Παπαθεοδωρίδης για ηπατίτιδα C: Γιατί η Ελλάδα πρέπει να επανεκκινήσει το εθνικό σχέδιο δράσης
Διαβάζεται σε 9'
Η ηπατίτιδα C μπορεί να εξαλειφθεί έως το 2030, όμως η Ελλάδα χρειάζεται άμεσα πολιτική βούληση, εντοπισμό αδιάγνωστων ασθενών και επανεκκίνηση της εθνικής στρατηγικής.
- 17 Ιουνίου 2026 06:19
Παρά το γεγονός ότι η ηπατίτιδα C αποτελεί σήμερα τη μοναδική χρόνια ιογενή λοίμωξη που μπορεί να ιαθεί πλήρως, η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει τον στόχο που έχει θέσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) της εξάλειψής της έως το 2030.
Όπως επισημαίνει σε συνέντευξή του στο NEWS 24/7 o Γιώργος Παπαθεοδωρίδης, καθηγητής Ιατρικής στο ΕΚΠΑ, διευθυντής της Πανεπιστημιακής Γαστρεντερολογικής Κλινικής στο ΓΝΑ «Λαϊκό» και πρόεδρος του Ελληνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ), το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον η θεραπεία, αλλά ο εντοπισμός των χιλιάδων αδιάγνωστων φορέων που ζουν χωρίς συμπτώματα για δεκαετίες.
Κι αυτό διότι η πανδημία της COVID-19 ανέκοψε την πρόοδο που είχε σημειωθεί τα προηγούμενα χρόνια, παγώνοντας δράσεις πρόληψης, ελέγχου και διάγνωσης.
Σήμερα, όπως εξηγεί ο κ. Παπαθεοδωρίδης, απαιτείται επανεκκίνηση της εθνικής στρατηγικής, χρηματοδότηση οργανωμένων προγραμμάτων screening, απλοποίηση της πρόσβασης στη θεραπεία και αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και τεχνητής νοημοσύνης, ώστε η χώρα να επανέλθει στην τροχιά εξάλειψης της νόσου.
Κύριε Παπαθεοδωρίδη, ο ΠΟΥ έχει θέσει ως στόχο την εξάλειψη της ηπατίτιδας C έως το 2030. Πού βρισκόμαστε σήμερα ως Ελλάδα και πόσο ρεαλιστικός είναι πλέον αυτός ο στόχος;
Ο στόχος του ΠΟΥ για εξάλειψη της ηπατίτιδας C έως το 2030 παραμένει επιστημονικά εφικτός. Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να τον πετύχουμε, αλλά αν θα αποφασίσουμε ως χώρα να τον διεκδικήσουμε ξανά με σοβαρότητα και συνέπεια.
Η Ελλάδα είχε βρεθεί τα προηγούμενα χρόνια ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες που ανέπτυξαν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης για την εξάλειψη της νόσου. Η πρόσβαση στις σύγχρονες θεραπείες βελτιώθηκε σημαντικά και έγινε πρακτικά ελεύθερη, οπότε χιλιάδες ασθενείς θεραπεύτηκαν. Ωστόσο, η πανδημία της COVID-19 ανέκοψε αυτή την πορεία. Οι δράσεις πρόληψης, ελέγχου και ανεύρεσης νέων περιστατικών επιβραδύνθηκαν και η εθνική προσπάθεια έχασε την δυναμική της.
Σήμερα απαιτείται πολιτική απόφαση για επανεκκίνηση της στρατηγικής εξάλειψης. Χρειάζεται να επικαιροποιηθεί το εθνικό σχέδιο δράσης, να ενεργοποιηθεί η παλαιά ή να δημιουργηθεί νέα επιτροπή υλοποίησης, και να εξασφαλιστούν συγκεκριμένοι πόροι και να παρακολουθείται το αποτέλεσμα όλων των δράσεων. Αν συμβεί αυτό, ο στόχος παραμένει εφικτός. Αν όχι, το 2030 θα απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο.
Παρότι η ηπατίτιδα C μπορεί σήμερα να ιαθεί πλήρως με σύγχρονες θεραπείες, εξακολουθούν να υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στη χώρα μας που ζουν με τον ιό χωρίς να το γνωρίζουν. Γιατί η νόσος παραμένει τόσο «σιωπηλή»;
Η ηπατίτιδα C είναι μια νόσος που μπορεί να εξελίσσεται για δεκαετίες χωρίς εμφανή συμπτώματα. Πολλοί άνθρωποι μολύνθηκαν πριν από χρόνια ή και δεκαετίες και συνεχίζουν να ζουν φυσιολογικά χωρίς να γνωρίζουν ότι φέρουν τον ιό.
Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η διάγνωση δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην εμφάνιση συμπτωμάτων. Χρειάζονται οργανωμένες δράσεις ανίχνευσης, ενημέρωσης του πληθυσμού και στοχευμένος έλεγχος ατόμων που ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου ή έχουν εκτεθεί σε παράγοντες κινδύνου στο παρελθόν, καθώς και σε όσους ανήκουν σε ηλικιακές ομάδες αυξημένου επιπολασμού (δηλαδή για τη χώρα μας, όσους έχουν γεννηθεί μεταξύ 1945 και 1980).
Σήμερα το μεγαλύτερο εμπόδιο για την εξάλειψη της ηπατίτιδας C δεν είναι η θεραπεία. Είναι ότι αρκετοί φορείς του ιού παραμένουν αδιάγνωστοι.
Ποιοι είναι οι κίνδυνοι για έναν ασθενή που παραμένει αδιάγνωστος;
Η παραμονή ενός ασθενούς χωρίς διάγνωση μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για την υγεία του. Ο ιός συνεχίζει να προκαλεί χρόνια φλεγμονή στο ήπαρ, η οποία με την πάροδο των ετών μπορεί να οδηγήσει σε προχωρημένη ίνωση, κίρρωση, ηπατική ανεπάρκεια και αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης ηπατοκυτταρικού καρκίνου.
Το τραγικό είναι ότι οι επιπλοκές αυτές μπορούν σήμερα σε μεγάλο βαθμό να προληφθούν. Διαθέτουμε θεραπείες που εκριζώνουν τον ιό σε ποσοστά που ξεπερνούν το 95%. Η ηπατίτιδα C είναι η μόνη χρόνια ιογενής λοίμωξη που μπορούμε να εκριζώσουμε από τον άνθρωπο.
Επομένως κάθε αδιάγνωστος ασθενής αποτελεί μια χαμένη ευκαιρία πρόληψης σοβαρής νόσου και ταυτόχρονα μια πιθανή πηγή συνέχισης της μετάδοσης.
Πριν από την πανδημία της COVID-19, η Ελλάδα είχε αναπτύξει ένα οργανωμένο σχέδιο για την αντιμετώπιση και εξάλειψη της ηπατίτιδας C. Τι πέτυχε εκείνη η προσπάθεια και γιατί ουσιαστικά «πάγωσε» τα επόμενα χρόνια;
Η προσπάθεια εκείνη υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική. Για πρώτη φορά διαμορφώθηκε μια εθνική στρατηγική με σαφείς στόχους, χρονοδιάγραμμα και συνεργασία μεταξύ Πολιτείας, επιστημονικής κοινότητας και συλλόγων ασθενών.
Καταφέραμε να διευρύνουμε σημαντικά την πρόσβαση στις νέες θεραπείες και να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο δράσεων που θα μπορούσε να οδηγήσει σταδιακά στην εξάλειψη της νόσου. Ανάμεσα σε αυτές, ξεκίνησε να εμφανίζεται στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση υπενθύμιση για έλεγχο αντισωμάτων για ηπατίτιδα C σε όλους τα άτομα που έχουν γεννηθεί μεταξύ 1945 και 1980. Η πανδημία ανέτρεψε πολλές από τις προτεραιότητες των συστημάτων υγείας διεθνώς. Πόροι, προσωπικό και διοικητική προσοχή μεταφέρθηκαν στην αντιμετώπιση της COVID-19. Ως αποτέλεσμα, η προσπάθεια για την ηπατίτιδα C επιβραδύνθηκε σημαντικά.
Σήμερα όμως δεν μπορούμε να επικαλούμαστε επ’ αόριστον την πανδημία. Ήρθε η ώρα να επιστρέψει η εξάλειψη της Ηπατίτιδας C στην ατζέντα της δημόσιας υγείας.
Αν η Ελλάδα θέλει να επανεκκινήσει την προσπάθεια εξάλειψης της ηπατίτιδας C, ποια θα πρέπει να είναι τα τρία πρώτα βήματα;
Τα πρώτα βήματα είναι η επικαιροποίηση του σχεδίου δράσης με βάση τα σημερινά δεδομένα και η επανενεργοποίηση της εθνικής επιτροπής υλοποίησης .
Το δεύτερο είναι η εξασφάλιση χρηματοδότησης για οργανωμένα προγράμματα screening και ανεύρεσης αδιάγνωστων περιστατικών. Χωρίς επένδυση στην πρόληψη και στη διάγνωση, δεν μπορεί να υπάρξει εξάλειψη.
Το τρίτο είναι η απλοποίηση της διαδρομής του ασθενούς από το θετικό τεστ έως την έναρξη θεραπείας. Όσο λιγότερα εμπόδια υπάρχουν, τόσο περισσότεροι ασθενείς θα φτάνουν έγκαιρα στη θεραπεία.
Όσον αφορά την ηπατίτιδα C, μετά την πανδημία ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για το ΕΣΥ; Είναι η θεραπεία ή ο εντοπισμός των ανθρώπων που έχουν μολυνθεί χωρίς να το γνωρίζουν;
Σήμερα η πρόκληση δεν είναι η θεραπεία. Οι θεραπείες υπάρχουν και είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές.
Η πραγματική πρόκληση είναι ο εντοπισμός των ατόμων που είτε δεν έχουν ποτέ διαγνωστεί είτε διαγνώστηκαν στο παρελθόν αλλά δεν έφτασαν ποτέ στη θεραπεία.
Αυτό απαιτεί οργανωμένη εθνική στρατηγική, αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων της χώρας και στοχευμένες δράσεις στις ομάδες υψηλού κινδύνου. Οι επιστημονικές εταιρείες είναι έτοιμες να συμβάλουν, αλλά χρειάζεται η ενεργός συμμετοχή και η δέσμευση της Πολιτείας.
Στο EASL παρουσιάστηκαν δεδομένα για την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στον εντοπισμό ατόμων υψηλού κινδύνου. Μπορεί να εφαρμοστεί στην Ελλάδα;
Τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αναλύει μεγάλους όγκους δεδομένων και να εντοπίζει άτομα που έχουν αυξημένη πιθανότητα να πάσχουν από ηπατίτιδα C χωρίς να το γνωρίζουν.
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικές ψηφιακές υποδομές, όπως η ηλεκτρονική συνταγογράφηση και τα συστήματα ηλεκτρονικών δεδομένων υγείας. Αυτό δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία.
Δεν υποστηρίζω ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα λύσει από μόνη της το πρόβλημα. Μπορεί όμως να αποτελέσει ένα πολύτιμο εργαλείο που θα βοηθήσει τις υπηρεσίες υγείας να εντοπίσουν πιο αποτελεσματικά τους ανθρώπους που χρειάζονται έλεγχο.
Στο συνέδριο παρουσιάστηκαν επίσης δεδομένα για ασθενείς που είχαν διαγνωστεί αλλά χάθηκαν από την παρακολούθηση. Υπάρχουν αντίστοιχοι ασθενείς στην Ελλάδα;
Ναι, υπάρχουν. Πρόκειται για ανθρώπους που σε κάποια χρονική στιγμή είχαν θετικό έλεγχο ή ακόμη και επιβεβαιωμένη διάγνωση, αλλά για διάφορους λόγους δεν ολοκλήρωσαν την παρακολούθηση ή δεν έλαβαν θεραπεία.
Η αναζήτηση και επανασύνδεση αυτών των ασθενών με το σύστημα υγείας είναι μία από τις πιο αποδοτικές στρατηγικές που διαθέτουμε σήμερα. Είναι άνθρωποι που έχουν ήδη εντοπιστεί στο παρελθόν και επομένως μπορούν να προσεγγιστούν πολύ πιο εύκολα σε σχέση με έναν εντελώς αδιάγνωστο πληθυσμό.
Οι ειδικοί μιλούν για «συντόμευση της διαδρομής του ασθενούς» από τη διάγνωση έως τη θεραπεία. Ποια εμπόδια εξακολουθούν να υπάρχουν;
Παρά τη μεγάλη πρόοδο των τελευταίων ετών, εξακολουθούν να υπάρχουν οργανωτικά εμπόδια που καθυστερούν την έναρξη θεραπείας.
Σε αρκετές περιπτώσεις ο ασθενής χρειάζεται να περάσει από πολλαπλά στάδια εξετάσεων, παραπομπών και επισκέψεων μέχρι να φτάσει στον ειδικό και να ξεκινήσει θεραπεία. Με την εμφάνιση των νέων θεραπειών πριν από 10-12 χρόνια, δημιουργήθηκε το πρώτο Θεραπευτικό Μητρώο του ΕΟΠΥΥ, το οποίο αφορούσε την θεραπεία της ηπατίτιδας C. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για εκείνη την εποχή, αφού η έγκριση των νέων θεραπειών αφορούσε ασθενείς που πληρούσαν συγκεκριμένα κριτήρια, τα οποία σταδιακά μεταβάλλονταν. Μετά, όμως, από την κατάργηση των κριτηρίων για τη χορήγηση των θεραπειών για την ηπατίτιδα C τον Σεπτέμβριο του 2018, η διατήρηση του θεραπευτικού αυτού μητρώου με την ανάγκη παροχής πληροφοριών για αρκετές εξετάσεις του κάθε ασθενούς πριν από την έγκριση του φαρμάκου, δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα, προσθέτει έναν ακόμη φραγμό στην διαχείριση των ασθενών και θα μπορούσε να αντικατασταθεί από ένα σχετικό θεραπευτικό πρωτόκολλο μέσα στην ηλεκτρονική συνταγογράφηση.
Κάθε επιπλέον βήμα αυξάνει τον κίνδυνο να χαθεί ο ασθενής. Γι’ αυτό διεθνώς δίνεται πλέον μεγάλη έμφαση σε μοντέλα «test and treat», όπου η διάγνωση και η διασύνδεση με τη θεραπεία γίνονται όσο το δυνατόν ταχύτερα.
Στο συνέδριο παρουσιάστηκαν επίσης παραδείγματα ταχείας διάγνωσης σε ευάλωτους πληθυσμούς, όπως οι χρήστες ουσιών. Πόσο σημαντικό είναι να στοχεύσουμε σε ομάδες υψηλού κινδύνου;
Είναι απολύτως απαραίτητο. Καμία χώρα δεν πέτυχε ή δεν θα πετύχει την εξάλειψη της ηπατίτιδας C χωρίς στοχευμένες παρεμβάσεις και χωρίς απλούστευση της όλης διαχείρισης ειδικά σε πληθυσμούς υψηλού κινδύνου.
Στην Ελλάδα ιδιαίτερη σημασία έχουν οι άνθρωποι που κάνουν ή έκαναν χρήση ενδοφλέβιων ουσιών, οι κρατούμενοι, οι άστεγοι, οι μετανάστες από χώρες υψηλού επιπολασμού και γενικότερα πληθυσμοί που αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας.
Η εμπειρία από πολλές χώρες δείχνει ότι όταν φέρνουμε τη διάγνωση και τη θεραπεία πιο κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους, τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά. Αν θέλουμε πραγματικά να μιλάμε για εξάλειψη έως το 2030, πρέπει να φτάσουμε σε εκείνους που το σύστημα υγείας παραδοσιακά δυσκολεύεται να προσεγγίσει.