ΧΤΑΠΟΔΙ : Διαβάζοντας πιασμένοι στα πλοκάμια της τέχνης

Διαβάζεται σε 14'
ΧΤΑΠΟΔΙ : Διαβάζοντας πιασμένοι στα πλοκάμια της τέχνης
Γιώργος Τουρκοβασίλης, Χωρίς τίτλο, χ.χ., Ψηφιοποιημένη διαφάνεια 35 mm Ευγενική παραχώρηση: Αρχείο Γιώργου Τουρκοβασίλη∙ Akwa Ibom, Αθήνα∙ Μελάς Μαρτίνος, Αθήνα∙ Radio Athènes, Αθήνα

Ο Αρχισυντάκτης του διαδικτυακής έκδοσης «Χταπόδι» του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, Θεόφιλος Τραμπούλης, μας μυεί μέσα στο μυαλό του δικού του… Χταποδιού και η επιμελήτρια του ΕΜΣΤ Αννα Μυκονιάτη μας μιλά για τη θέση της ζωγραφικής στη σύγχρονη τέχνη, κάτι που διαπραγματεύεται και σε κείμενό της στο τρίτο τεύχος

Από τη Μία Κόλλια

Ο Θεόφιλος Τραμπούλης το οραματίστηκε, το αγάπησε και το υλοποίησε με τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού. Μία έκδοση, από τις καλύτερες διεθνώς, ξετυλίγεται σε ένα site και μας μυεί στην πολιτική, κοινωνική και ουσιαστική πλευρά της τέχνης με κείμενα υψηλού επιπέδου και «ιδέες» εξίσου, υψηλές. Αυτό το «εγγράμματο χταπόδι» οφείλουμε να το μεταχειριστούμε με σεβασμό, όπως θα κάναμε σε μια εγκυκλοπαίδεια που βρέθηκε στις αγαπημένες σκονισμένες βιβλιοθήκες, κόσμημα κάθε σπιτιού.

Πώς ξεκίνησε η ιδέα του Χταποδιού;

Το περιοδικό, ήταν από τα πρώτα πράγματα που κουβεντιάσαμε με τη Διευθύντρια του Μουσείου, την Κατερίνα Γρέγου, όταν συζητούσαμε τη συνεργασία μας πριν από πέντε χρόνια: όταν με ρώτησε τότε τι θα ήθελα να κάνω στο Μουσείο, της είπα ότι ήταν αυτό το περιοδικό. Ήταν πάρα πολλές οι υποχρεώσεις τότε και καταφέραμε να βγάλουμε το πρώτο τεύχος την 1η Δεκεμβρίου του 2024, το δεύτερο τεύχος τον Ιούνιο του 2025 και το τώρα,τον Χειμώνα 2025-2026 το τρίτο. Για το πρώτο τεύχος είχαμε αναζητήσει τότε κάτι που να έχει σχέση με την έκθεση «Modern Love. Η αγάπη στα χρόνια της ψυχρής οικειότητας», η οποία έτρεχε τότε στο ΕΜΣΤ, και να έχει και μια πολιτική οξύτητα και έτσι ασχοληθήκαμε με το θέμα του AIDS – της μνήμης, της πολιτειότητας, της αλληλεγγύης. Το δεύτερο τεύχος ήταν εμπνευσμένο από την έκθεση για τα ζώα «Why Look at Animals? Δικαιοσύνη για τη μη ανθρώπινη ζωή» ενώ το τρίτο που ήταν κυρίως δικής μας επιμέλειας, της Ιόλης Τζανετάκη και δικής μου, και ήταν στραμμένο στην ελληνική τέχνη και στα ζητήματα ιστορικοποίησης και θεωρητικοποίησης του παρόντος.

Ένα από τα ευρήματα του 3ου τεύχους του Χταποδιού: Η επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης Άρτεμις Ζερβού εντοπίζει στα αρχεία της γαλλικής τηλεόρασης στιγμιότυπα από την του Pablo Picasso και της κόρης του Maya στην «Exposition internationale de la céramique», τον Ιούνιο του 1955, στην οποία συμμετείχε ελληνική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Πάνο Βαλσαμάκη και την Φρόσω Ευθυμιάδη Μενεγάκη, στους οποίους έδωσε τα εύσημα. Σε πρώτο πλάνο η βαθμιδωτή βάση με τα ελληνικά εκθέματα και στο βάθος ο Picasso και η κουστωδία του

Ποιος είναι ο στόχος σας;

Ο στόχος; Αν και δεν είμαι βέβαιος ότι θα μπορούσα να σας οριοθετήσω έναν στόχο, νομίζω ότι μπορούμε να πούμε πως δουλεύουμε περισσότερο την ιδέα μιας πλατφόρμας κειμένων. Μιας πλατφόρμας που θέλει να παράγει κείμενα και να αναπτύσσει σε ένα άλλο επίπεδο όσα λέμε στο μουσείου εκθεσιακά. Σε ένα επίπεδο όμως, πιο θεωρητικό και ίσως λίγο πιο αναστοχαστικό, με βραδύτερους ρυθμούς

Ποια είναι τα βασικά θέματα που θίγονται στο τρίτο τεύχος της έκδοσης;

Το τρίτο τεύχος του Χταποδιού είναι στραμμένο στο πεδίο της ελληνικής σύγχρονης τέχνης. Θα έλεγα πως τα κείμενά του διακρίνονται σε τρεις θεματικές. Η πρώτη είναι η σχέση της σύγχρονης τέχνης με την οικονομία, το καθεστώς επισφάλειας των εργαζόμενων στον πολιτισμό, η ισχύς των μεγάλων χρηματοδοτικών οργανισμών, όπως τα ιδρύματα, αλλά και η σχέση της τέχνης με τον αδηφάγο υπερτουρισμό τον οποίον συχνά η καλλιτεχνική δραστηριότητα νομιμοποιεί ή διευκολύνει. Η δεύτερη θεματική αφορά τη συζήτηση γύρω από την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της έννοιας του εθνικού.

Χρήστος Τζίβελος, A voir, Windows on White, Νέα Υόρκη, 6–30 Νοεμβρίου 1985 Ευγενική παραχώρηση: Γιάννης Τζίβελος, Αθήνα∙ Akwa Ibom, Αθήνα∙ Μελάς Μαρτίνος, Αθήνα∙ Radio Athènes, Αθήνα.

Τι σημαίνει «Εθνικό Μουσείο» σε μια εποχή μετακινήσεων πληθυσμών, μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς και καλλιτεχνικής, κοινωνικής και πολιτικής δραστηριότητας που ξεπερνά τα σύνορα και έχει ολοένα και περισσότερο διεθνή χαρακτήρα; Η τρίτη θεματική είναι περισσότερο στραμμένη στην ιστορία της τέχνης και την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της οντολογίας του καλλιτεχνικού αντικειμένου. Ποια είναι η θέση της ζωγραφικής και της στοχαστικής βραδύτητάς της σε μια επιταχυνόμενη εποχή κατανάλωσης εικόνας και εμμονής στην παραγωγή νοήματος η οποία συχνά καταλήγει να μην είναι τίποτε παραπάνω από εικόνα για τα social media; Πώς μπορούμε να ξαναδούμε μια εποχή υβριδικών πειραματισμών όταν τα νέα μέσα, κυρίως το βίντεο και οι ψηφιακές τεχνολογίες, έγιναν προσιτές σε ένα ευρύ φάσμα καλλιτεχνών, στα τέλη της δεκαετίας του 70 και σε όλη την εσφαλμένα ανέμελη δεκαετία του 80;

Ποια συμπεράσματα θα θέλατε να μας σχολιάσετε περαιτέρω σε σχέση με τα όσα νέα ως πληροφορίες έφεραν οι συγγραφείς των κειμένων;

Ζούμε σε μια εποχή κυριαρχίας του γκροτέσκου ως πολιτική, σε μια εποχή βεβήλωσης των αξιών, των θεσμών, της νομιμότητας, της ισονομίας. Φόβου. Η ενασχόληση με τα ζητήματα που θίγουμε στο τεύχος δεν είναι μια πολυτέλεια που προδίδει προνόμιο ή κρύβει αφελή αισιοδοξία. Είναι υπεράσπιση ορισμένων αρχών στις οποίες όχι μόνο οφείλουμε να βασίσουμε τη μνήμη και τη συλλογικότητά μας, αλλά και να εδραιώσουμε την εργασία που έχουμε να κάνουμε για το μέλλον.

Ανθρωπόμορφη στάμνα της Φρόσως Ευθυμιάδη-Μενεγάκη από την «Exposition internationale de la céramique», τον Ιούνιο του 1955 στο Palais Miramar των Καννών

Από όσα διάβασα πάντως, μπορώ να πω πως τα κείμενα είναι και κάπως «εκπαιδευτικά», επιμορφωτικά.

Ελπίζω να είναι εκπαιδευτικά, διότι όλη η πολιτική του μουσείου, είναι να λειτουργεί και παιδαγωγικά. Είναι ένα δημόσιο μουσείο και ο ρόλος ενός δημόσιου φορέα πολιτισμού είναι να λειτουργεί παιδαγωγικά προς τους πολίτες. Ο στόχος, λοιπόν, του ίδιου του Μουσείου είναι οι εκθέσεις του, αλλά και τα κείμενα που παράγει να λειτουργούν ως ένα πεδίο ανταλλαγής ιδεών και θέσεων, να δημιουργούμε ένα πλαίσιο διαλόγου όπου θα επιτευχθεί και κάτι στοιχειωδώς πολιτικό . Οπότε έχετε δίκιο. Χαίρομαι που επισημαίνετε αυτή την παιδαγωγική διάσταση.

Στην Ελλάδα, πάντως όσοι ασχολούνται με την τέχνη ή το θέατρο φερ’ ειπείν, λειτουργούν και κάπως «ελιτίστικα»: εμείς που ξέρουμε και εσείς που δεν ξέρετε.

Η αλήθεια είναι πως στην τέχνη ιδίως, περισσότερο και από το θέατρο, έχουμε την τάση να διαμορφώνουμε έναν λόγο σχετικά κρυπτικό. Ένας σχετικά κρυπτικό ο οποίος οφείλεται σε πολλούς παράγοντες και ο ίδιος δεν είμαι αθώος αυτού του λόγου – παρασύρομαι δηλαδή. Προσπαθούμε πάντως στο μουσείο και στο περιοδικό να μην το κάνουμε παρότι σίγουρα απευθυνόμαστε σε ένα πεπαιδευμένο κοινό. Φυσικά, δεν γίνεται να μιλήσεις για τέχνη χωρίς να προϋποτίθεται κάποια παιδεία, αλλά δεν χρειάζεται να είναι και τόσο εξειδικευμένη.

Πόσα κείμενα έχει περίπου η κάθε έκδοση;

Θα σας πω ακριβώς, όχι περίπου. Η αρχική μας πρόθεση ήταν να είναι οκτώ κείμενα, ως χταπόδι, αλλά επειδή είχαμε χώρο για ένα ένατο και επειδή πάντα έχουμε κάτι παραπάνω να πούμε, τελικά έχουμε εννέα κείμενα σε κάθε τεύχος. Έχουμε, ας πούμε, τα οκτώ πλοκάμια μας και μια ρεζέρβα.

Προσπαθείτε αυτά να καλύπτουν ποικίλες θεματικές;

Στα δύο πρώτα τεύχη είχαμε guest editors. Tην αρχισυνταξία του πρώτου ανέλαβε η Juliet Jacques, συγγραφέας, τρανς ακτιβίστρια, δημοσιογράφος και καλλιτέχνιδα η οποία κάλεσε πέντε συγγραφείς γύρω από το θέμα που της είχαμε θέσει, δηλαδή τη μνήμη του, την πολιτική μνήμη του AIDS. Το δεύτερο ανέλαβε η φίλη Filipa Ramos, κριτικός, επιμελήτρια και συγγραφέας που κάλεσε κάποιους και εμείς επίσης κάποιους Ελληνες από την πλευρά μας. Το τρίτο τεύχος ήταν επικεντρωμένο στη σύγχρονη ελληνική τέχνη και αναπτύχθηκε ποικιλοτρόπως.

Τα θέματα, είναι αρκετά μεγάλα – εννοώ πως αναπτύσσονται πολύ.

Ναι, πράγματι. Και ξέρετε, πολλά είναι τα θέματα που δεν χωρούν και που θα θέλαμε να έχουμε κάνει, αλλά υπόσχομαι στους αναγνώστες σας ότι θα τα καλύψουμε σύντομα με podcasts, τα οποία ξεκινάμε σύντομα. Ας πούμε το ζήτημα της λογοκρισίας, το οποίο ζήσαμε με έναν τρόπο πέρυσι με την κίνηση βανδαλισμού στην Εθνική Πινακοθήκη, αλλά μας απασχολεί και η λογοκρισία αυτή καθαυτή καθώς αναδύονται ξανά πολύ αυστηροί λογοκριτικοί μηχανισμοί, που σχετίζονται με την παγκόσμια άνοδο της άκρας δεξιάς. Από την άλλη, υπάρχουν οι δυο όψεις της λογοκρισίας: αυτής που πράγματι ασκείται και της λογοκρισίας ως πολιτικό επιχείρημα, αυτή που προβάλλουν ως υποτιθέμενη απειλή οι ίδιοι οι μηχανισμοί που ασκούν λογοκρισία, φερ’ ειπείν με τo ακροδεξιάς έμπνευσης επιχείρημα περί cancel culture. Άλλο ένα σημαντικό ζήτημα, κατά τη γνώμη μου, είναι το ζήτημα της αλγοριθμικής τέχνης, είτε αυτή είναι το AI είτε άλλα που μεταβάλλουν την ίδια την οντολογία του έργου τέχνης. Εχουμε συνηθίσει να συνδυάζουμε και να συνδέουμε την τέχνη με την αυθεντικότητα, με την πρωτοτυπία, με την έκφραση του υποκειμένου, για να μην σας πω ότι η τέχνη είναι και κατεξοχήν η έκφραση του υποκειμένου. Και ξαφνικά έρχεται η τεχνητή νοημοσύνη και αλλάζει όλη μας τη θεώρηση και αρχίζουμε να έχουμε έργα τέχνης που υπονομεύουν την φενάκη της αυθεντικότητας και της έκφρασης του υποκειμένου, ενώ εξακολουθούν να είναι έργα τέχνης. Πώς θα το διαχειριστούμε αυτό;Υπάρχουν, συνεπώς, πάρα πολλά ζητήματα που θα πραγματευτεί το Χταπόδι.

Αυτό θα μπορούσε να γίνει ένα βιβλίο στο μέλλον. Το έχετε σκεφτεί;

Αχ, μη με αναγκάζετε να σας αποκαλύψω πράγματα που δεν είναι ακόμα έτοιμα και για τα οποία δεν μπορώ να μιλήσω!

Είναι δύσκολη ή εύκολη η τελική επιλογή συνεργατών και κειμένων;

Ναι, ξέρετε ότι πάντα τα ζητήματα αρχισυνταξίας όπως και τα ζητήματα επιμέλειας σε μία έκθεση είναι και μια διαδικασία αποκλεισμού. Είμαστε υποχρεωμένοι κάθε φορά να κάνουμε ιεραρχήσεις.

Νομίζω, λοιπόν, για το Χταπόδι μιλώντας, ότι το βασικό μέλημα είναι να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στα κείμενα και να μπορούμε να έχουμε αντικειμενική ματιά. Να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα σε αναλυτικότερα κείμενα, σε θεωρητικά κείμενα, σε ιστορικά. Να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στους νεότερους και πρεσβύτερους συγγραφείς. Είναι κι αυτό πολύ σημαντικό, να μην υποκύψουμε στη λαγνεία του ageism της νοσταλγίας.

Είναι, θησαυρός πάντως, ένας θησαυρός γνώσεων και ευχαριστούμε όλοι για αυτό! Αλήθεια όμως γιατί «Χταπόδι»;

Δεν είναι ωραίος τίτλος;

Πολύ. Αλλά πώς σας ήρθε;

Δεν ξέρω. Σε αυτά τα πράγματα, αυτό το «κάτι» το βρίσκει κανείς μετά την ιδέα. Νομίζω ότι σε πολλά πράγματα σκέφτεσαι κάτι και λες «τι ωραίο που είναι αυτό» και μετά ψάχνεις να βρεις γιατί και πώς θα το επεξεργαστείς. Μας ήρθε η ιδέα, μας άρεσε. Αλλωστε τα ζώα είναι πολύ κοντά σε όλα αυτά που σκεφτόμαστε ως Μουσείο. Τα ζώα ως μια μορφή αντίληψης του κόσμου. Ως ενιαίο σύστημα που, όταν σκέφτεσαι πολιτικά, πρέπει να βλέπεις την ενότητα του. Η πολιτική οικονομία, η ιστορία, οι ροές των πληθυσμών, τα ζητήματα πολέμων που είναι επίκαιρα και τα ζητήματα του περιβάλλοντος, όλα είναι ένα ενιαίο σύστημα και αυτό ως ιδέα μιας κοσμοπολιτικής στάσης περιλαμβάνει στο κέντρο του τα ζώα. Οπότε το χταπόδι μας πάει και προς αυτή την κατεύθυνση και να δώσουμε και ένα στίγμα. Και βέβαια νομίζω πως σε όλους μας είναι πρόσφοροι οι συνειρμοί για το χταπόδι: τα πλοκάμια του, το οικοσύστημα που δημιουργεί, η αποκεντρωμένη του «σκέψη» αφού το κάθε πλοκάμι έχει κάπως και τη δική του αυτόνομη αυτονομία στοχασμού και αντίδρασης. Φυσικά το καμουφλάζ και η δυνατότητα του χταποδιού να κινείται στα βαθιά νερά και να μπορεί να παραλλάσσεται.

Βασίλης Παπαγεωργίου, 18:00, 2025 Κεραμικό, ατσάλι 58 x 40 x 2 εκ. Ευγενική παραχώρηση: Callirrhoë και ο καλλιτέχνης Φωτογραφία: Στάθης Μαμαλάκης

Άννα Μυκονιάτη

Η επιμελήτρια του ΕΜΣΤ Άννα Μυκονιάτη διερευνά την ιστορία της σταθερά αμφίθυμης σχέσης της σύγχρονης τέχνης με τη ζωγραφική και κοιτάζει την μουσειακή πολιτική του ΕΜΣΤ ως προς το μέσο” – έτσι αναγράφεται στο πρόλογο της έκδοσης. Συνοπτικά λοιπόν και περιεκτικά ποιο είναι το συμπέρασμά σας ως προς το θέμα που αναλύετε;

Αν έπρεπε να το πω πολύ απλά: η ζωγραφική σήμερα βρίσκεται ταυτόχρονα στο κέντρο και στο περιθώριο της σύγχρονης τέχνης. Στο κέντρο, γιατί εξακολουθεί να είναι το πιο ισχυρό νόμισμα της αγοράς της τέχνης -οι συλλέκτες αγοράζουν κυρίως πίνακες. Στο περιθώριο, γιατί στους θεσμούς, στη θεωρία και στις μεγάλες εκθέσεις συχνά προτιμώνται άλλα μέσα που φαίνονται πιο «σύγχρονα» ή πιο θεαματικά.

Το συμπέρασμα του κειμένου δεν είναι ότι η ζωγραφική υποτιμάται ή ότι «πέθανε». Είναι μάλλον ότι άλλαξαν οι μηχανισμοί μέσα από τους οποίους η τέχνη αποκτά ορατότητα και νομιμοποίηση. Σήμερα η τέχνη συχνά οργανώνεται γύρω από εκθεσιακές αφηγήσεις, μεγάλα projects και εμπειρίες χώρου· η ζωγραφική, που είναι πιο σιωπηλή και πιο αυτάρκης ως μέσο, δεν εντάσσεται πάντα εύκολα σε αυτό το πλαίσιο.

Στην περίπτωση του ΕΜΣΤ αυτό φαίνεται πολύ καθαρά: η σχετικά περιορισμένη παρουσία ζωγραφικής στη συλλογή δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας συνειδητής «αντιζωγραφικής» στάσης, αλλά προϊόν ιστορικών συγκυριών, θεσμικών προτεραιοτήτων και της προσπάθειας του μουσείου να τοποθετηθεί στο διεθνές πεδίο της σύγχρονης τέχνης. Με άλλα λόγια, η σχέση της ζωγραφικής με τους θεσμούς είναι λιγότερο αισθητικό ζήτημα και περισσότερο ζήτημα πολιτικής της εικόνας.

Η αντίδραση που είχε το κείμενο από πολλούς ζωγράφους είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Μου έγραφαν αρκετοί ότι ένιωσαν σαν να διατυπώνεται επιτέλους κάτι που συζητιέται χρόνια μεταξύ τους -ότι υπάρχει ένα μικρό χάσμα ανάμεσα στη ζωντανή παραγωγή ζωγραφικής και στον τρόπο που αυτή εμφανίζεται και εκπροσωπείται θεσμικά. Και αυτό είναι ίσως το πιο υγιές σημείο της συζήτησης: όταν ένα κείμενο δεν κλείνει το θέμα, αλλά ανοίγει έναν διάλογο για το πώς λειτουργεί σήμερα το καλλιτεχνικό οικοσύστημα – ανάμεσα στους καλλιτέχνες, τους θεσμούς, την αγορά και το κοινό. Η ζωγραφική εξακολουθεί να έχει ισχυρή παρουσία στην καλλιτεχνική παραγωγή και στην αγορά της τέχνης· το ενδιαφέρον ερώτημα είναι πώς αυτή η παρουσία μεταφράζεται -ή δεν μεταφράζεται πάντα- στο επίπεδο της θεσμικής αφήγησης.

Η θέαση της ζωγραφικής και αυτή καθαυτή η ζωγραφική μοιάζει να παραμένει εκτός όλων των fast-τάσεων του σύγχρονου κόσμου. Μπορείτε να μας το αναπτύξετε αυτό κάπως; Απειλείται η ουσία της από την τεχνολογία ή από κάτι άλλο;

Δεν νομίζω ότι η τεχνολογία απειλεί τη ζωγραφική. Η ζωγραφική έχει επιβιώσει από πολύ πιο δραματικές «τεχνολογικές απειλές» – από τη φωτογραφία μέχρι το βίντεο και την ψηφιακή εικόνα. Κάθε φορά που εμφανίζεται ένα νέο μέσο, ακούμε πάλι ότι «τώρα τελείωσε». Και κάθε φορά η ζωγραφική επιστρέφει, απλώς με διαφορετικό τρόπο. Θα έλεγα ότι η ζωγραφική είναι για την τέχνη ό,τι είναι η ακουστική κιθάρα για τη μουσική. Μπορεί να αλλάζουν τα είδη, να εμφανίζονται νέα μέσα, ηλεκτρονικοί ήχοι, παραγωγές στο στούντιο· αλλά σχεδόν πάντα, κάπου στη βάση, υπάρχει ένα όργανο και μια βασική σχέση με τον ήχο. Κάπως έτσι λειτουργεί και η ζωγραφική για την εικόνα.

Η πραγματική πρόκληση σήμερα δεν είναι η τεχνολογία αλλά ο ρυθμός με τον οποίο καταναλώνουμε εικόνες. Ζούμε μέσα σε μια οικονομία της προσοχής, όπου η προσοχή μας είναι το πιο πολύτιμο εμπόρευμα. Πλατφόρμες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανταγωνίζονται για τον χρόνο μας, σχεδιάζοντας «εύκολες» εικόνες που προσπερνάμε γρήγορα για να δούμε την επόμενη. Η ζωγραφική, αντίθετα, απαιτεί συγκέντρωση και χρόνο, προσφέροντας μια εμπειρία θέασης που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από το γρήγορο scroll. Σε αυτό έγκειται η επίκαιρη σημασία της: όχι ως αντίθεση στην τεχνολογία, αλλά ως μέσο που συνεχίζει να αναδεικνύει την αξία του βλέμματος και της υλικής εικόνας στον σύγχρονο κόσμο.

Πατώντας εδώ μπορείτε να δείτε το περιοδικό του ΕΜΣΤ.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα