Στην Αμερική του Χατζιδάκι: Ο Γιώργος-Εμμανουήλ Λαζαρίδης και η μυστική γοητεία της “Ρυθμολογίας”
Διαβάζεται σε 12'
Η «Ρυθμολογία» είναι ένα από τα πιο προσωπικά και αινιγματικά έργα του Μάνου Χατζιδάκι. Λίγο πριν την παρουσίασή της στο Ηρώδειο, ο Γιώργος-Εμμανουήλ Λαζαρίδης μιλά στο News24/7 για τη βαθιά σχέση του με το έργο, τον Χατζιδάκι, τον Σεφέρη και τη μουσική που, όπως λέει, τον συνδέει με τη δική του ψυχή.
- 11 Ιουνίου 2026 06:28
Στις 17 Ιουνίου, στο πλαίσιο των «Εορτών Αποχαιρετισμού» του Ωδείου Ηρώδου Αττικού – το οποίο κλείνει για τρία χρόνια αποκατάστασης και εκσυγχρονισμού των υποδομών του – η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι επιστρέφει σε έναν χώρο που μοιάζει φτιαγμένος για να φιλοξενεί τη διαχρονικότητά της. Κάτω από τον αττικό ουρανό, οι μελωδίες, οι εικόνες και οι κόσμοι που δημιούργησε ο σπουδαίος συνθέτης συναντούν ξανά το κοινό, φωτίζοντας με τον δικό τους τρόπο το πέτρινο τοπίο του Ηρωδείου.
Η συναυλία φέρνει στο προσκήνιο δύο ξεχωριστές όψεις του έργου του, που φωτίζουν μια λιγότερο προβεβλημένη αλλά καθοριστική περίοδο της ζωής του. Τα χρόνια που ο Μάνος Χατζιδάκις έζησε και δημιούργησε στην Αμερική, μια εποχή γεμάτη αναζητήσεις, νέες εμπειρίες και έργα που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα.
Στο Ηρώδειο θα ακούσουμε τους Raining Pleasure – με special guests την Έλλη Πασπαλά και τον David Lynch – να παρουσιάζουν το Reflections, είκοσι δύο χρόνια μετά την ηχογράφησή του στην Κολωνία. Έναν δίσκο που συνέδεσε το μουσικό σύμπαν του Χατζιδάκι με μια νεότερη γενιά ακροατών. Την αρχή της βραδιάς όμως θα κάνει ο σπουδαίος μουσικός Γιώργος-Εμμανουήλ Λαζαρίδης ερμηνεύοντας τη “Ρυθμολογία”, ένα από τα πιο ιδιαίτερα και προσωπικά έργα του συνθέτη για σόλο πιάνο.
Η Ρυθμολογία μοιάζει με έναν μυστικό χάρτη του Μάνου Χατζιδάκι
Ένα έργο που κοιτάζει ταυτόχρονα προς τον ουρανό και προς τη γη, προς τους αστερισμούς και προς τα ρεμπέτικα που σημάδεψαν τη μουσική του μνήμη. Γραμμένη για σόλο πιάνο, αποτελείται από έξι χασάπικα με τίτλους δανεισμένους από τον ζωδιακό κύκλο και τη Σελήνη, σαν να μετατρέπει ο συνθέτης τις κινήσεις των άστρων σε ρυθμό και μελωδία.
Η σύνθεση ολοκληρώθηκε στη Νέα Υόρκη και κυκλοφόρησε το 1971, με εξώφυλλο του Γιάννη Μόραλη. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις την περιέγραφε ως «ένα παιχνίδι τρόπων και ρυθμών». Πίσω από αυτή τη φαινομενικά απλή διατύπωση κρύβεται ένα έργο βαθιά προσωπικό. Μια επιστροφή στους παλιούς μουσικούς τρόπους του μπουζουκιού και του ρεμπέτικου, τους οποίους πλέον προσεγγίζει με ωριμότητα, από απόσταση, αναζητώντας το ουσιαστικό και διαχρονικό τους περιεχόμενο.
Την ίδια περίοδο, μια μορφή βρισκόταν διαρκώς στη σκέψη του: ο Γιώργος Σεφέρης. Είχε αναφέρει για τη Ρυθμολογία: «όσο προχωρούσα στο σχεδίασμα του έργου, σκεφτόμουν τον ποιητή Σεφέρη. Γιατί αυτός πρώτος μας έκαμε να νιώσουμε τη σημασία ενός σοβαρού παιχνιδιού, με το “Τετράδιο Γυμνασμάτων” του π.χ., που το πρωτοδιάβασα νέος πολύ, ακριβώς σ’ αυτή την εποχή “της Μελισσάνθης”. Και υπήρξε αυθόρμητη η ανάγκη να του αφιερώσω την “Ρυθμολογία”. Μόνο που δεν φανταζόμουν πως αυτή τη στιγμή δε θα υπήρχε ανάμεσά μας. Μα η “Ρυθμολογία” δε γράφτηκε για να τον θρηνήσει. Γράφτηκε για έναν ζωντανό Σεφέρη που εξακολουθεί να ζει ανάμεσά μας. Για τον ποιητή Σεφέρη που είχε τη δύναμη να μιλά, όταν μιλούσε, απλά, βαθιά και ελληνικά.»
Αυτές οι δύο δυνάμεις διαπερνούν ολόκληρη τη Ρυθμολογία. Από τη μία η ποίηση, η εσωτερικότητα και η πνευματική καθαρότητα που συμβολίζει ο Σεφέρης. Από την άλλη το ρεμπέτικο, η λαϊκή μνήμη, ο υπόγειος παλμός της ελληνικής μουσικής. Στο σημείο όπου συναντώνται οι δύο αυτές τροχιές γεννιέται ένα από τα πιο ιδιαίτερα έργα του Χατζιδάκι. Ένα έργο που παραμένει αινιγματικό, βαθιά ελληνικό και διαρκώς σύγχρονο.
Γιώργος-Εμμανουήλ Λαζαρίδης για τη Ρυθμολογία: “Να περάσω μέσα από το προστατευτικό της πέπλο και να αγγίξω την ψυχή του Μάνου”
Με περισσότερα από τριάντα πέντε χρόνια διεθνούς παρουσίας ως σολίστ, συνθέτης και παιδαγωγός, ο Γιώργος-Εμμανουήλ Λαζαρίδης έχει αφιερώσει σημαντικό μέρος της καλλιτεχνικής του πορείας στη μελέτη, ερμηνεία και ανάδειξη του έργου του Μάνου Χατζιδάκι. Η βαθιά σχέση του με το χατζιδακικό σύμπαν έχει αποτυπωθεί σε συναυλίες, ηχογραφήσεις και ερμηνευτικές προσεγγίσεις που έχουν συμβάλει ουσιαστικά στη διατήρηση και ανανέωση αυτού του μοναδικού μουσικού ιδιώματος.
Για πολλούς η Ρυθμολογία παραμένει ένα λιγότερο γνωστό έργο του Μάνου Χατζιδάκι. Ποια είναι τα στοιχεία του που σας θέλγουν και ποια η προσωπική σας σχέση με το έργο;
Η «Ρυθμολογία» αποτελεί ένα ιδιαίτερα εσωστρεφές έργο. Όχι σκοτεινό, όμως βαθιά προσωπικό, σαν τις μοναχικές μας σκέψεις που ξετυλίγονται αυτοβούλως και αυτονόητα, όμως όχι πάντοτε με κάποια λογική σειρά και συχνά με παράδοξα, σιωπηλά επιχειρήματα που δοκιμάζουν την αλήθεια μας.
Ας μην ξεχνάμε ότι η Ρυθμολογία γράφτηκε μετά τον εμφύλιο και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας στη χώρα, από έναν Χατζιδάκι που ζούσε στη Νέα Υόρκη και νοσταλγούσε, είτε το παραδέχεται είτε όχι, την δική του χαμένη Ελλάδα. Υπό αυτό το πρίσμα, σε εμένα είναι φανερό ότι πρόκειται για ένα μοναχικό ρέκβιεμ, συντεθειμένο από τα θραύσματα μιας βαθιά ελληνικής ψυχής: ένα στοιχείο που ενώνει τον Χατζηδάκι με τον Σεφέρη, στον οποίο άλλωστε αφιερώνει την Ρυθμολογία.
Όπως με το σύνολο της μουσικής του Χατζιδάκι, η οποία ζει και μεγαλώνει μέσα μου από τα παιδικά μου χρόνια, έτσι και στην περίπτωση της Ρυθμολογίας, νιώθω μια άμεση, παντοδύναμη θαρρείς κι αδιαπραγμάτευτη σχέση με τον δημιουργό της, σαν να φτιάχτηκα από την ίδια αστερόσκονη. Τον καταλαβαίνω. Τον νιώθω. Νιώθω την ευάλωτη ντροπαλότητά του, κάτω από το προσωπείο της απέχθειάς του για κάθε περιττό συναισθηματισμό. Περιττός, εφόσον θα μπορούσε να μας απομακρύνει από την σοβαρότητα μιας καλά τεκμηριωμένης παραδοξολογίας.
Αυτή η παραδοξολογία είναι, άλλωστε, που ο Μάνος συστρατεύει κι απλώνει σαν προστατευτικό «πέπλο» στον πρόλογο της Ρυθμολογίας του. Ένα πέπλο φτιαγμένο από την άρνηση συναισθηματικής συμμετοχής και την αδιάφορη σοβαρότητα ενός καλού τεχνίτη.
Εν τέλει, σε αυτό το «πέπλο» ο Χατζιδάκις εμπιστεύεται την υπεράσπιση της κατά τα άλλα μοναδικά ευαίσθητης ψυχής του, απέναντι στους επίδοξους φευγαλέους εραστές της. Ο δικός μου ρόλος λοιπόν, ως ερμηνευτής που αγάπησε και σεβάστηκε βαθιά αυτή τη μουσική, ως εκείνος ο «εραστής» που ήρθε για να μείνει, είναι να περάσω μέσα από το προστατευτικό της πέπλο και να αγγίξω την ψυχή του Μάνου, χωρίς να την πληγώσω.
Η Ρυθμολογία γράφτηκε για πιάνο, αλλά κουβαλά τη μνήμη του μπουζουκιού και του ρεμπέτικου. Πώς αντιμετωπίζει ένας πιανίστας αυτή τη συνάντηση δύο διαφορετικών κόσμων;
Κατά την γνώμη μου η μουσική ήταν, είναι και πάντα θα είναι, μία. Η μουσική είναι, ο κόσμος μας. Όλες οι μουσικές μαζί, εκφράζουν την ανθρωπότητα ως σύνολο ψυχών, σκέψεων κι ενέργειας.
Το θέμα δεν είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζει ένας πιανίστας την μνήμη του μπουζουκιού και του ρεμπέτικου στο πιάνο. Το θέμα είναι, ο τρόπος που ένας πιανίστας σταματά να είναι πιανίστας και γίνεται μια ψυχή που τραγουδά, μέσα από το πιάνο. Ένας πηγαίος τραγουδιστής, που έχει το πιάνο στο λαρύγγι του.
Όταν συμβεί αυτό, τότε η μνήμη του μπουζουκιού, του ρεμπέτικου, της ροκ, της ποίησης του Σεφέρη, της δυτικής και της ανατολίτικης κουλτούρας και κάθε άλλο πολυσυλλεκτικό δομικό στοιχείο μέσα σε ένα μουσικό έργο, γίνεται αυτονόητο για τον πιανίστα. Ο πιανίστας είναι που μεταμορφώνεται, δεν μεταμορφώνεται η μουσική για να χωρέσει στο πιάνο.
Υπάρχει κάποιο σημείο της Ρυθμολογίας που εξακολουθεί να σας εκπλήσσει ή να σας αποκαλύπτει νέα πράγματα κάθε φορά που επιστρέφετε σε αυτό;
Γνώρισα και μελέτησα την ρυθμολογία επειδή μου την εμπιστεύθηκαν ο Γιώργος Χατζιδάκις και ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.
Από την πρώτη στιγμή που κλείστηκα μέσα σε ένα δωμάτιο μόνος μου με αυτό το έργο, κατάλαβα ότι το ταξίδι μου θα είναι μακρύ, απρόβλεπτο και βαθιά συγκινητικό. Δεν νιώθω σίγουρος ότι έχω φτάσει στο μεδούλι του έργου. Μπορεί και να έχω φτάσει. Μπορεί και όχι.
Είμαι όμως εντελώς σίγουρος ότι η πρώτη αυτή ερμηνεία μου αποτελείται από αγάπη, από έντονο ενδιαφέρον και τρυφερή πρόθεση κατανόησης, από ενσυναίσθηση και την ελευθερία που αυτή μου χαρίζει, μαζί με πίστη, σεβασμό και σοβαρότητα.
Κατά τα άλλα, το ταξίδι της ανακάλυψης αυτού του έργου δεν τελειώνει εδώ για εμένα. Θα είναι ταξίδι μακρύ, όπως συμβαίνει με κάθε πραγματικά σπουδαίο έργο.
Η εμπειρία σας εκτείνεται σε ένα μεγάλο φάσμα συνθετών και μουσικών κόσμων. Τι ξεχωρίζετε στη γραφή του Χατζιδάκι που δεν βρίσκετε σε κανέναν άλλο συνθέτη που έχετε ερμηνεύσει;
Ξεχωρίζω την δική μου ψυχή. Δεν μπορώ να σας το εξηγήσω, αλλά βρίσκομαι εκεί μέσα. Είναι μαγικό.
Η Ρυθμολογία θα παρουσιαστεί λίγο πριν από το Reflections των Raining Pleasure. Βλέπετε κάποιο νήμα που ενώνει αυτά τα δύο έργα και τις δύο όψεις της αμερικανικής περιόδου του Χατζιδάκι;
Αν και η «Ρυθμολογία» και το Reflections μοιάζουν εκ πρώτης όψεως διαφορετικά έργα, υπάρχουν ιστορικές, αισθητικές και ιδεολογικές συνδέσεις μεταξύ τους. Καταρχάς και τα δύο έργα ανήκουν στην περίοδο της παραμονής του Χατζιδάκι στη Νέα Υόρκη (1966–1972), μια εποχή κατά την οποία ο Μάνος πειραματίζονταν με νέους τρόπους έκφρασης αλλά παράλληλα νοσταλγούσε την ελληνική του ταυτότητα.
Ως προς την αισθητική τους ταυτότητα, και τα δύο αυτά έργα διερευνούν ενδεχόμενα κοινά πεδία ανάμεσα στην ελληνική μουσική και στη σύγχρονη διεθνή μουσική γλώσσα. Στην μία περίπτωση, αυτό συμβαίνει μέσω της συνάντησης με το αμερικανικό ροκ και την ψυχεδέλεια. Στην άλλη, μέσω της ανασύνθεσης του ρεμπέτικου και των λαϊκών τρόπων σε ένα λιτό, αφαιρετικό, λόγιο πιανιστικό έργο. Πάντως και τα δύο έργα, μοιάζει να καθρεφτίζουν την ελληνική μνήμη και να την προβάλουν σε έναν σύγχρονο καμβά, σχίζοντας και μεταμορφώνοντας το πρωτογενές μουσικό υλικό. Ο Χατζιδάκις συνδυάζει το ελληνικό με το διεθνές, το λόγιο με το λαϊκό, το παραδοσιακό με το σύγχρονο, δημιουργώντας ουσιαστικά μία νέα, δική του, διεθνή γλώσσα με υπόβαθρο την Ελλάδα.
Πριν από λίγα χρόνια αναφέρατε ότι περιμένατε “μια ακόμη επανάσταση της συλλογικής μας συνείδησης”. Πιστεύετε ότι από τότε έχουμε σηκωθεί έστω λίγο ψηλότερα ή πηγαίνουμε προς την αντίθετη κατεύθυνση;
Δύσκολο να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, σε μια εποχή που η έννοια (και η δύναμη) της συλλογικότητας βάλλεται και δοκιμάζεται όσο ποτέ άλλοτε. Όχι επειδή δεν υπήρξαν οι άνθρωποι μόνοι και στο παρελθόν. Αλλά επειδή σήμερα, είμαστε μόνοι μας, αλλά νομίζουμε πως έχουμε χιλιάδες φίλους.
Οι σύγχρονες συλλογικότητες της οθόνης, πολύ δύσκολα μπορούν να σηκωθούν λίγο ψηλότερα. Γιατί πρόκειται για συλλογικότητες που αποτελούνται από μονάδες μοναξιάς, οι οποίες αυτοτραυματίζονται συστηματικά καθώς νιώθουν να λυγίζουν υπό το βάρος μιας βουβής υποχρέωσης να εκπροσωπούν την «τελειότητα».
Οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα, ανεξάρτητα από το ριζικό τους, συμμετέχουν (εκούσια ή ακούσια) σε έναν εξαντλητικό, ανταγωνιστικό ηλεκτρονικό μαραθώνιο με στόχο την διατήρηση της επίφασης μιας ατέρμονης ευημερίας, πίσω από την οποία ελλοχεύει η απόλυτη απομόνωση, η μοναξιά, το κενό μνήμης και στόχου και τελικά, η απραξία.
Για να πετάξεις, χρειάζεσαι φτερά και τα φτερά δεν φυτρώνουν αν δεν τα σπείρεις, αν δεν τα ποτίσεις, αν δεν τα γυμνάσεις, αν δεν τα δοκιμάσεις, αν δεν αποτύχεις και δεν σηκωθείς ξανά και ξανά και ξανά. Εμείς προσπαθούμε πλέον να βγάλουμε τα τέλεια ψηφιακά φτερά. Κι έτσι, μαζί με τα τέλεια αυτά ψηφιακά φτερά, βλέπω με αγωνία την επερχόμενη επικράτηση και του τέλειου ψηφιακού ανθρώπου.
Ο Χατζιδάκις πίστευε ότι ο πολιτισμός είναι στάση ζωής. Ως παιδαγωγός και ως πατέρας, ποια χαρακτηριστικά θεωρείτε σήμερα πιο πολύτιμα για τους ανθρώπους της νέας γενιάς;
Το πιο σημαντικό για τους ανθρώπους της νέας γενιάς, πιστεύω, είναι να θυμηθούν ότι η εξέλιξη και η ανάπτυξη δεν είναι μονόδρομος στην ευρύτερη ιστορία. Το αύριο, δεν είναι de facto πιο καλό, πιο προηγμένο, πιο εύκολο. Η οπισθοδρόμηση, η διολίσθηση, η καταστροφή και ο θάνατος της ελπίδας και του φωτός, είναι πάρα πολύ πιθανά σενάρια.
Πάρα πολύ πιθανά, όμως όχι τα μοναδικά σενάρια. Το σενάριο για το «αύριο», το δικό μας και των παιδιών μας, είναι πολύ περισσότερο στο χέρι μας από ότι είμαστε σήμερα έτοιμοι να αναγνωρίσουμε και να παραδεχτούμε. Γιατί είναι δύσκολο να αναλαμβάνεις ευθύνες και πολύ εύκολο να φταίει πάντοτε κάποιο «τέρας», ειδικά όταν αυτό το τέρας είναι πολυδιασπασμένο και αόρατο.
Εύχομαι και ελπίζω ότι θα ξαναβρούμε συλλογικές δυνάμεις ανατροπής, για την ειρήνη, για την δικαιοσύνη, για την απαλλαγή από τον παγκόσμια συσσωρευμένο θυμό, για την αξιοποίηση των σπουδαίων σύγχρονων ανακαλύψεων προς όφελος του ανθρώπου, για αυτό το «αύριο» που όλοι, ακόμα και σιωπηλά, δειλά και φοβισμένα, ακόμα ελπίζουμε κι ονειρευόμαστε για τα παιδιά μας.