Γιώργος Σπηλιόπουλος πριν το InnerFest: “Παίρνουμε τα τσιμέντα και τα κάνουμε συναυλίες”
Διαβάζεται σε 17'
Ο Γιώργος Σπηλιόπουλος, DJ, παραγωγός και ιδρυτής της Innersense, μιλά στο NEWS 24/7 για το φεστιβάλ InnerFest στο ΠΛΥΦΑ, τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος στη συναυλιακή μας πραγματικότητα και μια διαδρομή 30 ετών που αγάπησε το drum ‘n’ bass.
- 11 Ιουνίου 2026 10:53
Για δύο ημέρες, στις 13 και 14 Ιουνίου, ο χώρος στο ΠΛΥΦΑ θα μετατραπεί σε σημείο συνάντησης καλλιτεχνών που σπάνια μοιράζονται το ίδιο line up. Από το ελληνικό rap μέχρι την ευρύτερη bass κουλτούρα, το φεστιβάλ InnerFest φέρνει κοντά πρόσωπα που εκπροσωπούν διαφορετικές γενιές και διαδρομές, σε ένα φεστιβάλ που λειτουργεί ταυτόχρονα ως γιορτή και ως αποτύπωμα μιας μουσικής πορείας τριών δεκαετιών.
Το φεστιβάλ αποτελεί τον ιδανικό τρόπο για να γιορτάσει η Innersense Productions τα 30 χρόνια της. Η εταιρεία παραγωγής, που δραστηριοποιείται στον χώρο της urban και bass μουσικής από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, συμπυκνώνει σε δύο ημέρες ένα κομμάτι της ιστορίας, των συνεργασιών και της κοινότητας που χτίστηκε γύρω από αυτούς τους ήχους.
Η ιστορία της Innersense ξεκινά το 1996 ως φυσική συνέχεια των θρυλικών Infinity Parties στο Άλσος στο Πεδίο του Άρεως. Μέσα στα χρόνια φιλοξένησε περισσότερους από 70 διεθνείς καλλιτέχνες, έφερε για πρώτη φορά στην Ελλάδα σημαντικά ονόματα της παγκόσμιας σκηνής και δημιούργησε γέφυρες ανάμεσα στην ελληνική και τη διεθνή μουσική κοινότητα.
Πίσω από αυτή τη διαδρομή βρίσκεται ο Γιώργος Σπηλιόπουλος, γνωστός ως Junior SP., DJ, παραγωγός και ιδρυτής της Innersense. Ενεργός στη μουσική σκηνή από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, έχει παρακολουθήσει από κοντά την εξέλιξη της urban κουλτούρας στην Αθήνα και έχει συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωσή της. Με αφορμή το InnerFest και τα 30 χρόνια της Innersense, μιλήσαμε για τις απαρχές αυτής της πορείας, τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος και όσα εξακολουθούν να τον κρατούν δημιουργικά ανήσυχο.
Μεγάλωσε στον Βύρωνα και, όπως λέει ο ίδιος, στάθηκε τυχερός. Βρήκε από πολύ νωρίς αυτό που αγαπούσε και δεν χρειάστηκε να περιπλανηθεί σε διαφορετικές διαδρομές αναζητώντας τον δρόμο του. Το drum ‘n’ bass έγινε η μεγάλη μουσική του αγάπη – μια σταυροφορία – και μια σχέση ζωής που κρατά μέχρι σήμερα. Από εκείνο το ανεπανάληπτο εσωτερικό συναίσθημα που του προκαλούσε η μουσική γεννήθηκε και το όνομα της Innersense, ως έκφραση της ανάγκης να μοιραστεί με άλλους ανθρώπους το ίδιο feeling.
– Βρίσκεσαι σε μια φάση απολογισμού λόγω των 30 χρόνων της Innersense;
Λόγω ηλικίας, καθώς πλέον είμαι 50 ετών, κάνω απολογισμό πολύ συχνά. Και όσο μεγαλώνω, τον κάνω ακόμη συχνότερα. Άρα, από τη μία, δεν περίμενα τα 30 χρόνια για να κοιτάξω πίσω και να δω τι έχω κάνει. Από την άλλη, τα 30 χρόνια έχουν έναν ιδιαίτερο συμβολισμό και σε βοηθούν να σταθείς για λίγο και να δεις τη διαδρομή. Το συναίσθημα που έχω είναι αυτό της πληρότητας. Ταυτόχρονα, θεωρώ ότι έχουμε ακόμη πολλά πράγματα να κάνουμε.
– Αν έπρεπε να ξεχωρίσεις κάποια σημαντικά turning points σε αυτή την πορεία, ποια θα ήταν;
Η βάση όλων βρίσκεται στο 1995. Λίγα από τα παιδιά που διοργανώναμε τα Infinity Parties στο Άλσος, στο Πεδίο του Άρεως, αποφασίσαμε ότι αγαπάμε ένα πολύ συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα. Έτσι γεννήθηκε η Innersense και η απόφασή μας να αφιερωθούμε στην προώθηση του drum ‘n’ bass, και ειδικότερα της πιο ατμοσφαιρικής πλευράς του.
Το 1996 διοργανώσαμε το πρώτο Innersense event στο Άλσος, με καλεσμένους τον LTJ Bukem και τον MC Conrad. Από το 1995 έως το 2000-2001 ήταν για μένα η χρυσή εποχή του ελληνικού clubbing. Η Αθήνα έζησε τις καλύτερες στιγμές της σε επίπεδο κλαμπ, καλοκαιρινών χώρων και νυχτερινής ζωής. Μέσα σε λίγα χρόνια βρεθήκαμε να διοργανώνουμε εκδηλώσεις σε όλους τους ιστορικούς χώρους της εποχής, όπως το +Soda, το Venue, το Umatic, το Cavo Paradiso και το Paradisio στη Βάρκιζα.
Ένα σημαντικό σημείο καμπής ήρθε το 2001, όταν συνέχισα μόνος μου πλέον την πορεία της εταιρείας και άρχισα να στρέφομαι σε μεγαλύτερες παραγωγές σε εξωτερικούς χώρους. Φύγαμε από τη λογική των κλαμπ και περάσαμε σε μεγαλύτερα projects.
Σημαντικά turning points ήταν και οι αποτυχίες μας, οι οποίες αποδείχθηκαν πιο διδακτικές από τις επιτυχίες. Κάποιες λανθασμένες επιλογές μάς κόστισαν χρήματα. Προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε έναν χώρο στην Αθήνα όπου θα παρουσιάζαμε καλλιτέχνες από το εξωτερικό και νέα μουσική, όμως η πόλη δεν ήταν τότε έτοιμη να ακολουθήσει αυτή την προσπάθεια. Η περίοδος 2005-2007 ήταν ιδιαίτερα δύσκολη για εμάς.
Ένα ακόμη καθοριστικό κεφάλαιο ήταν η ενασχόλησή μας με το ελληνικό ραπ. Συνεργαστήκαμε με περισσότερους από 20 καλλιτέχνες, τόσο στο management όσο και στα bookings, στις εμπορικές συμφωνίες και στη διοργάνωση συναυλιών. Πολλοί από αυτούς βρίσκονται σήμερα στην κορυφή της ελληνικής ραπ σκηνής.
Στις αρχές του 2026 αισθάνομαι ότι αυτός ο δεκαπενταετής κύκλος, από το 2010 έως το 2025, έχει ολοκληρωθεί. Δεν σημαίνει ότι έχει κλείσει οριστικά, όμως η κατεύθυνση από εδώ και πέρα είναι διαφορετική.
– Ακούω να μιλάς για ραπ, drum ‘n’ bass, reggae, αλλά είσαι μεταλλάς;
Ισχύει, αλλά να διευκρινίσω. Η πρώτη μεγάλη μουσική μου αγάπη ήταν το metal. Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβα ότι η καλή μουσική είναι καλή μουσική, ανεξάρτητα από το είδος της. Εξακολουθώ να είμαι μεταλλάς με την έννοια ότι δεν υπάρχει ημέρα που να μη βάλω να ακούσω metal. Οι μεγάλες μου αγάπες είναι οι Metallica και οι Sepultura της εποχής των αδελφών Cavalera. Παρακολουθώ μέχρι σήμερα όλα όσα κάνουν οι Max και Igor Cavalera και έχω την τιμή να διατηρώ προσωπική φιλία μαζί τους.
– Με την προηγούμενη απάντησή σου για τις αποτυχίες σκέφτηκα το ντοκιμαντέρ για τα 20 χρόνια του Ejekt που είδαμε στη Στέγη. Εκεί καταλαβαίνει κανείς ότι πριν από 20 ή 30 χρόνια μάθατε στην πράξη πώς στήνονται οι συναυλίες, βήμα βήμα. Και αυτό που εμείς βλέπουμε ως μια μεγαλειώδη βραδιά, όσοι τη διοργανώνουν συχνά δεν προλαβαίνουν καν να το ζήσουν.
Ήμουν κι εγώ στην προβολή του ντοκιμαντέρ, καθώς υπήρξα συνεργάτης του Ejekt για έντεκα χρόνια. Ήμουν διευθυντής παραγωγής το 2006, με ένα διάλειμμα το 2007, και στη συνέχεια, από το 2008 έως το 2016, ήμουν υπεύθυνος για τα μπαρ του φεστιβάλ.
Υπάρχει πολύ σοβαρή πιθανότητα να μη δεις απολύτως τίποτα από τη συναυλία που διοργανώνεις. Και το μόνο βέβαιο είναι ότι, από οποιοδήποτε πόστο κι αν εμπλέκεσαι, δεν τη βιώνεις ποτέ όπως τη βιώνει ο θεατής.
Επίσης, όπως είπε και ο Γιάννης Παλτόγλου προς το τέλος του ντοκιμαντέρ, όταν εργάζεσαι ολόκληρο τον χρόνο για κάτι που ξεκινά και τελειώνει μέσα σε τέσσερις ή πέντε ώρες, κάτι δεν πάει καλά με την ψυχοσύνθεσή σου. Από την άλλη, κάθε διοργανωτής μπορεί να επιλέξει να μη λειτουργεί μόνο με αυτό το μοντέλο. Μπορεί να δημιουργήσει μια σειρά εκδηλώσεων στο ανάπτυγμα μιας χρονιάς και να μην εξαρτάται από μία μόνο βραδιά.
Κάτι που λέω εδώ και χρόνια και το είπε και ο Σταύρος (Στριλιγκάς) είναι ότι: «Παίρνουμε τα τσιμέντα, τα κάνουμε μαγαζιά και μέσα σε 24 ώρες τα ξανακάνουμε τσιμέντα». Είναι μια εξοντωτική διαδικασία. Στο τέλος της ημέρας, όμως, υπάρχει μια κοινή συνισταμένη. Είμαστε όλοι αρρωστάκια με τη μουσική, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
– Πώς έχει αλλάξει το τοπίο της συναυλιακής διασκέδασης όλα αυτά τα χρόνια;
Αν μιλάμε από την πλευρά των διοργανωτών, θεωρώ ότι το κράτος δεν βοηθάει ιδιαίτερα. Συχνά μας αντιμετωπίζει είτε σαν ανθρώπους που βγάζουν εκατομμύρια και άρα δεν δικαιούνται να παραπονιούνται, είτε σαν ανθρώπους που δημιουργούν μια ενοχλητική δραστηριότητα, αντί να παράγουν πολιτισμό.
Όταν διαχειρίζεσαι εκδηλώσεις με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, χρειάζονται γνώσεις, πειθαρχία, οργάνωση, συντονισμός και προγραμματισμός. Όσοι ασχολούνται σοβαρά με αυτόν τον χώρο είναι συνήθως από τους πιο τυπικούς επαγγελματίες που μπορεί να συναντήσει κανείς.
Παρ’ όλα αυτά, συχνά το κράτος μας αντιμετωπίζει με καχυποψία και εχθρότητα, ενώ είμαστε οι πρώτοι που φροντίζουμε να τηρούνται οι κανόνες ασφαλείας, οι υγειονομικές διατάξεις, οι φορολογικές υποχρεώσεις και όλα όσα απαιτούνται τυπικά.
Παλαιότερα αυτή η κατάσταση δεν υπήρχε σε τέτοιο βαθμό, όπως δεν υπήρχε και η σημερινή έκταση της γραφειοκρατίας. Θα περίμενε κανείς ότι η τεχνολογία θα απλοποιούσε τις διαδικασίες. Στην πράξη όμως συμβαίνει το αντίθετο. Οι διαδικασίες έχουν πολλαπλασιαστεί και μαζί τους έχει πολλαπλασιαστεί ο χρόνος και ο κόπος που απαιτούνται.
– Και από την πλευρά του κοινού;
Σε αρκετά ζητήματα το κοινό είναι πλέον πολύ πιο εκπαιδευμένο. Για εμάς αυτό είναι λυτρωτικό. Στη διοργάνωση εκδηλώσεων έχουν προστεθεί πολλά νέα δεδομένα που δεν υπήρχαν παλαιότερα. Ηλεκτρονικά εισιτήρια, συστήματα σκαναρίσματος, διαφορετικά πρωτόκολλα ασφαλείας, νέοι κανονισμοί. Ο κόσμος προσαρμόστηκε σε όλα αυτά και το έκανε με επιτυχία.
Πιστεύω επίσης ότι όταν το κοινό καταλάβει πως αυτό που του προσφέρεις έχει ποιότητα και το θέλει, θα το στηρίξει, ακόμη και σε δύσκολες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Και γι’ αυτό πραγματικά του βγάζω το καπέλο.
– Εσείς οι διοργανωτές συζητάτε όλα αυτά. Εμείς οι θεατές συζητάμε συνήθως τις τιμές των εισιτηρίων, που χρόνο με τον χρόνο ανεβαίνουν.
Να ξεκαθαρίσω πρώτα ότι εγώ δεν ανήκω στους διοργανωτές που αναλαμβάνουν παραγωγές αυτού του μεγέθους. Από όσα συζητώ με συναδέλφους, είναι αλήθεια ότι μετά την πανδημία το κόστος έχει αυξηθεί σημαντικά. Πολλοί τεχνικοί αναγκάστηκαν τότε να αλλάξουν επάγγελμα και όσοι παρέμειναν στον χώρο διεκδικούν σήμερα καλύτερες αμοιβές, δικαιολογημένα.
Έχουν αυξηθεί τα πάντα: οι μεταφορές, το ανθρώπινο δυναμικό, τα υλικά, οι υπηρεσίες. Σε ό,τι αφορά τα εισιτήρια, ο μικρότερος παράγοντας είναι συνήθως το ίδιο το συγκρότημα. Ακούω πχ «οι Metallica έβαλαν εισιτήριο 150 ευρώ». Οι Metallica δεν γνωρίζουν καν πόσο κοστίζει το εισιτήριο που αγόρασες. Η συμφωνία τους έχει κλείσει χρόνια πριν από τη συναυλία.
Οι τιμές διαμορφώνονται μέσα από τη σχέση της διεθνούς εταιρείας παραγωγής με τον τοπικό διοργανωτή. Και σε αυτή τη σχέση ο καθοριστικός λόγος ανήκει συνήθως στη διεθνή πλευρά.
Επιπλέον όπως έχω ξαναπεί: η διοργάνωση συναυλιών είναι ένας “νομιμοποιημένος τζόγος”. Μπορεί να έχεις μια συναυλία που χρειάζεται 20.000 εισιτήρια για να βγει οικονομικά και την ημέρα της διεξαγωγής να προκύψει μια θεομηνία, μια απεργία, μια κυβερνητική απαγόρευση ή ένα μεγάλο κοινωνικό γεγονός που θα μειώσει την προσέλευση στο μισό. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει κανείς που θα αποζημιώσει τον διοργανωτή.
Γι’ αυτό και η τιμολόγηση γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε, σε μια λογική βάση, να διασφαλίζεται τουλάχιστον ότι δεν θα υπάρξει ζημία. Αν στο τέλος υπάρξει και κέρδος, είναι απολύτως θεμιτό. Πρόκειται για ανθρώπους που εργάζονται έναν ή και δύο ολόκληρα χρόνια για ένα γεγονός που θα διαρκέσει λίγες ώρες.
Αν από την πλευρά του θεατή ένα εισιτήριο φαίνεται ακριβό, η τελική επιλογή παραμένει πάντα δική του.
– Είναι το ραπ η πιο πολιτική μουσική που έχουμε σήμερα;
Αυτή τη στιγμή, ναι.
– Νιώθεις ότι η νέα γενιά ελκύεται από αυτή τη μουσική και λόγω των πολιτικών μηνυμάτων που μεταφέρει;
Στις νεότερες ηλικίες ισχύει σε μεγάλο βαθμό. Οι νέοι ταυτίζονται πιο εύκολα με έναν καλλιτέχνη που βρίσκεται κοντά τους ηλικιακά και μπορεί να τους μιλήσει άμεσα, πάνω σε ένα beat, για πράγματα που τους αφορούν. Τα τελευταία χρόνια το αυτί του κοινού έχει εκπαιδευτεί μέσα από τον τεράστιο όγκο μουσικής που κυκλοφορεί κα πολλοί ίσως θεωρούν ότι το ραπ είναι πλέον το κυρίαρχο μουσικό ρεύμα στον πλανήτη.
Εγώ δεν συμφωνώ απόλυτα με αυτό. Αρκεί να δεις ποιες περιοδείες σπάνε τα ταμεία παγκοσμίως. Η Taylor Swift, οι Metallica, ο Bruce Springsteen, οι Coldplay. Ο κόσμος ακούει πολλή ραπ ή αυτό που αντιλαμβάνεται ως ραπ, όμως για μένα η κιθαριστική μουσική εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη δύναμη παγκοσμίως σε επίπεδο εισιτηρίων και ζωντανών εμφανίσεων.
– Οι συναυλίες μετατρέπονται όλο και περισσότερο σε οπτικοακουστικά υπερθεάματα. Το είδαμε με τους Coldplay και τους Metallica στο ΟΑΚΑ. Το κοινό αναζητά πλέον συγκλονιστικά θεάματα;
Καταρχάς, θα συμφωνήσω απόλυτα ότι αυτό που είδαμε στο ΟΑΚΑ ήταν ένα πραγματικό οπτικοακουστικό υπερθέαμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα μπορεί να σε απομακρύνει λίγο από τον πυρήνα της μουσικής εμπειρίας.
Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό προκύπτει από κάποια ανάγκη του κοινού. Νομίζω ότι σχετίζεται περισσότερο με τους κανόνες της αγοράς. Οι μπάντες και οι παραγωγές προσπαθούν διαρκώς να κάνουν το σόου μεγαλύτερο, πιο εντυπωσιακό και πιο ενδιαφέρον.
Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες έχουν καταλάβει ότι ο θεατής πρέπει να φύγει έχοντας ζήσει την καλύτερη δυνατή εμπειρία – το experience. Αν χαθεί ένα σόλο, αν ξεχαστεί ένας στίχος ή αν παιχτούν δύο τραγούδια λιγότερα, αυτά περνούν σε δεύτερη μοίρα. Το βασικό ζητούμενο είναι το συνολικό βίωμα που θα πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας.
– Το ίδιο ισχύει και για εσένα ως διοργανωτή; Έχει τόσο μεγάλη σημασία το experience;
Για μένα σημασία έχει να λες την αλήθεια. Ως καλλιτέχνης παίξε κάθε συναυλία σαν να είναι η τελευταία σου, γιατί κάποια στιγμή μπορεί πράγματι να είναι. Ως διοργανωτής οφείλεις να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς, ώστε στο τέλος να μη μείνουν τύψεις ότι θα μπορούσες να είχες προσπαθήσει περισσότερο. Και από την πλευρά του κοινού χρειάζεται σεβασμός απέναντι σε αυτή τη διαδικασία.
– Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στον παγκόσμιο συναυλιακό χάρτη;
Όχι ακόμη. Έχω μεγάλο σεβασμό για όλους τους επαγγελματίες που προσπαθούν προς αυτή την κατεύθυνση, για τα παιδιά στο Release, στο Ejekt, στη High Priority και γενικότερα για όσους δουλεύουν συστηματικά πάνω σε αυτό.
Παραμένει όμως μια δύσκολη υπόθεση, γιατί η Αθήνα δεν είναι ιδιαίτερα βολική ούτε γεωγραφικά ούτε σε επίπεδο logistics. Αν το δεις ψυχρά, η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να εξυπηρετεί καλύτερα ορισμένες μεγάλες διεθνείς παραγωγές, κάτι που φυσικά στην πράξη δεν γίνεται να συμβεί. Θεωρώ ότι υπάρχει ακόμη δρόμος μέχρι να μιλάμε για έναν πραγματικά κεντρικό προορισμό στον παγκόσμιο συναυλιακό χάρτη.
– Fast forward στα 30 χρόνια αυτής της διαδρομής. Ποιες εμπειρίες ξεχωρίζεις σήμερα, με αφορμή και το InnerFest;
Η πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό είναι η σούπερ ειδική του Ράλλυ Ακρόπολις στο ΟΑΚΑ το 2005. Το ΟΑΚΑ είχε μετατραπεί σε πίστα αγώνων και τη μουσική επένδυση είχαμε αναλάβει εγώ και ο LTJ Bukem. Ήταν η πρώτη φορά που το drum ‘n’ bass ακούστηκε ζωντανά στην Ελλάδα μπροστά σε περίπου 60.000 ανθρώπους.
Μια ακόμη ξεχωριστή στιγμή ήταν όταν κατάφερα να φιλοξενήσω έναν από τους μουσικούς μου ήρωες, τον Igor Cavalera, τον ντράμερ των Sepultura. Είχε τότε δημιουργήσει με τη σύζυγό του το project MIX Hell, όπου εκείνη έπαιζε ηλεκτρονική μουσική και εκείνος συνόδευε ζωντανά με τύμπανα.
Θέλω επίσης να αναφέρω το τελευταίο live των RajaStar. Έμελλε να είναι κυριολεκτικά το τελευταίο τους, μετά τη δολοφονία του Οδυσσέα (Τσιαμπόκαλου). Ήταν μια καταπληκτική συναυλία και ταυτόχρονα μια βαθιά σημαδιακή στιγμή. Με τα παιδιά μάς συνέδεε μια παλιά φιλία και μια μακρόχρονη συνεργασία που έκλεισε εκεί τον κύκλο της.
Και βέβαια δεν μπορώ να ξεχάσω τη συναυλία με τον LTJ BUKEM στο Θησείο, στο πλαίσιο του Athens City Festival τον Μάιο. Χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν σε ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της πόλης, ένας από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες έπαιζε μουσική ελεύθερα και πίσω μας υψωνόταν η Ακρόπολη. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που συντονίζονται τα πάντα, ο χώρος, οι άνθρωποι, η μουσική και το συναίσθημα. Δεν ξέρω πραγματικά πώς μπορεί να ξεπεραστεί αυτή η εμπειρία.
– Τι θα δούμε στο InnerFest;
Η πρώτη ημέρα θα είναι αφιερωμένη στο ελληνικό ραπ και σε πολλούς από τους καλλιτέχνες με τους οποίους έχουμε συνεργαστεί όλα αυτά τα χρόνια. Έχουμε στήσει μια μεγάλη γιορτή, όπου οι άνθρωποι που πορεύτηκαν μαζί θα συναντηθούν ξανά και θα ανταλλάξουν, κατά κάποιον τρόπο, ευγνωμοσύνη για όσα έζησαν και δημιούργησαν μαζί.
Ξέρεις, όταν αναλαμβάνεις τα πάντα για έναν καλλιτέχνη, η σχέση ξεπερνά τα επαγγελματικά όρια. Η τριβή είναι καθημερινή, γίνεται βαθιά και ανθρώπινη. Γίνεσαι φίλος, γίνεσαι ψυχολόγος, μοιράζεσαι πολλά περισσότερα από τη δουλειά.
Τη δεύτερη ημέρα περνάμε σε ένα άλλο μουσικό σύμπαν που αγαπάμε εξίσου και συνδέεται ιστορικά τόσο με το hip hop όσο και με την ταυτότητα της Innersense: τη reggae και τη dub.
Φιλοξενούμε τους Groundation, τους οποίους θεωρούμε κορυφαία reggae μπάντα στον κόσμο. Έρχονται με πλήρη σύνθεση, δέκα μουσικούς επί σκηνής. Μαζί τους θα εμφανιστούν οι Road Ducks, που για εμάς αποτελούν τους σημαντικότερους Έλληνες εκπροσώπους αυτού του ήχου. Πριν από αυτούς θα ανέβουν στη σκηνή αρκετοί ακόμη καλλιτέχνες που στηρίζουν αυτή τη σκηνή εδώ και χρόνια.
Προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε ένα όσο το δυνατόν πιο συμπεριληπτικό διήμερο και περιμένουμε τον κόσμο να περάσουμε δυνατά στο ΠΛΥΦΑ, έναν εξαιρετικό βιομηχανικό χώρο στο κέντρο της Αθήνας.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, παιδιά της πόλης είμαστε κι εμείς.
Info
Το Σάββατο 13 Ιουνίου είναι αφιερωμένο στο ελληνικό rap, με τους Rationalistas, ΤΑΦ Λάθος και Twinsanity ως headliners, ενώ συμμετέχουν επίσης οι 542 (Ψυχόδραμα 07, Τα Μάτια των Πνιγμένων), JK One & DJ Wheel-M, Ραμμένος Άσσος, Ravita Brando, Soulnek, Tiny Jackal και Zografos.
Εισιτήρια: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/innerfest-day-2/
Την Κυριακή 14 Ιουνίου τη σκυτάλη παίρνει η reggae, dub και roots σκηνή, με headliners τους Groundation και τους Road Duck. Το πρόγραμμα συμπληρώνουν οι Anna Mystic, Irie Action, Kilimanjaro, Nesta και Piranhas με DJ sets, σε μια μεγάλη συνάντηση αφιερωμένη στους ήχους της reggae και της dub.