Μια μέρα από τη ζωή μιας 19χρονης στα “χέρια” της ICE – “Αυτός ο εφιάλτης δεν τελειώνει”

Διαβάζεται σε 10'
Μια μέρα από τη ζωή μιας 19χρονης στα “χέρια” της ICE – “Αυτός ο εφιάλτης δεν τελειώνει”
Immigrants seeking asylum walk at the ICE South Texas Family Residential Center, Friday, Aug. 23, 2019, in Dilley, Texas. U.S. Immigration and Customs Enforcement hosted a media tour of the center that houses families who are pending disposition of their immigration cases.(AP Photo/Eric Gay)

Η 19χρονη Ολίβια από το Κονγκό κρατείται εδώ και μήνες στο κέντρο του Dilley στο Τέξας, μακριά από την οικογένειά της και σε άθλιες συνθήκες.

Κάθε μέρα που περνά στο Κέντρο Κράτησης Μεταναστών στο Τέξας, μοιάζει “διπλή” στην Ολίβια. Η 19χρονη αιτούσα άσυλο από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό βρίσκεται στο Κέντρο Κράτησης Μεταναστών στο Dilley, στο Τέξας, πάνω από τέσσερις μήνες.

«Περνά άλλη μια μέρα, έρχεται άλλη μια νύχτα», είπε στον Guardian, και «μερικές φορές νιώθω ότι αυτός ο εφιάλτης δεν πρόκειται να τελειώσει».

Είναι μία από τους 5.600 μετανάστες, περισσότεροι εκ των οποίων είναι παιδιά, οι οποίοι κρατούνται σε αυτή τη μεγάλη εγκατάσταση από τότε που άνοιξε ξανά πέρυσι. Τους τελευταίους μήνες, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παιδίατροι και νομοθέτες έχουν καλέσει την κυβέρνηση Τραμπ να κλείσει τη δομή – και να σταματήσει την κράτηση ανηλίκων.

Η Ολίβια συνελήφθη μαζί με τη μητέρα της και τα δύο μικρότερα αδέλφια της τον Νοέμβριο. Στη συνέχεια χωρίστηκαν, επανενώθηκαν στο Dilley και χωρίστηκαν ξανά όταν η ICE συμφώνησε να απελευθερώσει την οικογένειά της – αλλά όχι την ίδια. Από τότε, η Ολίβια γίνεται όλο και πιο αδύναμη.

Μιλώντας στον Guardian μέσω βιντεοκλήσης, η ίδια περιέγραψε την καθημερινότητά της.

Media walk past classrooms during a tour of ICE's South Texas Family Residential Center, Friday, Aug. 23, 2019, in Dilley, Texas. U.S. Immigration and Customs Enforcement hosted a media tour of the center that houses families who are pending disposition of their immigration cases.(AP Photo/Eric Gay)

“Τη νύχτα μπορώ να κλάψω”

Οι νύχτες, λέει η Ολίβια, είναι οι πιο δύσκολες.

Τις πρώτες εβδομάδες μετά τη σύλληψή της, ούρλιαζε στον ύπνο της. «Τη νύχτα, όταν κανείς δεν προσέχει και όλοι κοιμούνται, τότε μπορώ να κλάψω», είπε. Έτσι περπατάει πάνω-κάτω και κλαίει μέχρι να εξαντληθεί.

Συνήθως αυτό συμβαίνει γύρω στις 3 το πρωί. Λίγο αργότερα αρχίζουν οι εφιάλτες. Μερικές φορές σκέφτεται τον αδελφό της Manuel, που πνίγηκε σε ηλικία οκτώ ετών, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της οικογένειάς τους από τη Νότια Αμερική στις ΗΠΑ.

Η οικογένεια είχε φύγει από το Κονγκό λόγω πολιτικών διώξεων, πέρασε από τη Νότια Αμερική και ολοκλήρωσε το ταξίδι της στις ΗΠΑ το 2022.

Λυπάται που, παρόλο που πέρασαν τόσα και συνέχισαν να παλεύουν για να επιβιώσουν, κατέληξαν στο Dilley.

Άλλες φορές, ξυπνά σκεπτόμενη όσα συνέβησαν από τη στιγμή που συνελήφθησαν.

Immigrants seeking asylum walk at the ICE South Texas Family Residential Center, Friday, Aug. 23, 2019, in Dilley, Texas. U.S. Immigration and Customs Enforcement hosted a media tour of the center that houses families who are pending disposition of their immigration cases.(AP Photo/Eric Gay)

Πέντε μήνες πριν, ζούσε στο Μέιν με τη μητέρα της και τα αδέλφια της, περιμένοντας την τελική απόφαση για το άσυλό τους. Είχε μόλις τελειώσει το λύκειο και είχε πάρει πιστοποίηση βοηθού νοσηλευτή.

Μετά την απόρριψη της αίτησης ασύλου, αποφάσισαν να φύγουν για τον Καναδά για να ζητήσουν άσυλο. Σχεδόν αμέσως συνελήφθησαν στα βόρεια σύνορα.

Η μητέρα και τα αδέλφια της στάλθηκαν στο Dilley, ενώ η Olivia, επειδή ήταν 19 ετών και θεωρούνταν ενήλικη, μεταφέρθηκε σε διάφορα κέντρα κράτησης. Της έβαλαν να φορά πορτοκαλί στολή, όπως στις αστυνομικές σειρές.

Οι αρχές δεν απαντούσαν στις ερωτήσεις της για το πού βρισκόταν ή πού ήταν η οικογένειά της. Στους εφιάλτες της επιστρέφουν εικόνες από τις χειροπέδες και τις αλυσίδες που της έβαζαν, αφήνοντας σημάδια στους καρπούς και τους αστραγάλους της.

Θυμάται και το κρύο σε ένα από τα κέντρα στη Νέα Υόρκη, που το αποκαλεί «ψυγείο». Της είχαν πάρει το παλτό και φορούσε πολύ λίγα ρούχα. «Δεν είχα ξανανιώσει τέτοιο κρύο», είπε. Τώρα κοιμάται με παλτό ακόμα και σε ζεστές νύχτες.

Η αδελφή της φώναζε κάθε μέρα το όνομά της, ελπίζοντας να την ακούσει

Protesters march along a highway to the South Texas Family Residential Center detention facility where Liam Ramos and his father are being detained in Dilley, Texas, Wednesday, Jan. 28, 2026. (AP Photo/Eric Gay)

Τα πρωινά της ξεκινούν περίπου στις 6 π.μ., με πρωινό: τηγανίτες ή ψωμί, αυγό, γάλα και καφέ. Δεν είναι καλό, αλλά είναι καλύτερο από το μεσημεριανό ή το βραδινό.

Μετά ξανακοιμάται μέχρι το μεσημέρι. Ξυπνά με πονοκέφαλο. Χρειάζεται φακούς επαφής, αλλά η συνταγή της έχει λήξει και δεν έχει δει οφθαλμίατρο. Τα έντονα φώτα χειροτερεύουν την κατάσταση.

Κάποιες μέρες μένει όλη μέρα στο κρεβάτι χωρίς ενέργεια. Άλλες φορές περπατά ή μιλά με άλλες γυναίκες. Έτσι ανακάλυψε ότι η οικογένειά της ήταν στο ίδιο κέντρο. Μια μέρα, καθώς πήγαινε στη βιβλιοθήκη, άκουσε μια φωνή να φωνάζει: «Ολίβια!». Δεν έβλεπε καλά, αλλά αναγνώρισε τη φωνή της αδελφής της.

Με τη βοήθεια μιας συμβούλου επιβεβαιώθηκε ότι ήταν πράγματι εκεί. Την επόμενη μέρα συναντήθηκαν. «Αγκαλιαστήκαμε, η μητέρα μου έκλαιγε… κλάψαμε πολύ, αλλά στο τέλος γελάσαμε γιατί ήμασταν μαζί».

Η αδελφή της φώναζε κάθε μέρα το όνομά της, ελπίζοντας να την ακούσει. Μετά από αυτό, τους επέτρεπαν να συναντιούνται για λίγο καθημερινά και περισσότερες ώρες το Σάββατο.

Συχνά έκλαιγε μετά τις επισκέψεις. Ανησυχούσε για την αδελφή της που είχε χάσει το ενδιαφέρον της για τη ζωγραφική, και για τον αδελφό της που είχε αλλάξει.

Όταν τελικά η μητέρα και τα αδέλφια της απελευθερώθηκαν τον Μάρτιο, είπε ότι έζησε «την πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της». Αλλά η επόμενη ήταν η πιο θλιβερή, γιατί δεν ήξερε πότε θα τους ξαναδεί.

Το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας αρνήθηκε ότι διαχωρίζει οικογένειες, παρά το γεγονός ότι έχει ενημερωθεί για την περίπτωση της Ολίβια.

“Άρχισα να χάνω το μυαλό μου”

Τώρα που η οικογένειά της έχει φύγει, τα απογεύματα περνούν ακόμη πιο αργά.

Υπάρχει μια μικρή τηλεόραση στο δωμάτιό της, το οποίο μοιράζεται με μια άλλη γυναίκα. Μερικές φορές βλέπουν ταινίες ή ειδήσεις. Η Ολίβια προτιμά να βλέπει αστυνομικές σειρές ή ιατρικά δράματα (αγαπημένο της είναι το The Good Doctor), αλλά η συγκάτοικός της μιλά μόνο ισπανικά, οπότε συνήθως καταλήγουν να βλέπουν τηλενουβέλες.

Στην αρχή είχε κάνει μερικές φίλες που την καλούσαν να παίξουν βόλεϊ ή ποδόσφαιρο στην αυλή, αλλά σταμάτησε γιατί φοβήθηκε μήπως τραυματιστεί και χρειαστεί να αντιμετωπίσει το ιατρικό σύστημα της δομής. Επιπλέον, οι περισσότεροι νέοι που γνώριζε έχουν ήδη αποφυλακιστεί. «Καθώς περνούσε ο καιρός, οι άνθρωποι έφευγαν και άρχισα να χάνω το μυαλό μου», είπε. «Ουσιαστικά σταμάτησα να κάνω πράγματα».

Αρκετές φορές, είπε η Ολίβια, υπάλληλοι μετανάστευσης ήρθαν σε αυτήν, της είπαν ότι έχει εκδοθεί εντολή απέλασης και της ζήτησαν να υπογράψει έγγραφα συναίνεσης. Τίποτα από αυτά δεν είχε νόημα, καθώς η Ολίβια έχει εξασφαλίσει «αναστολή απομάκρυνσης» – δηλαδή δεν μπορεί να απελαθεί όσο εκκρεμεί η έφεση για το άσυλό της.

Σε σχόλιο προς τον Guardian, το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας ανέφερε: «Η κράτηση είναι επιλογή. Ενθαρρύνουμε όλους τους παράτυπους μετανάστες να αναλάβουν τον έλεγχο της αποχώρησής τους» και προέτρεψε τους μετανάστες να αυτοαπελαθούν χρησιμοποιώντας την εφαρμογή της υπηρεσίας.

Η διαδικασία της έφεσης μπορεί να διαρκέσει έναν χρόνο – και η Ολίβια δεν ξέρει πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει την κράτηση στο Dilley.

«Νιώθω ένα τεράστιο κενό μέσα μου», είπε. Δυσκολεύεται να φάει – δεν έχει όρεξη και το φαγητό δεν έχει καλή γεύση. Έχει χάσει περίπου 9 κιλά από τότε που έφτασε στο Dilley. Σε μια έκθεση που δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα, η νομική μη κερδοσκοπική οργάνωση Raíces και η ομάδα υπεράσπισης Human Rights First κατέγραψαν «εκτεταμένες παραβιάσεις της δίκαιης διαδικασίας, απάνθρωπες συνθήκες και πρόκληση σωματικών και ψυχολογικών βλαβών» για τις οικογένειες που κρατούνται εκεί.

Σχεδόν 4.000 επαγγελματίες υγείας έστειλαν επιστολή στον Ντόναλντ Τραμπ ζητώντας την απελευθέρωση όλων των παιδιών, επισημαίνοντας ότι η κράτηση προκαλεί «σοβαρή και μακροχρόνια βλάβη» στην υγεία τους.

Σε δήλωση προς τον Guardian, το Υπουργείο αρνήθηκε ότι επικρατούν οι κακές συνθήκες που περιγράφονται στην έκθεση. Κρατούμενοι ανέφεραν ότι βρήκαν τρίχες, σκουλήκια, έντομα και νεκρές μύγες στο φαγητό τους.

Περίπου στις 2 το μεσημέρι κάθε μέρα, η Ολίβια νιώθει ένα σφίξιμο στο στομάχι. Πίσω στο Μέιν, εκείνη την ώρα επέστρεφε από τη δουλειά της στην καφετέρια ενός νοσοκομείου. «Έκανα ντους και η μητέρα μου μαγείρευε το αγαπημένο μου φαγητό, ένα αφρικανικό πιάτο με ψητές χοιρινές μπριζόλες και λαχανικά. Και έπινα χυμό μάνγκο», είπε. Αυτά ήταν τα αγαπημένα της απογεύματα.

Οι καλύτερες μέρες τώρα είναι όταν μιλά με την οικογένειά της μέσω βιντεοκλήσης. Ο Joel της διαβάζει αποσπάσματα από τη Βίβλο. Η αδελφή της κλαίει συχνά, αλλά φαντάζεται και όλα όσα θα κάνουν όταν η Ολίβια απελευθερωθεί. Και η μητέρα της, απλώς νιώθει άσχημα.

«Η μητέρα μου είναι μια τυπική αφρικανή μητέρα και θέτει πολλούς περιορισμούς. Δεν μπορείς αυτό, δεν μπορείς εκείνο», είπε γελώντας. Αλλά τώρα της λέει ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στη ζωή της. Η Ολίβια πιστεύει ότι νιώθει ενοχές για όσα πέρασαν τα παιδιά της.

Για να μην τη στεναχωρήσει, η Ολίβια αποφεύγει να της λέει πόσο άσχημα νιώθει. Δεν της είπε ότι είναι από τους λίγους μαύρους στη μονάδα της και ότι άλλοι κρατούμενοι κάνουν συχνά ρατσιστικά σχόλια για τα μαλλιά της. Δεν της είπε ούτε για μια φορά που η συγκάτοικός της αρρώστησε βαριά και κάποιοι της είπαν ότι καλύτερα να ελπίζει να μην πεθάνει – «γιατί ήταν στο ίδιο δωμάτιο με μια μαύρη και αν πέθαινε θα κατηγορούσαν εμένα», είπε η Olivia.

Σκέψεις για το σπίτι

Κάποια βράδια διαβάζει μηνύματα από τους φίλους της στο Μέιν. Είχε έναν μεγάλο κοινωνικό κύκλο και μια ομαδική συνομιλία στο WhatsApp με περίπου 30 άτομα. Τώρα λίγοι μόνο κρατούν επαφή και της στέλνουν γράμματα.

«Ειλικρινά, δεν είναι καλό συναίσθημα να μιλάω με τους φίλους μου, γιατί βλέπω ότι όλοι έχουν προχωρήσει με τη ζωή τους και η δική μου έχει σταματήσει», είπε. «Μια φίλη μου είναι έγκυος. Και θα γίνει baby shower, στο οποίο δεν θα μπορώ να πάω».

Αν βρισκόταν τώρα στο Μέιν, ίσως να ξεκινούσε δουλειά ως βοηθός νοσηλευτή. Στο μέλλον θέλει να γίνει νοσηλεύτρια και να δουλεύει με παιδιά. Με τους φίλους της είχαν σχεδιάσει να ταξιδέψουν σε όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ. Θα επισκέπτονταν μία κάθε χρόνο.

Τώρα, αντί γι’ αυτό, σκέφτεται πότε θα καταφέρει να φύγει από το Dilley.

Μόλις επιστρέψει στο Μέιν, θα πάει κατευθείαν στην ανατολική ακτή, στο αγαπημένο της νησί. «Πήγαινα εκεί όταν ήμουν στεναχωρημένη και έτρωγα ένα παγωτό», είπε. «Θέλω να ξαναδώ αυτό το μέρος και να βρεθώ στη φύση».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα