitKat είναι ότι αν κάποιος δεν σου λέει 100% “ναι”, αυτό μπορεί και να σημαίνει όχι». Εδώ και χρόνια στο κλαμπ λειτουργεί «ομάδα παρακολούθησης» για να προλαβαίνει ή να σταματά παρεκτροπές, αλλά είναι προς τιμήν του doc που δεν παρουσιάζει μια κατάσταση στην οποία όλα λειτουργούν ρόδινα. 

Αναρωτιέμαι πώς θα ήθελε ο Φίλιπ Φούσενεγκερ να δουν την ταινία του οι normies, οι άνθρωποι τελείως έξω από αυτήν την κουλτουρα που πιθανώς την αντιμετωπίζουν εντελώς στερεοτυπικά. Και είναι αλήθεια ότι παρουσιάζοντάς τους χαρακτήρες και στην καθημερινότητά τους, το φιλμ τους κάνει λιγότερο «εξωτικούς» όταν το comedown τους χτυπά ή όταν έχουν τις ίδιες ανησυχίες για την επιβίωση που έχουμε όλοι. Η απάντησή του είναι λιγότερο σύνθετη, αφοπλιστική κι αστεία. «Ειλικρινά, το μόνο που μπορώ να προτείνω να τους προτείνω είναι να δουν αυτήν την ταινία επειδή οι περισσότεροι από αυτούς, δεν θα μπουν ποτέ μέσα στο κλαμπ. Δεν θα περάσουν ποτέ από την πόρτα», λέει και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια. «Ελπίζω και να τους αρέσει λίγο. Προσπάθησα να κάνω το καλύτερο δυνατό για να δείξω ότι η ιστορία αυτών των ανθρώπων είναι μεν ξέφρενη, αλλά κι ότι ζουν σαν να είναι μια μικρή οικογένεια, μια τρελή οικογένεια. Πηγαίνουν σε όργια, σε κλαμπ, σε after parties, σε pre-parties, έχουν hangover. Ελπίζω να τους καταλάβουν. Γιατί ο στόχος μου ήταν να δείξω και τι κάνουν στην πραγματική τους ζωή, πώς ζουν, τις σχέσεις τους, ποια είναι τα όνειρά τους και ποια είναι τα προβλήματα και οι ανησυχίες τους, ότι κι αυτοί είναι ενδιαφέροντες άνθρωποι που προφανώς δυσκολεύονται όπως όλοι μας, οι “κανονικοί” άνθρωποι».

Ο Φίλιπ ζει στο Βερολίνο εδώ κι οκτώ-εννιά χρόνια. Εκ των πραγμάτων δεν είναι σε θέση να νοσταλγεί τις «παλιές καλές μέρες» και αν γκρινιάζει ότι τα πράγματα στην πόλη έχουν αλλάξει. «Ίσως ήταν λίγο πιο ακραία τα πράγματα όταν πρωτοήρθα, σίγουρα το KitKat έχει γίνει αρκετά mainstream, όπως είπα και πριν. Ήταν ένα μέρος που δοκίμαζες νέα πράγματα ακόμα κι αν κατέληγαν να μη σου αρέσουν. Η νεότερη γενιά δεν το κάνει αυτό. Έρχεται με σεταρισμένα όρια και κανόνες, με προτεραιότητα την ασφάλεια. Είναι μια νέα προσέγγιση, ίσως, την οποία δεν κατακρίνω». 

Πέρασε κι εκείνος τις άγριες μέρες του, βγήκε Παρασκευή απόγευμα και «ξέχασε να γυρίσει σπίτι», ξαφνικά ήταν Κυριακή βράδυ ή Δευτέρα πρωί.  «…Και σκέφτεσαι, Θεέ μου, τι συνέβη; Πού πήγε ο χρόνος; Όσο μεγαλώνεις, δεν το κάνεις αυτό, έχεις περισσότερη εμπειρία. Δεν το κάνεις πια. Συνήθως, βέβαια, δεν θα συμβεί τίποτα κακό. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που είναι πολύ προσεκτικοί και φροντίζουν ο ένας τον άλλον όσον αφορά τα ναρκωτικά, το σεξ, ο,τιδήποτε. Και είναι ωραίο να μπορείς να ακολουθείς τη ροή και είναι ωραίο. Από την άλλη, ναι, υπάρχει τίμημα. Γι’ αυτό έβαλα και την ιστορία του Ντέιβιντ. Η φάση μπορεί να σε ρουφήξει. Υπήρξε μια περίοδος, ειδικά μετά τον κορονοϊό, που έμοιαζε το πάρτι να μην τελειώνει ποτέ, να εισβάλλει στο σπίτι σου. Ήταν μια περίοδός μου που φοβήθηκα λίγο για τον εαυτό μου επειδή  έπαιρνα τόσα πολλά ναρκωτικά. Ανησυχούσα – ανησυχούσαν και οι άλλοι για μένα. Γι’ αυτό πρέπει να βάλεις τη ζωή σου σε τάξη. Ξέρεις, πρέπει να έχεις οπωσδήποτε μια δουλειά. Γιατί αν επικεντρωθείς μόνο στο πάρτι, θα σε δαγκώσει και θα σε φτύσει. Πρέπει να προσέχεις, όλα τα πράγματα έχουν κι αυτήν την σκοτεινή πλευρά».

Η κουβέντα πάει στην Τελειότητα του Λατρόνικο, το «μικρό πράσινο βιβλίο του μεγάλου ελληνικού καλοκαιριού» που λέγαμε και πριν κάποιους μήνες. Έχει διαμορφωθεί, άραγε, ένα «υποχρεωτικό» βερολινέζικο lifestyle, ειδικά για τους expats που ζουν εκεί, ξέρουν ότι πιθανότα δε θα ζήσουν για πάντα μεταξύ Πρεντς, Κρόιτσμπεργκ και Νόικελν και προσπαθούν να γεμίσουν τα κουτάκια π.χ. του πειραματισμού με το σεξ ή τα ναρκωτικά; Μέ έναν τρόπο που είναι περισσότερο επιτελεστικός (performative) απ’ ότι αυθεντικός; Ο Φίλιπ δεν έχει υπόψιν του το βιβλίο, αλλά ξέρει τι βλέπει γύρω του. Και συμφωνεί… «Ναι, υπάρχουν αυτό που λές. Πολλοί το κάνουν, νομίζουν ότι ότι αυτό είναι που θέλουν και π.χ. μετά καταλήγουν σε μια ανοιχτή σχέση, στην οποία δεν είναι ευτυχισμένοι, ζηλεύουν και τέτοια. Το έχω βιώσει τουλάχιστον τρεις φορές (γελια). Όλα φαίνονται τόσο φιλελεύθερα και υπέροχα, να πας με τον-την σύντροφό σου σε ένα όργιο ή να ζήσεις την πολυσυντροφικότητα, αλλά στο τέλος της ημέρας είναι πολύ δύσκολο. Πρέπει να μάθεις να ελέγχεις τα συναισθήματά σου και να συνειδητοποιήσεις ότι τα περισσότερα από αυτά πιθανότατα δεν είναι αληθινά. Φαίνονται ίσως για λίγο, αλλά δεν είναι. Γιατί έτσι είμαστε προγραμματισμένοι από την χριστιανική κοινωνία μας, έτσι λειτουργεί η by default μονογαμία. Ακόμα το δουλεύουμε, το προσπάθησαν και οι προηγούμενοι όπως η γενιά του Μάη του ’68. Το δοκιμάζουμε τώρα ξανά με διαφορετικό τρόπο. Απλά, αν το ξεκινήσεις, μην περιμένεις πολλά. Μην έχεις μεγάλες προσδοκίες».

Δεν είναι εύκολο για τους πρωταγωνιστές του ντοκιμαντέρ να κάνουν ερωτικές σχέσεις. «Κοιμάμαι καλύτερα αν δεν έχω αγόρι» λέει η μία, «το μόνο που δεν μπορώ να φανταστώ είναι να έχω σύντροφο τώρα» της απαντά ο διπλανός της, ενώ δίπλα τους πηδιούνται σε ένα day orgy και σκάνε στα γέλια. 

Δεν είναι κι εύκολο να μιλάς πολιτικά στο Βερολίνο των ημερών μας. Ειδικά για την σφαγή στη Γάζα, μετά την 7η Οκτωβρίου. Κάτι τελείως οξύμωρο και αντιφατικό με την ελευθεριότητα που πρεσβεύει η πολη, ειδικά τις μέρες μετά την πτώση του τείχους, και σίγουρα πολύ μακριά από τον κόσμο που μας παρουσιάζει ο Φούσενεγκερ στην ταινία του…«Αυτό είναι που με σοκάρει είναι γιατί συνιστά τόσο μεγάλο ζήτημα να λες κάτι εναντίον του Ισραήλ. Είναι φασιστικό να φιμώνουν τους ανθρώπους επειδή είναι ενατίον αυτού που κάνει ο Νετανιάχου. Οι νέοι άνθρωποι που ζουμε τώρα στη Γερμανία δεν είμαστε υπεύθυνοι για το παρελθόν και είναι φασιστικό να μας αναγκάζουν να απολογούμαστε γι’ αυτό ζητώντας τη σιωπή μας για τους βομβαρδισμούς στην Παλαιστίνη. Μπορείς ακόμα να μιλάς, ΟΚ, αλλά υπάρχουν συνέπειες. Ακούω ότι απολύουν κόσμο, ότι βάζουν κόσμο σε μαύρες λίστες. Είναι απαίσιο αυτό και με τέτοια ένταση, συμβαίνει μόνο στη Γερμανία».

Info:

To KitKatClub – Kinks of Berlin κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Παρασκευη 6.3. (22.30, αίθουσα Σταύρος Τορνές). Προβάλλεται επίσης το Σάββατο 7.3 (22.45, αίθουσα Φρίντα Λιάππα)

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα