ΖΗΣΑΜΕ ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ Η ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ ΥΠΟΚΛΙΘΗΚΕ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
Ταξιδέψαμε ως το Μανχάταν για να παρακολουθήσουμε το «Κόκκαλο» και τη «Genica» στο κορυφαίο off-off Broadway θέατρο του Μανχάταν THE TANK, σε σκηνοθεσία Ιόλης Ανδρεάδη, και είδαμε τους αμερικανούς θεατές να χειροκροτούν όρθιοι τις δύο ελληνικές παραστάσεις.
13 Απριλίου πρωί. Στο JFK της Νέας Υόρκης όλα έμοιαζαν κάπως διαφορετικά αυτή τη φορά. Βέβαια, ποτέ δεν ήταν ένα αεροδρόμιο που θα χαρακτήριζες «χαλαρό», όμως τώρα η ατμόσφαιρα είχε κάτι πιο βαρύ, σχεδόν νευρικό. Τα μέτρα ασφαλείας ήταν πρωτοφανώς αυστηρά.
Οι αστυνομικοί έκαναν εξονυχιστικούς ελέγχους και, για πρώτη φορά, ένιωσα πως περνούσα κανονική ανάκριση. Ζήτησαν μέχρι και την κράτηση του ξενοδοχείου μας, θέλοντας να βεβαιωθούν ότι δεν θα παραμείνουμε στο Μεγάλο… Μήλο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
Κι όμως, βγαίνοντας από το αεροδρόμιο, η ίδια η Νέα Υόρκη έμοιαζε πιο ήρεμη από ποτέ. Σαν να είχε χαμηλώσει ξαφνικά η ένταση μιας πόλης που συνήθως κινείται μόνιμα στο κόκκινο. Δεν υπήρχαν εκείνοι οι φρενήρεις ρυθμοί που θυμόμουν από άλλες χρονιές. Ακόμη και στην Times Square μπορούσες να περπατήσεις άνετα — πράγμα σχεδόν αδιανόητο.
Οι γιγαντιαίες διαφημίσεις φώτιζαν τα πάντα γύρω σου, αλλά μέσα σε αυτή τη λάμψη υπήρχε κάτι αλλόκοτα απόκοσμο, σαν να ήσουν επιζών μιας παράξενης μετα-αποκαλυπτικής ταινίας. Οι street dancers χόρευαν μανιασμένα λίγα μέτρα πιο πέρα, ενώ ένας αλλόκοτος τύπος μαζί με τη μητέρα του περιέφεραν έναν τεράστιο, πανέμορφο πύθωνα. Και κάπως έτσι, χωρίς να καταλάβω πώς, βρέθηκα να τον έχω περασμένο γύρω από τον λαιμό μου στη μέση της Times Square.
Έφταιγε ο πόλεμος με το Ιράν και είχε πέσει ο τουρισμός λόγω φόβου; Ή μήπως όλοι περίμεναν το επερχόμενο Μουντιάλ του Ιουλίου για να ταξιδέψουν; Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβαινε. Ξέρω μόνο πως η Νέα Υόρκη εκείνες τις μέρες ήταν υπέροχα αλλόκοτη. Και, παράξενα, πιο ανθρώπινη από ποτέ.
14 Απριλίου πρωί, η πρώτη πρόβα…
Το ξενοδοχείο μας απείχε μόλις 10 λεπτά από το off-Broadway θέατρο THE TANK, το καταφύγιο της φανατικών της εναλλακτικής σκηνής στο Μανχάταν και σημείο εκκίνησης για μια νέα εμπειρία. Εκεί, οι άνθρωποι που το «τρέχουν» – φοβεροί τύποι με απαράμιλλη αφοσίωση και πάθος για το θέατρο – μας υποδέχτηκαν σαν να ήμασταν παλιοί φίλοι. Κανένας στόμφος, καμία επίφαση. Μόνο αυθεντικότητα και μια ατμόσφαιρα που μιλούσε από μόνη της. Η αγάπη τους για το θέατρο φανερή, η φιλοσοφία δουλειάς τους σχεδόν τελετουργική.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ιόλη Ανδρεάδη και ο Άρης Ασπρούλης ανεβάζουν εκεί τα έργα τους τα τελευταία χρόνια. Μιλάμε για 7 συνεχόμενες σκηνοθεσίες της Ιόλης Ανδρεάδη, 7 ελληνικά έργα που συνυπογράφει με τον Άρη Ασπρούλη, ανεβασμένα στη μεγαλύτερη θεατρική πρωτεύουσα του κόσμου για 7 συνεχόμενα χρόνια.
Και αυτό είναι κάτι αν μη τι άλλο σπουδαίο.
Και ούτε είναι τυχαίο ότι οι δυο τους έχουν πια το δικό τους κοινό στο Μανχάταν, το οποίο τους περιμένει κάθε χρόνο με ανυπομονησία. Ένα κοινό πολυσυλλεκτικό από καλλιτέχνες, φοιτητές, δημοσιογράφους, θεατρόφιλους. Ένα κοινό καθαρόαιμο αμερικανικό, που αναγνωρίζει και περιμένει τη μοναδική τους θεατρική ματιά, την οποία αφομοιώνει με μια εκτίμηση που σπάνια βλέπεις. Αυτό το κοινό, με τη σταθερή του θέρμη, είναι η απόδειξη ότι το ελληνικό θέατρο όχι μόνο αντέχει αλλά και θριαμβεύει σε χώρους που συχνά θεωρούσαμε απρόσιτους.
Δεν μπορώ να μη σταθώ στην αδυναμία που έχει η Ιόλη Ανδρεάδη στον Αντονέν Αρτώ, τον ρηξικέλευθο Γάλλο διανοητή με τις ελληνικές ρίζες, ο οποίος διαμόρφωσε το σύγχρονο θέατρο με τις πρωτοποριακές του ιδέες. Η έρευνά της, η σκηνοθετική της προσέγγιση και η τετραλογία πρωτότυπων θεατρικών έργων που συνυπογράφουν από το 2015 με τον Άρη Ασπρούλη (Αρτώ/ Βαν Γκογκ, Οικογένεια Τσέντσι, Κόκκαλο, Genica) γνωρίζουν επιτυχία όπου και να παρουσιάζονται. Και η εξήγηση είναι απλή: προσφέρουν στον θεατή κάτι που φαινομενικά είναι αδύνατο – τη δυνατότητα να συναντήσει το ανεξιχνίαστο, αυτό που η φύση του Αρτώ καθιστά αδύνατο να κατανοηθεί πλήρως.
Ο Αρτώ πυλώνας του μοντερνισμού και ιδρυτής του “Θεάτρου της Σκληρότητας”, “απαίτησε” από το θέατρο να επιστρέψει σε μια προ-γλωσσική βία, όπου το νόημα δεν προϋπάρχει της εμπειρίας, αλλά γεννιέται μέσα από αυτήν ή αποτυγχάνει να γεννηθεί. Στην περίφημη φράση του, «στο θέατρο δεν παίζεις, δρας», ο Αρτώ καθορίζει το θέατρο ως την ίδια τη γέννηση της δημιουργίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Susan Sontag αναφέρει πως λόγω της επιδραστικότητάς του, «το δυτικό θέατρο χωρίζεται σε προ Αρτώ και μετά Αρτώ εποχή». Και το φετινό αφιέρωμα της Ιόλης Ανδρεάδη και του Άρη Ασπρούλη για τον Αντονέν Αρτώ στη Νέα Υόρκη με τίτλο “ANTONIN ARTAUD – 130th ANNIVERSARY”, πρώτο και μοναδικό στον κόσμο για το 2026, αποδεικνύει ακριβώς αυτό.
Η πρόβα κύλησε με φοβερή αρμονία. Ο Γεράσιμος Γεννατάς, ο Γιώργος Παλαμιώτης και η Βανέσα Αδαμοπούλου κινούνταν σαν ένας ενιαίος οργανισμός, ακολουθώντας με απόλυτη ακρίβεια τις σκηνοθετικές οδηγίες της Ιόλης Ανδρεάδη. Υπήρχε ένταση, συγκέντρωση, αλλά και εκείνη η παράξενη θεατρική ελαφρότητα που γεννιέται μόνο όταν οι άνθρωποι εμπιστεύονται απόλυτα ο ένας τον άλλον.
Γέλια, ζέσταμα – κάποιες φορές οριακά παρανοϊκό, σαν μικρές ασκήσεις αποσύνθεσης πριν από τη σκηνική έκρηξη – καφέδες στο χέρι, φωτισμοί, ρύθμιση υπερτίτλων. Και κάπου εκεί, σαν σκηνή βγαλμένη από ανεξάρτητη αμερικανική ταινία, εμφανίστηκε ξαφνικά ο μοναδικός Gene Gillette. Ο δημοφιλής Αμερικανός ηθοποιός που τον απολαύσαμε και στην Αθήνα στο συγκλονιστικό *Αρτώ / Βαν Γκογκ* σε σκηνοθεσία της Ιόλη Ανδρεάδη, τώρα έμπαινε στο THE TANK φορτωμένος τάπερ, λες και πήγαινε σε οικογενειακό τραπέζι κι όχι σε off-off Broadway πρόβα.
Τι είχαν τα τάπερ; Ένα απίστευτα νόστιμο brisket, μαγειρεμένο από τον ίδιο, την ώρα που παράλληλα έκανε εξαντλητικές πρόβες για παραγωγή του Broadway. Εκεί καταλάβαινες κάτι πολύ όμορφο για αυτή την παρέα ανθρώπων: όσο σπουδαίο κι αν είναι το θέατρο που κάνουν, ποτέ δεν χάνουν την ανθρώπινη πλευρά τους. Ο Gillette πριν πάει στη δική του πρόβα του, ξέκλεψε λίγο χρόνο, για να περάσει από την πρόβα της ελληνικής αποστολής, και να προσφέρει λίγο καλό φαγητό, μεταδίδοντας σε όλους τη φωτεινή του ενέργεια. «Ξέρω, ξέρω έχετε πρόβα τώρα και κανονικά θέλετε να με διώξετε με τις κλωτσιές, αλλά σας έφερα λίγο φαγητό για το διάλειμμά σας», είπε χαμογελώντας, με τη χαρακτηριστική του ζεστή φωνή του.
16 Απριλίου – η πρεμιέρα
Το THE TANK έμοιαζε να περιμένει χρόνια αυτό το δίπτυχο/ αφιέρωμα στον Αρτώ. Το αισθανόσουν ήδη από τις πρόβες, αλλά τη βραδιά της πρεμιέρας η αίσθηση έγινε σχεδόν μεταφυσική. Η σκηνή, τα φώτα, η απόσταση ανάμεσα στους ηθοποιούς και το κοινό, όλα έδεναν οργανικά με το σύμπαν του Αντονέν Αρτώ. Τα καθίσματα αγκάλιαζαν ασφυκτικά τη σκηνή και η παράσταση δεν εξελισσόταν απλώς μπροστά σου, συνέβαινε επάνω σου, σαν μια σωματική και ψυχική δοκιμασία.
Η Ιόλη Ανδρεάδη δεν επιχείρησε να «εξηγήσει» τον Αρτώ ούτε να τον μετατρέψει σε ασφαλές θεατρικό υλικό. Τον άφησε άγριο, ακατέργαστο, επικίνδυνο. Όπως ακριβώς ήταν και ο ίδιος. Ο μεγάλος θεατρικός επαναστάτης του 20ού αιώνα εμφανίζεται εδώ όχι σαν ιστορικό πρόσωπο, αλλά σαν ανοιχτή πληγή που συνεχίζει να αιμορραγεί πάνω στη σκηνή.
Πρώτη παράσταση, το «Κόκκαλο»
Στο κέντρο αυτής της δίνης βρίσκεται ο συγκλονιστικός Γεράσιμος Γεννατάς. Που δεν υποδύεται απλώς τον Αρτώ. Τον κουβαλά μέσα στο σώμα του. Με κάθε νεύρο, κάθε βλέμμα, κάθε σπασμό του λόγου του, αποδίδει την εσωτερική διάλυση και την ακραία ευαισθησία αυτού του ανθρώπου που πολέμησε λυσσαλέα την κοινωνική υποκρισία και τις «κανονικότητες» της εποχής του. Η ερμηνεία του είναι ωμή, σπαρακτική και βαθιά ανθρώπινη. Σε στιγμές νιώθεις πως δεν βλέπεις ηθοποιό, αλλά έναν άνθρωπο που καίγεται ζωντανός μπροστά σου. Και αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη δύναμη της παράστασης: δεν σε αφήνει να παρακολουθήσεις από ασφαλή απόσταση. Σε αναγκάζει να μπεις μέσα στο σκοτάδι του Αρτώ.
Η μουσική του Γιώργου Παλαμιώτη μοιάζει με έναν ζωντανό οργανισμό πάνω στη σκηνή. Με άγριους, αυτοσχεδιαστικούς ήχους και υπόγειους ρυθμούς, ακολουθεί τον Γεράσιμο Γεννατά σχεδόν αναπνοή με αναπνοή, χτίζοντας ένα σκοτεινό ηχοτοπίο που νομίζεις ότι γεννιέται από το ίδιο το σώμα του Αρτώ. Δεν πρόκειται για απλή μουσική συνοδεία, αλλά μια δεύτερη φωνή, μια παράλληλη συνείδηση που συνομιλεί αδιάκοπα με τον πρωταγωνιστή.
Η συνύπαρξη μουσικής, φωτισμών και σιωπής δημιουργεί μια σχεδόν υπνωτιστική ατμόσφαιρα. Η παράσταση δεν ζητά απλώς από τον θεατή να την παρακολουθήσει, αλλά να βυθιστεί μέσα της, να την αφήσει να τον κυριεύσει. Και αυτό είναι ίσως το πιο σπουδαίο επίτευγμα της σκηνοθεσίας της: λειτουργεί πέρα από τα όρια του παραδοσιακού θεάτρου, σαν μια εμπειρία περισσότερο αισθητηριακή και εσωτερική παρά αφηγηματική.
Γι’ αυτό και στο τέλος κανείς δεν έμοιαζε έτοιμος να επιστρέψει αμέσως στην πραγματικότητα. Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε εκείνη η σιωπή που γεννιέται μόνο όταν κάτι ωραίο συμβαίνει. Και έπειτα, το θέατρο ξέσπασε σε ένα θερμό, επίμονο χειροκρότημα, με όλους τους θεατές να σηκώνονται όρθιοι. Το standing ovation που ακολούθησε κράτησε αρκετή ώρα και έμοιαζε λιγότερο με τυπική επιβράβευση και περισσότερο με μια βαθιά ανάγκη των θεατών να ευχαριστήσουν τους ανθρώπους που τους οδήγησαν, έστω και για λίγο, μέσα στο σκοτεινό και εκθαμβωτικό σύμπαν του Αντονέν Αρτώ.
Μικρό διάλειμμα και ακολουθεί η “GENICA”.
Ανάμεσά στον Αντονέν Αρτώ και τη σταρ του βωβού σινεμά Genica Athanasiou γεννιέται ένας θυελλώδης έρωτας που θα κρατήσει 17 χρόνια μέσα από ασταμάτητη αλληλογραφία, όσο εκείνη μεγαλουργεί στο θέατρο και τον κινηματογράφο κι εκείνος βασανίζεται στα άσυλα – η παράσταση “GENICA: Ο πίδακας του αίματός μου” είναι εμπνευσμένη από τα γράμματα του Αρτώ προς τη μούσα του, αλλά και από το εμβληματικό έργο του “Ο πίδακας του αίματος”.
Η ατμόσφαιρα αλλάζει εντελώς γιατί η εντυπωσιακή Βανέσα Αδαμοπούλου ανεβαίνει στη σκηνή. Η παράσταση μετατοπίζεται από τη διάλυση στη μνήμη, από το ξέσπασμα στην υπόγεια εσωτερική καύση. Η Ιόλη Ανδρεάδη, με μια φορμαλιστική σκηνοθεσία ακριβείας, σχεδόν κινηματογραφικής αυστηρότητας, δημιουργεί έναν κόσμο εύθραυστο και υπνωτιστικό, γεμάτο σιωπές, παύσεις και βλέμματα που μοιάζουν να αιωρούνται μέσα στον χώρο.
Η Βανέσσα Αδαμοπούλου, καθηλωτική και απόκοσμα γοητευτική. Η Genica της δεν είναι ένας χαρακτήρας που εξελίσσεται με συμβατικούς όρους. Είναι μια διαρκής μετατόπιση συναισθημάτων. Έλξη, θαυμασμός, φόβος, απόρριψη και επιστροφή συνυπάρχουν ταυτόχρονα μέσα της, σαν κύματα που σκάνε ασταμάτητα πάνω στο ίδιο σώμα.
Το έργο του Αρτώ περνά μέσα από το φίλτρο της Ιόλης Ανδρεάδη και αποκτά μια σύγχρονη, σχεδόν σωματική διάσταση που ξεπερνά τα όρια του παραδοσιακού θεάτρου. Σε έναν θεατρικό κόσμο που ολοένα και πιο συχνά ανακυκλώνει το ασφαλές και το οικείο, οι παραστάσεις αυτές μοιάζουν με μια ρωγμή προς κάτι αχαρτογράφητο. Κάτι εύθραυστο, ανήσυχο και βαθιά επίμονο, όπως ακριβώς η συνείδηση του Αντονέν Αρτώ, που έζησε μόνιμα στο σύνορο ανάμεσα στη λογική και την αποδιοργάνωση, τη δημιουργία και την κατάρρευση.
Οι δύο αυτές παραστάσεις δεν επιχειρούν να «εξηγήσουν» τον Αρτώ, τον αφήνουν να εισχωρήσει μέσα μας. Όχι σαν αφήγηση, αλλά σαν αίσθηση. Σαν ένα υπόγειο ίχνος που παραμένει στο σώμα και στη σκέψη πολύ μετά το τέλος της παράστασης. Κάτι που πάλλεται διαρκώς ανάμεσα στο ειπωμένο και το ανείπωτο, ανάμεσα στη σιωπή και την κραυγή. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το αληθινό αποτύπωμα του Αρτώ. Όχι αυτό που καταλαβαίνουμε πλήρως, αλλά αυτό που, σχεδόν ανεπαίσθητα, αρχίζει να μας μετακινεί εσωτερικά.
Το κοινό ξεσπά και πάλι σε ένα παρατεταμένο θερμό χειροκρότημα. Παρατηρώ την καλλιτεχνική διευθύντρια του The Tank, τη διάσημη Αμερικανίδα σκηνοθέτιδα Meghan Finn. Χειροκροτεί όρθια, γυρίζει και κοιτά στο τεχνικό booth τον τεχνικό διευθυντή του θεάτρου Pete Betcher και του χαμογελά με ικανοποίηση και περηφάνια, λέγοντας «αυτό είναι θέατρο».
Και στο φουαγιέ…
Λίγο αργότερα, στο φουαγιέ του THE TANK, η Meghan Finn μου μιλά με ενθουσιασμό για την εμπειρία των παραστάσεων και για αυτή τη επταετή συνεργασία που έχει χτιστεί με την Ιόλη Ανδρεάδη και τον Άρη Ασπρούλη στη Νέα Υόρκη. «Είμαι πραγματικά υπερήφανη γι’ αυτό που έχουν καταφέρει», μου λέει, τονίζοντας πόσο ανυπομονεί να συνεχιστεί αυτή η δημιουργική σχέση τα επόμενα χρόνια.
Στέκεται με θαυμασμό κυρίως στη σκηνοθετική ματιά της Ιόλης Ανδρεάδη. «Είναι απίστευτο πώς καταφέρνει να δημιουργεί ολόκληρους κόσμους έχοντας ουσιαστικά μόνο ένα κουτί πάνω στη σκηνή», λέει γελώντας. «Θέλω να το κλέψω αυτό. Είναι ιδιοφυές σκηνοθετικά».
Και πράγματι, αυτός ο φορμαλιστικός, αυστηρός αλλά βαθιά αισθησιακός τρόπος σκηνοθεσίας φαίνεται να είχε εντυπωσιάσει απόλυτα τους Αμερικανούς ανθρώπους του θεάτρου.
Και ύστερα έρχεται η κουβέντα στον Γιώργο Παλαμιώτη. Εκεί πραγματικά φωτίζεται ολόκληρη. «Αυτός ο τρελός Έλληνας μουσικός είναι κανονικός rock star», λέει με ενθουσιασμό. Μιλά για τη σκηνική του ενέργεια, για τον τρόπο που καταλαμβάνει τον χώρο σχεδόν υπνωτιστικά, αλλά κυρίως για εκείνη τη βαθιά, βραχνή φωνή του που – όπως παραδέχεται – «ερωτεύτηκα αμέσως».
Παρατηρώ έναν νεαρό άνδρα που στέκεται μόνος του στο φουαγιέ και πίνει κρασί. Είναι ψηλός, σωματώδης, έχει παντού piercing και τατουάζ. Είναι χαμένος στις σκέψεις του. Τον πλησιάζω και τον ρωτώ αν του άρεσε η παράσταση και πώς έμαθε γι αυτή. Πέφτω από τα σύννεφα όταν μου είπε πως “ήταν καρμικό”. Μένει στο Ντιτρόιτ του Μίσιγκαν, είναι λάτρης του Αρτώ, έχει διαβάσει τα σύμπαντα και όταν είδε πως ανεβαίνει αυτή η παράσταση στη Νέα Υόρκη απλώς έσπευσε. Μου λέει πως οδήγησε 10 ολόκληρες ώρες την προηγούμενη νύχτα για να δει την παράσταση αυτή. Και δεν το μετάνιωσε καθόλου. Γοητεύτηκε απίστευτα από την παράσταση και από την προσέγγιση της Ιόλης Ανδρεάδη, “είδα ακριβώς αυτό που ένιωθα για τον Αρτώ επί σκηνής και αυτό είναι φανταστικό” μου είπε.
Γυρνώντας βλέπω ένα γνώριμο πρόσωπο και συνειδητοποιώ πως είναι η Αλέξια Βασιλείου, η διάσημη Ελληνοκύπρια τραγουδίστρια, συνθέτρια, στιχουργός και ακτιβίστρια, που ζει μονιμα στις ΗΠΑ απο το 2009. Διάβασε για την παράσταση και έσπευσε να τη δει. Γοητευμένη από αυτή, περιμένει τους ηθοποιούς να τους συγχαρεί.
Λίγο πιο πέρα, ο Peter Danish, θεατρικός κριτικός του αμερικανικού BroadwayWorld.com, συζητά με ενθουσιασμό με τους συντελεστές της παράστασης. Παρακολουθεί εδώ και χρόνια στενά τη δουλειά της Ιόλης Ανδρεάδη στη Νέα Υόρκη και δεν έκρυβε τον θαυμασμό του για το νέο αυτό αρτωικό εγχείρημα. Μάλιστα, όπως μας είπε, έχει ταξιδέψει μέχρι και στην Ελλάδα μόνο και μόνο για να παρακολουθήσει σκηνοθεσίες της.
Και κάπου εκεί, μέσα σε ένα μικρό off-off Broadway θέατρο του Μανχάταν, συνειδητοποιείς πως αυτό που συμβαίνει δεν είναι απλώς μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό. Είναι ένα μικρό θεατρικό γεγονός που έχει αρχίσει να αποκτά το δικό του διεθνές αποτύπωμα.
Τέλος, μιλάω με τη νεοϋορκέζα κριτικό τέχνης Carolina Beroutsos από το Μανχάταν, που εμφανώς επηρεασμένη από όσα μόλις είχε παρακολουθήσει, μού αναφέρει με πάθος: “Ένα απόλυτα σκοτεινό θέαμα. Πραγματικά σκοτεινό. Αντιστέκεσαι με όλη σου τη δύναμη για να μην συνδεθείς προσωπικά με τα θέματα που θίγει. Και ταυτόχρονα πρόκειται για δύο εξαιρετικά καλογραμμένα έργα. Οι ερμηνείες ήταν συγκλονιστικές. Ίσως θεματικά με άγγιξε περισσότερο το Κόκκαλο, όμως η Genica λειτούργησε σαν μια ισχυρή παύση μέσα σε αυτό το βαρύ σύμπαν. Έφερε μια διαφορετική ενέργεια, μια αλλαγή ρυθμού και μια πολύ ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση στον τρόπο της υποκριτικής. Η σκηνοθεσία για μένα ήταν κάτι εντελώς πρωτόγνωρο. Τι να σας πω… ήταν ένα ανέβασμα πραγματικά απρόσμενο! Και χαίρομαι ειλικρινά που κατάφερα να δω αυτές τις δύο παραστάσεις».
Τελευταίες “αεροπλανικές” σκέψεις
Εννοείται πως από τη Νέα Υόρκη αποχωρείς πολύ πιο εύκολα απ’ όσο έρχεσαι. Κανείς δεν σε ρωτάει ποιος είσαι και που πας, όταν φέυγεις. Στην πτήση της επιστροφής κοιτάζω τον Γεράσιμο Γεννατά και τον Γιώργο Παλαμιώτη, κατάκοπους, σχεδόν σωριασμένους στα καθίσματα του αεροπλάνου να κοιμούνται βαθιά. Και σκέφτομαι πόσο παράξενο και σκληρό είναι τελικά αυτό το επάγγελμα. Πόση ψυχική δύναμη χρειάζεται για να εκτίθεσαι τόσο ολοκληρωτικά κάθε βράδυ πάνω στη σκηνή. Να αδειάζεις τον εαυτό σου μπροστά σε αγνώστους. Και μάλιστα μέσα από τόσο σκοτεινά, απαιτητικά έργα.
Το Κόκκαλο συνεχίζει πλέον ακάθεκτο αυτή τη σπάνια διεθνή διαδρομή. Τον Οκτώβριο ταξιδεύει στο Λονδίνο και τον Νοέμβριο στη Ρώμη, σε κεντρικά θέατρα δύο σπουδαίων θεατρικών πρωτευουσών, πριν επιστρέψει ξανά στην Αθήνα τον Δεκέμβριο για 5η συνεχόμενη σεζόν στο Θέατρο Σημείο.
Και πραγματικά, αυτό που συμβαίνει με την παράσταση αυτή είναι σχεδόν μοναδικό για τα ελληνικά θεατρικά δεδομένα. Ένα ελληνικό έργο που όχι μόνο ταξιδεύει με τέτοια συνέπεια στο εξωτερικό, αλλά καταφέρνει να δημιουργεί το δικό του κοινό σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και η Ρώμη. Μόνο φέτος, το έργο παρουσιάζεται σε τρεις κορυφαίες θεατρικές μητροπόλεις, ενώ έχει ήδη επιστρέψει δύο φορές στο Μανχάταν και τα προηγούμενα χρόνια ταξίδεψε μέχρι και τη Σόφια και τη Φιλιππούπολη.
Και ίσως τελικά η Ιόλη Ανδρεάδη και ο Άρης Ασπρούλης με τη διαδρομή τους να αποδεικνύουν κάτι πολύ απλό, αλλά ταυτόχρονα ουσιαστικό: ότι για να ταξιδέψει μια παράσταση στο εξωτερικό και για να καταστήσουμε το ελληνικό θέατρο πραγματικά διεθνές, δεν χρειάζονται τόσο πολυδιαφημισμένα προγράμματα διασύνδεσης, ούτε πλάτες θεσμών και ιδρυμάτων. Φυσικά και κάθε στήριξη μετράει, αλλά το πραγματικό ζητούμενο είναι άλλο: όραμα, πίστη, συνέπεια, επιμονή και, πάνω απ’ όλα, καλό θέατρο.
Οι παραστάσεις “Κόκκαλο” και “Genica” παρουσιάστηκαν στη Νέα Υόρκη τον Απρίλιο του 2026 με την ευγενική χορηγία του Κοινωφελούς Ιδρύματος Γεωργίου και Βικτωρίας Καρέλια, την υποστήριξη της Carnegie Hospitality Group και την αιγίδα του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη.