ΕΙΔΑΜΕ ΤΗΝ “ΑΣΤΟΡΙΑ”: ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ ΕΧΕΙ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΗΧΟ

Είδαμε την “Αστόρια” που σκηνοθετεί ο Βασίλης Μαυρογεωργίου στο θέατρο Παλλάς και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας

Η «Αστόρια», η μουσικοθεατρική παραγωγή που παρουσιάζεται στο Θέατρο Παλλάς, αναβιώνει τη ζωή των Ελλήνων μεταναστών στη Νέα Υόρκη των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.
Το πρωτότυπο κείμενο του Κωνσταντίνου Σαμαρά και η σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου φωτίζουν τις αντιφάσεις αυτής της εμπειρίας, εστιάζοντας στη διαρκή διαπραγμάτευση της ταυτότητας και στην ανάγκη του ανθρώπου να ορίσει τη θέση του σε έναν ξένο κόσμο.

Η ιστορία ακολουθεί την Τασούλα, μία νέα γυναίκα που φεύγει από την Ελλάδα, εξαναγκασμένη από τη μητέρα της, με το όνειρο μιας καλύτερης ζωής στην Αμερική. Η αποχώρηση από την πατρίδα της και η αναχώρηση για τη Νέα Υόρκη αποτυπώνεται ως μία αναγκαία, αλλά γεμάτη πόνο και φόβο, μετάβαση. Η Τασούλα φτάνει στην Αστόρια, μια ελληνική γειτονιά της Νέας Υόρκης, όπου η ελπίδα της νέας ζωής αντικαθίσταται γρήγορα από την πραγματικότητα της φτώχειας, της δουλειάς χωρίς προστασία και των φυλετικών διακρίσεων. Σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, η Τασούλα βρίσκει παρηγοριά στη μουσική και στο ρεμπέτικο τραγούδι, το οποίο γίνεται για εκείνη το μέσο έκφρασης των συναισθημάτων και των αναμνήσεών της.

Αστόρια
Πάτροκλος Σκαφίδας

Η δραματουργία

Με εργαλεία έναν ρεαλιστικό πυρήνα και μια διαρκή μετατόπιση ανάμεσα στο προσωπικό και το πολιτικό, το κείμενο του Κωνσταντίνου Σαμαρά συγκροτεί ένα πολυεπίπεδο δραματουργικό σύμπαν, όπου η εμπειρία της μετανάστευσης λειτουργεί ως κεντρικός άξονας, αλλά και ως πρίσμα ανάγνωσης της ταυτότητας. Η ιστορία της Τασούλας λειτουργεί ως δραματουργικός φορέας μέσα από τον οποίο αναδύονται οι αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής.

Η σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Βασίλη Μαυρογεωργίου οργανώνεται γύρω από έναν σαφή άξονα: τη σύνθεση ατμόσφαιρας και την ανάδειξη των εσωτερικών ρωγμών των χαρακτήρων, χωρίς να διολισθαίνει σε επιδεικτικές σκηνικές λύσεις. Αντιμετωπίζοντας τη μεγάλη σκηνή του Παλλάς ως πεδίο δραματουργικής ανάπτυξης και όχι ως αυτοσκοπό εντυπωσιασμού, επιτυγχάνει μια ισορροπία ανάμεσα στη χωρική έκταση και τη συναισθηματική πυκνότητα. Η σκηνοθεσία αξιοποιεί την κλίμακα του χώρου για να υπογραμμίσει τη διαρκή ένταση ανάμεσα στην προσδοκία και τη διάψευση, εγγράφοντας τους χαρακτήρες σε ένα περιβάλλον που ταυτόχρονα τους εκθέτει και τους περιορίζει.

Αστόρια
Πάτροκλος Σκαφίδας

Η χρήση των ψηφιακών προβολών εντάσσεται οργανικά στη σκηνική γραφή, λειτουργώντας όχι ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως δραματουργικό εργαλείο που διευρύνει τον σκηνικό χρόνο και χώρο. Σε διάλογο με τα σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη, συγκροτούν ένα υβριδικό, σχεδόν κινηματογραφικό περιβάλλον, όπου η μετάβαση από την Ελλάδα στην Αμερική αποκτά ρευστότητα και ένταση. Οι εικόνες της πόλης —οι κάθετες γραμμές, η πυκνότητα, οι εσωτερικοί χώροι των καφενείων— αποδίδονται με αισθητική συνοχή, δημιουργώντας ένα σκηνικό σύμπαν που δεν αναπαριστά απλώς, αλλά εμπεριέχει τη συνθήκη της ξενιτιάς ως βιωμένη εμπειρία.

Αστόρια
Πάτροκλος Σκαφίδας

Η μουσική και η ζωντανή ορχήστρα

Η μουσική του έργου είναι ζωτικής σημασίας για την παράσταση και διαδραματίζει τον ρόλο του συνδετικού κρίκου της αφήγησης. Η μουσική διεύθυνση του Νίκου Στρατηγού και η ζωντανή ορχήστρα ενισχύει το συναισθηματικό βάρος της ιστορίας, αναδεικνύοντας τα συναισθήματα των χαρακτήρων και κάνοντάς τους να ζωντανεύουν μέσα από τη μουσική. Τα ρεμπέτικα τραγούδια της εποχής, όπως το «Τικ τίκι τικι τακ» και «Μισιρλού», είναι γεμάτα ένταση και συγκίνηση, και παίζουν ρόλο καθοριστικό στην αφήγηση της ιστορίας των Ελλήνων μεταναστών.

Αστόρια
Πάτροκλος Σκαφίδας

Οι ερμηνείες

Η Έβελυν Ασουάντ, στον ρόλο της Τασούλας, κυριαρχεί επί σκηνής με μια παρουσία που δύσκολα αγνοείται. Δεν περιορίζεται σε μια καλή ερμηνεία, καταλαμβάνει τη σκηνή του Παλλάς, τη διαπερνά, την «ανοίγει» με μια ενέργεια που διαρκώς μετατοπίζεται ανάμεσα στο εσωτερικό και το εκρηκτικό. Η έντονη σωματικότητα της ερμηνείας της αποτυπώνει τη διαρκή ένταση ενός σώματος που παλεύει να επιβιώσει.

Φωνητικά, η νεαρή ηθοποιός διαθέτει ένα σπάνιο μέταλλο, με βάθος και εκφραστική ευελιξία. Στα ρεμπέτικα δεν αναπαράγει, επανερμηνεύει: πατά με σιγουριά στην παράδοση, χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτήν, φέρνοντας μια σύγχρονη, σχεδόν ωμή αίσθηση βιώματος. Η φωνή της λειτουργεί ως φορέας μνήμης, αλλά και ως εργαλείο αντίστασης – μια φωνή που δεν αφηγείται απλώς, αλλά διεκδικεί χώρο και ταυτότητα.
Η Τασούλα της δεν είναι μόνο μια ηρωίδα της ξενιτιάς, είναι μια σκηνική δύναμη που μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια του θεατή, ισορροπώντας ανάμεσα στην ευθραυστότητα και την αποφασιστικότητα.

Αστόρια
Πάτροκλος Σκαφίδας

Οι υπόλοιποι ηθοποιοί πλαισιώνουν με συνέπεια το κεντρικό σύμπαν της παράστασης, με προεξάρχοντες τον Χρήστο Στέργιογλου, την Μπέσσυ Μάλφα και τη Μαρία Κεχαγιόγλου. Ο Χρήστος Στέργιογλου χτίζει έναν καφετζή χαμηλών τόνων, με εσωτερικότητα και διακριτική τρυφερότητα, έναν «σιωπηλό» άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι εντάσεις των άλλων, ενώ ξεχωρίζει και για την άνεση και την εκφραστικότητα με την οποία ερμηνεύει τα τραγούδια, ενσωματώνοντάς τα οργανικά στη δραματική δράση. Η Μπέσσυ Μάλφα, ως Ρίτα, αποτυπώνει με καθαρότητα τη φθορά μιας κάποτε λαμπερής περσόνας, φωτίζοντας το εφήμερο της επιτυχίας και τις ρωγμές του «αμερικανικού ονείρου», ενώ η Μαρία Κεχαγιόγλου είναι πολύ καλή στον ρόλο της μητέρας της Τασούλας.
Ο νεαρός Γιάννης Τσουμαράκης, ξεχωρίζει για τη φρεσκάδα και καθαρότητα της παρουσίας και τη σκηνική του ακρίβεια,.

Ωστόσο, στο σύνολο των δευτερευόντων ρόλων διακρίνεται μια εμφανής αδυναμία, όχι μόνο σε επίπεδο δραματουργικής ανάπτυξης αλλά και υποκριτικής επεξεργασίας, με ορισμένες ερμηνείες να παραμένουν σχηματικές ή λιγότερο δουλεμένες. Παρ’ όλα αυτά, η δυναμική του συνόλου και η συνολική σκηνική ενέργεια καταφέρνουν σε μεγάλο βαθμό να υπερκαλύψουν αυτές τις αστοχίες, διατηρώντας τη συνοχή και τον ρυθμό της παράστασης.

Αστόρια
Πάτροκλος Σκαφίδας

Συμπέρασμα

Η παράσταση «Αστόρια» είναι μια υπενθύμιση ότι η ελληνική μετανάστευση δεν είναι ένα κεφάλαιο που ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν. Οι αντιφάσεις του «αμερικανικού ονείρου» και η εξορία που βιώνουν οι μετανάστες παραμένουν ζωντανές και σήμερα.

Με έντονο συναισθηματικό φορτίο, που δε διολισθαίνει σε εύκολες συγκινήσεις, η παράσταση αρθρώνει έναν πολυφωνικό σκηνικό λόγο, όπου η σκηνοθεσία, η μουσική και οι ερμηνείες συνυπάρχουν οργανικά. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση που δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση, αλλά ενεργοποιεί τη μνήμη και θέτει ερωτήματα, επαναφέροντας στο προσκήνιο την έννοια του ανήκειν, του αγώνα και της συλλογικής εμπειρίας.

Σχετικό Άρθρο

 

Info:

Θέατρο Παλλάς
‘Εως 17 Μαϊου

Εισιτήρια εδώ

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα