Νέες ταινίες: Παλαιστινιακή Ιστορία και οικογενειακό δράμα στην εντυπωσιακή “Σκιά της Πορτοκαλιάς”
Διαβάζεται σε 13'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 26 Μαρτίου 2026 06:12
Στην κορυφή του ελληνικού box office βρέθηκε η “Τελευταία Κλήση” με 43.000 εισιτήρια, δείχνοντας πως μπορεί να υπάρχει εμπορικό αντίκρυσμα ακόμα κι όταν το mainstream ελληνικό σινεμά ασχολείται με σχετικά πιο μοντέρνες ιστορίες και φιγούρες. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε την αντίδραση των θεατών και πώς θα συνεχίσει τη δεύτερη βδομάδα.
Στη δεύτερη θέση με πολύ χαμηλή πτήση άνοιξε το “Αποστολή Χαίρε Μαρία”, μακριά από τις θριαμβευτικές επιδόσεις του στην Αμερική. 15.000 εισιτήρια και δεύτερη θέση για τη διαστημική περιπέτεια με τον Ράιαν Γκόσλινγκ που έχει ήδη (λέμε τώρα) οσκαρικές βλέψεις για του χρόνου.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Στη Σκιά της Πορτοκαλιάς
(“Allly Baqi Mink / All That’s Left of You”, Τσέριεν Ντάμπις, 2ω26λ)
★★★½
Στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη των ‘80s, ένας έφηβος Παλαιστίνιος συμμετέχει σε μια διαμαρτυρία που αλλάζει την πορεία της ζωής της οικογένειάς του. Η μητέρα του, αφηγείται την ιστορία που οδήγησε σε αυτή την σύγκρουση, ξεκινώντας δεκαετίες πριν, στη Νάκμπα – πολύ πριν ο νεαρός Παλαιστίνιος είχε καν γεννηθεί.
Σε 25 λέξεις: Πλούσιο, συγκινητικό οικογενειακό έπος που συνδέει την ιστορία μιας οικογένειας με την Ιστορία της Παλαιστίνης μετά τη Νάκμπα και τον εκτοπισμό. Εξαιρετικό για θεατές που δεν γνωρίζουν λεπτομερώς τα γεγονότα.
Κριτική
Οι δύο προηγούμενες ταινίες της Ντάμπις (“Amreeka”, “May in the Summer”) ακολουθούσαν ανθρώπους ανάμεσα σε δύο πατρίδες, ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Για την τρίτη της, και πιο φιλόδοξη όλων, απόπειρα, η αμερικανοπαλαιστίνια ηθοποιός και σκηνοθέτρια επιλέγει να τοποθετήσει την ιστορία της για τα καλά πλέον στην καρδιά της παλαιστινιακής ύπαρξης.
Με σαφήνεια και τρόπο που προσκαλεί τον θεατή, αφηγείται μια ιστορία 7 δεκαετιών που πλέκει τα βιώματα τριών γενεών μιας οικογένειας, με τα γεγονότα της παλαιστινιακής Ιστορίας μετά τη Νάκμπα, φτάνοντας από το ‘48 μέχρι τη σύγχρονη πραγματικότητα. Σημείο μηδέν είναι μια πράξη βίας στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, με τη μητέρα ενός παλαιστίνιου έφηβου να αφηγείται την ιστορία της οικογένειάς της – της οικογένειάς του.
Αυτή η δομή επιτρέπει στη Ντάμπις να συνδέσει όλους τους σταθμούς της παλαιστινιακής Ιστορίας, δίνοντας πρόσωπα και βιωματική διάσταση στους αριθμούς. Κάνοντας παράλληλα μια εξαιρετική τοποθέτηση πάνω στο διαγενεακό τραύμα: Κάθε γενιά της πρωταγωνιστικής της οικογένειας αντιδρά με διαφορετικό τρόπο στην κατοχική πραγματικότητα, σα να αντιδρά στα δεδομένα της προηγούμενης. Ο νεαρός που ξεσηκώνεται δεν έχει καν βιώσει τα γεγονότα του ‘48, όμως τρέχουν στο αίμα του παρόλ’αυτά.
Υπάρχουν σημεία που τα πράγματα γίνονται κάπως σχηματικά ώστε να εξυπηρετηθεί ο ρυθμός και το εύρος της αφήγησης, όμως αυτό που καταφέρνει η Ντάμπις είναι ποτέ το αποτέλεσμα να μη μοιάζει φορτωμένο ή χάρτινο. Αντιθέτως, σκηνοθετεί ένα έργο αληθινά όμορφο και πλούσιο, με συγκλονιστικές ερμηνείες, που ξέρει τι έχει να πει στον θεατή – και πώς να επικοινωνεί μαζί του.
Κέρδισε πολύ λογικά το βραβείο κοινού στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ενώ ανάμεσα στους executive producers του συμπεριλαμβάνονται ο Χαβιέ Μπαρδέμ κι ο Μαρκ Ράφαλο.
Δυστυχώς Βρίζω
(“I Swear”, Κερκ Τζόουνς, 2ω)
★★★
Μεγαλώνοντας στα ‘80s, ο νεαρός Τζον αναπτύσσει σύνδρομο Τουρέτ το οποίο τον οδηγεί στο να βρίζει ανεξέλεγκτα όποτε χάνει τον έλεγχο των συναισθημάτων του. Σε μια εποχή που κανείς δεν γνωρίζει πως αυτό αποτελεί νευρολογική πάθηση. Βασισμένο στην αληθινή ιστορία του ακτιβιστή Τζον Ντέιβιντσον.
Σε 25 λέξεις: Εξαιρετικά καλοφτιαγμένη κοινωνική βιογραφία που κάνει άψογη δουλειά στην αποτύπωση ενός ζητήματος και του (αληθινού) χαρακτήρα που το αντιπροσωπεύει. BAFTA Α’ Ανδρικού Ρόλου για τον Ρόμπερτ Αραμάγιο.
Κριτική
Εξαιρετικά καλοφτιαγμένο κοινωνικό δράμα βασισμένο στην αληθινή ιστορία του ακτιβιστή Τζον Ντέιβιντσον. Ο οποίος από τα εφηβικά του χρόνια τέθηκε στο περιθώριο του κοινωνικού ιστού λόγω της νευρολογικής πάθησής του – το σύνδρομο Τουρέτ χάρη στο οποίο δεν έχει έλεγχο των λεκτικών και σωματικών τικ του, με αποτέλεσμα να βρίζει ανεξέλεγκτα.
Ο Τζον, τον οποίο υποδύεται εντυπωσιακά ο Ρόμπερτ Αραμάγιο, προσπαθεί να γίνει μέλος μιας κοινωνίας που δεν έχει θέση για αυτόν, και το αποτέλεσμα είναι μια δραματικά συμβατική μεν, αλλά άψογα εκτελεσμένη βιογραφική δραματική ταινία. Η οποία βλέπεται πολύ ευχάριστα (υπάρχουν δόσεις ελαφρότητας αλλά χωρίς να χάνεται ποτέ η δραματική πυξίδα) κρατώντας πάντα τη δράση εστιασμένη στο βλέμμα και την πραγματικότητα του Τζον. Στα ‘90s, αυτή η ταινία θα κέρδιζε 4 βραβεία Όσκαρ.
Φέτος, κέρδισε ένα βραβείο BAFTA: Α’ Ανδρικού Ρόλου για τον Αραμάγιο, απέναντι στα οσκαρικά μεγαθήρια. Οποία ειρωνεία που, κατά τη διάρκεια αυτής της τελετής, σημειώθηκε το τρομερά ατυχές περιστατικό με τις ρατσιστικές προσβολές που εκστόμισε (χωρίς φυσικά να το θέλει) ο Ντέιβιντσον προς τους ηθοποιούς των “Αμαρτωλών”, και τον εντυπωσιακά κακό χειρισμό της διοργάνωσης και του BBC, που άφησε τους πάντες – τον Ντέιβιντσον, αλλά και τα θιγμένα άτομα – έκθετους. Ίσως μια σκληρή υπενθύμιση πως μια ταινία σαν το “Δυστυχώς Βρίζω”, έχει ακόμα να πει πράγματα.
Ο Άγνωστος της Μεγάλης Αψίδας
(“The Grand Arch / L’Inconnu de la Grande Arche”, Στεφάν Ντεμουστιέ, 1ω44λ)
★★★
Το 1983 ο Μιτεράν προκηρύσσει διαγωνισμό για την κατασκευή ενός μεγάλου αρχιτεκτονικού έργου στην περιοχή Ντεφάνς του Παρισιού. Τον Διαγωνισμό κερδίζει ένας άγνωστος Δανός αρχιτέκτονας που σύντομα αρχίζει να συγκρούεται με το σύστημα προκειμένου να πραγματοποιήσει το έργο όπως το οραματίστηκε – αυτό όμως θα αποβεί αδύνατον.
Σε 25 λέξεις: Όμορφο, υπομονετικό και λεπτομερές πορτρέτο της σύγκρουσης δημιουργικού οράματος με τους κάθε λογής πρακτικούς περιορισμούς. Ίσως υπερβολικά εξεζητημένο θεματικά, σαν ένα ‘80s γαλλικό “Brutalist”. 8 υποψηφιότητες Σεζάρ, εξαιρετικό καστ.
Κριτική
Στην περιοχή Ντεφάνς του Παρισιού, δεσπόζει μια τεράστια τσιμεντένια αψίδα που ενώνει νοητά τον Λούβρο και την Αψίδα του Θριάμβου. Όλη η συγκεκριμένη περιοχή μοιάζει με παραδοξότητα: Μια γεμάτη τσιμέντο σύγχρονη κατασκευή στην καρδιά μιας πόλης που είναι σα να υπήρχε εκεί από πάντα. Έμβλημα της Ντεφάνς, αυτή η αψίδα μοιάζει στην πραγματικότητα με κάτι σαν μεταφυσική πύλη, σαν ένα Stargate στην καρδιά μιας απολύτως γήινης πόλης. Είναι σα να συνδέει διαφορετικά επίπεδα της πραγματικότητας, μέσα σε λίγα βήματα.
Το βιογραφικό δράμα του Ντεμουστιέ δεν παίρνει τέτοιες μεταφυσικές επεκτάσεις, όμως υπάρχει κι εδώ κάτι απόκοσμο στην εμμονή του οράματος που απεικονίζεται στην οθόνη. Ένας άγνωστος Δανός αρχιτέκτονας κέρδισε στα ‘80s έναν διεθνή διαγωνισμό για το σχεδιασμό της φιλόδοξης αψίδας που ο Μιτεράν ήθελε να είναι ανάμεσα στα Μεγάλα Έργα της εποχής, τα οποία θα αντιπροσώπευαν μια «μοντέρνα Γαλλία» ως σύμβολα ισχύος και προόδου.
Η τέχνη ως κρατικό εργαλείο και σύμβολο είναι μια τέτοια αντίφαση φυσικά. Ένα δίπολο που εκπροσωπεί στην ταινία τη σχεδόν φιλοσοφική σύγκρουση του καλλιτεχνικού οράματος με τους πρακτικούς περιορισμούς της ίδιας της ύπαρξής του. Ο Ότο φον Σπρέκελσεν (Κλάες Μπανγκ του “Τετραγώνου” του Ρούμπεν Έστλουντ) θέτει απόλυτες παραμέτρους ως εξυπηρέτηση ενός απόλυτου οράματους που διαβρώνεται από τη γραφειοκρατία, από την πολιτική βούληση αλλά, τελικά, από την ίδια την πραγματικότητα.
Το έργο είναι στημένο σαν τραγωδία, σαν μια ‘80s γαλλική παραλλαγή του “Brutalist” (παρέα με αυτό το πανέμορφο χρωματικό ξεθώριασμα), που ανυψώνεται όταν εστιάζει πλήρως στις μικρο-λεπτομέρειες της διαδικασίας. Λεπτομέρεια, μετά την λεπτομέρεια, μετά τη λεπτομέρεια: Αυτή είναι η γοητεία του process, ειδικά όταν στηρίζεται σε μια αφήγηση πάνω στην ίδια την ψυχή της αμόλυντης δημιουργίας.
Αυτά ακριβώς τα ίδια στοιχεία μπορεί βέβαια να αποξενώσουν και πολύ μεγάλο κομμάτι του κοινού – είναι αναμφίβολα ένα κάποιο τόλμημα από την πλευρά του Ντεμουστιέ, που σε κάποιο βαθμό αντικατοπτρίζει την ίδια ‘αποστολή αγνότητας’ του Σπρέκελσεν. Όπως τα υλικά της Αψίδας δεν ήταν όμως τελικά τα ιδανικά, έτσι κι εδώ η αφήγηση λυγίζει σε αρκετά σημεία κάτω από τις συμβάσεις και τις επαναλήψεις, εφευρίσκοντας μάλιστα και μια οικογενειακή ζωή για τον Σπρέκελσεν που δεν έχει το παραμικρό ενδιαφέρον – απλώς εισάγει γνώριμα δραματουργικά μοτίβα δε μια ταινία που δεν νοιάζεται στα αλήθεια για αυτά.
Το καστ είναι γενικώς έξοχο. Ξεχωρίζει ο Σουάν Αρλό (από την “Ανατομία Μιας Πτώσης”) στο ρόλο του διάσημου γάλλους αρχιτέκτονα Πολ Αντρέου, αλλά κυρίως ο αγαπημένος σκηνοθέτης Ξαβιέ Ντολάν παίζοντας έναν νεότερο συνεργάτη που κινείται πιο κοντά στη λογική του συστημικού συμβιβασμού – ενδιαφέρουσα επιλογή ρόλου μάλιστα για έναν Ντολάν πολύ γνωστό (κάποιοι κακεντρεχείς θα πουν διαβόητο!) για την δημιουργική του απολυτότητα. (Εγώ μαζί του είμαι.)
Είναι σαν το φιλμ να εξερευνά διαρκώς, ακόμα και μέσα από τις αδυναμίες του, αυτές τις διαφορετικές διαστάσεις του να δημιουργείς – την, ας πούμε, οργανική απέναντι στην αναγκαιότητα της τεχνητής. Είναι συνεπές τελικά: αυτή η τεράστια, κενή αψίδα, είναι η καρδιά του.
Όργουελ: 2+2=5
(“Orwell: 2+2=5”, Ραούλ Πεκ, 1ω59λ)
★★★
Ο σκηνοθέτης του “Δεν Είμαι ο Νέγρος Σου” αντιπαραβάλει τα λόγια του Τζορτζ Όργουελ με σύγχρονες συνθήκες, εικόνες και καταστάσεις, εξερευνώντας τα μέσα της ψηφιακής χειραγώγησης των απολυταρχικών καθεστώτων.
Σε 25 λέξεις: Πληθωρικό κολάζ γνώριμων ιδεών που όμως ο Ραούλ Πεκ τακτοποιεί με χρήσιμο και ευανάγνωστο τρόπο, υπογραμμίζοντας τη διαχρονικότητα φασιστικών πρακτικών, και το πώς ο καθεστωτικός έλεγχος (από τον Πούτιν μέχρι τους μουλάδες του Ιράν κι από τον Τραμπ μέχρι τη γενοκτονία στη Γάζα) περνά μέσα από τη χειραγώγηση της αλήθειας.
Είσαι Έτοιμος; 2
(“Ready Or Not 2: Here I Come”, Ματ Μπετινέλι-Όλπιν, Τάιλερ Γκίλετ, 1ω48λ)
★★★
Λίγες στιγμές μετά την επιβίωσή της από το αιματηρό παιχνίδι της πρώτης ταινίας, η Γκρέις θα πρέπει να επιζήσει ενός ακόμα κυνηγητού, με έπαθλο αυτή τη φορά την Ανώτατη Θέση στο συμβούλιο που ελέγχει τον κόσμο. Στο πλευρό της όμως θα έχει την αποξενωμένη αδερφή της, Φέιθ.
Σε 25 λέξεις: Σταθερά διασκεδαστικό όπως και το πρώτο φιλμ, δεν λυπάται το αίμα και την gory διασκέδαση με χιούμορ, αλλά και μια ζωηρή διάσταση ανθρώπινης σύνδεσης σε έναν κόσμο ελεγχόμενο από ανήθικα συστήματα.
Θα Σε Σκοτώσουν
(“They Will Kill You”, Κίριλ Σοκόλοφ, 1ω34λ)
★½
Μια νεαρή γυναίκα πρέπει να επιβιώσει μια νύχτα σε ένα μυστηριώδες ξενοδοχείο όπου τον έλεγχο έχει μια δαιμονική σέκτα που απόψε πρέπει να προσφέρει την επόμενή της ανθρωποθυσία.
Σε 25 λέξεις: Κεφάτη μίξη του ορίτζιναλ “Είσαι Έτοιμος;” με ολίγο από Ταραντίνο, “Τζον Γουίκ” και Σαμ Ρέιμι, δυναμική κάμερα στις gory σκηνές μάχης, αλλά και μια επαναληψιμότητα που το καθιστά εν τέλει κουραστικό.
Κριτική
Αντικειμενικά αστείο το ότι κυκλοφορούν την ίδια μέρα δύο ταινίες που είναι βασικά ίδιες μεταξύ τους σε θεματική, σε κεντρικές ιδέες, και σε ευρύτερη διάθεση. Αυτά ούτε στις καλές παλιές εποχές του Χόλιγουντ δεν γίνονταν, που όλα έβγαιναν σε ζευγαράκια (βλέπε “Αρμαγεδδών” και “Deep Impact”). Έτσι όμως τα έφερε η μοίρα κι ο προγραμματισμός, κι έτσι τώρα έχουμε στις αίθουσες δύο κωμικά, βίαια θρίλερ για δύο αδελφές που τα βάζουν με σατανικές σέκτες που θέλουν να τις σκοτώσουν σε έναν οριοθετημένο χώρο πριν έρθει το ξημέρωμα. Συμβαίνουν αυτά!
Η ταινία του Σοκόλοφ έχει πιο δυναμική σκηνοθεσία και κίνηση κάμερας στις γουστόζικα χορογραφημένες σκηνές δράσης, όμως ήδη από το μισάωρο έχει εξαντληθεί τελείως και μέχρι τους τίτλους τέλους θα παρακαλάς να τελειώσει το μαρτύριο. Δεν βοηθάει το ότι αποτελεί ξεδιάντροπο remix άλλων, σαφώς καλύτερων ταινιών, με κάτι από Ταραντίνο, “Evil Dead”, “Τζον Γουίκ” και φυσικά “Είσαι Έτοιμος;”.
Μιλώντας για το οποίο, το σίκουελ είναι εδώ και καταφέρνει με ζωηράδα και ενέργεια να επαναλάβει μεν τα κεντρικά δομικά στοιχεία του φιλμ του ‘19, αλλά να το κάνει με τρόπο που να μην μοιάζει με φωτοτυπία. Ρόλο παίζει εδώ η αποτελεσματική δραματική επέκταση που φέρνει την αποξενωμένη αδελφή της κεντρικής ηρωίδας στο πλευρό της, καθώς οι οικογενειακοί δεσμοί αποτελούν τον πυρήνα του δράματος σε όλες τις πλευρές της διαμάχης – ακόμα και οι κακοί της υπόθεσης, τα οικογενειακά τους προσπαθούν να λύσουν.
Άλλη μια διασκεδαστική κωμωδία τρόμου βουτηγμένη στο αίμα, από το σκηνοθετικό δίδυμο των Μπετινέλι-Όλπιν και Γκίλετ που μας έδωσαν το πολύ καλό “Scream VI” πριν παραδώσουν τα ηνία και έρθει το χάος. Υπάρχει πάντα κάτι απελευθερωτικό και αναζωογονητικό στις αιματοβαμμένες ηρωίδες τους, που αποζητούν την απελευθέρωση από τα όποια δεσμά την ίδια στιγμή που αναγνωρίζουμε και κάτι το ζωντανά σκοτεινό μέσα τους κιόλας. Δεν χρειάζεται να το εμβαθύνουμε πολύ φυσικά – είναι μια ταινία που απολαμβάνεις να βλέπεις να συνυπάρχουν στην οθόνη η Σάρα Μισέλ Γκέλαρ κι ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ(!)– αλλά υπάρχει κάτι όντως όμορφο στο είδος της αιματοβαμμένης διασκέδασης που προσφέρει με συνέπεια αυτό το δίδυμο.
Χωρίς Πατέρα
(“Orphan / Árva”, Λάζλο Νέμες, 2ω12λ)
★★
Στη Βουδαπέστη του ‘57, ένα 12χρονο αγόρι το οποίο μεγάλωσε με την ελπίδα (χάρη σε διηγήσεις της μητέρας του) πως ο πατέρας του μια μέρα θα επιστρέψει από τα στρατόπεδα, βλέπει τα όνειρά του να καταρρίπτονται όταν ένας αγροίκος εμφανίζεται και ισχυρίζεται πως είναι ο αληθινός του πατέρας – και πως έχει γυρίσει για να πάρει πίσω την οικογένειά του.
Σε 25 λέξεις: Ο Λάζλο Νέμες (“Ο Γιος του Σαούλ”, “Δύση Ηλίου”) σκηνοθετεί ένα συμβολικό, ασφυκτικά πρώτου προσώπου, αποπνικτικά πεσιμιστικό ιστορικό δράμα εποχής, δίχως να έχει καινούριες ιδέες ή αφηγηματικά μοτίβα να παραθέσει.
Κυκλοφορούν επίσης
Dog of God: Σε ένα λετονικό χωριό του 17ου αιώνα, κυριαρχούν η ασταμάτητη βροχή και το ατελείωτο μεθύσι. Όταν η κλοπή ενός ιερού κειμηλίου πυροδοτεί κατηγορίες για μαύρη μαγεία, εμφανίζεται ένας 80χρονος αυτοαποκαλούμενος λυκάνθρωπος, γνωστός ως ο Dog of God (Σκύλος του Θεού), φέρνοντας μαζί του ένα μυστηριώδες δώρο: τους Όρχεις του Διαβόλου. Η άφιξή του πυροδοτεί μια αλυσίδα απρόβλεπτων γεγονότων που κορυφώνεται σε ένα ξέφρενο ρέιβ όργιο, μεταμορφώνοντας το χωριό σε μια φρενίτιδα καταπιεσμένων επιθυμιών που «απασφάλισαν». Αυστηρά ενήλικο animation, και πρόταση της Λετονίας στα Όσκαρ.
Άπειρη Γη: Μετά τον θάνατο του πατέρα του σε ένα κυνηγετικό ατύχημα, ο Λάζαρος μεγαλώνει σε ένα απομακρυσμένο χωριό στην Ήπειρο βιώνοντας την απώλεια, τη μοναξιά και τη μετανάστευση σε μια ιστορία πάνω στη μνήμη και την ταυτότητα.
Δαβίδ: Το Αγόρι που Έγινε Θρύλος: Όταν ο γίγαντας Γολιάθ υψώνεται για να τρομοκρατήσει ένα ολόκληρο έθνος, ένας νεαρός βοσκός, οπλισμένος μόνο με μια σφεντόνα, λίγες πέτρες και ακλόνητη πίστη, επιλέγεται για να τον αντιμετωπίσει. Η ιστορία του Δαβίδ σε ταινία κινουμένων σχεδίων.