Τέμπη: Κατηγορούμενος στρέφεται κατά του Υπουργείου – “Η διοίκηση γνώριζε”

Διαβάζεται σε 6'
Τέμπη: Κατηγορούμενος στρέφεται κατά του Υπουργείου – “Η διοίκηση γνώριζε”
INTIME

Το Δημόσιο εμφανίζεται ως ζημιωθέν, αλλά κατά τον κατηγορούμενο Δημήτρη Νικολάου, είναι μέρος του προβλήματος με την απαξίωση που προκάλεσε.

Ο Δημήτρης Νικολάου, επιθεωρητής Λάρισας, κατά το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, στρέφεται σήμερα κατά του Δημοσίου και του Υπουργείου, το οποίο δήλωσε παράσταση υποστήριξης της κατηγορίας.

Στο υπόμνημα που κατέθεσε σήμερα στο δικαστήριο ο συνήγορος του Θέμης Σοφός, για την αποβολή του Δημοσίου, υποστηρίζει πως: «η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα ο ΟΣΕ είναι ίσως από τις πιο δύσκολες του Σιδηροδρόμου στην Ελλάδα στη διάρκεια λειτουργίας του, γεγονός που γνωρίζει ο Υπουργός Υποδομών και Μεταφορών και αποδέχεται την διακινδύνευση του ελληνικού λαού μέχρι και σήμερα».

Η ένσταση υποστηρίζει ότι δεν μπορεί το Δημόσιο να παρίσταται σαν θύμα ενός εγκλήματος, όταν οι ίδιες οι ελλείψεις του σιδηροδρομικού συστήματος —που τελούσαν υπό κρατική εποπτεία και ευθύνη— εμφανίζονται ως βασική προϋπόθεση του δυστυχήματος.

Το NEWS 24/7 διάβασε το υπόμνημα και μεταφέρει τα κυριότερα επιχειρήματα του πρώτου κατηγορουμένου που στρέφεται ανοιχτά κατά του Δημοσίου για την κακή διαχείριση του σιδηρόδρομου.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

«Η Διοίκηση γνώριζε, ο Σπυρίδων Πατέρας γνώριζε. Ο Διευθύνων Σύμβουλος, συγκατηγορούμενους μου, είναι εκείνος που χαρακτήριζε υποτιμητικά ‘’τροχονόμους’’ τους Σταθμάρχες, λέγοντας ‘’όταν ξέρεις το δρομολόγιο δε χρειάζεσαι τροχονόμο’’, υποδηλώνοντας την παντελή αδιαφορία του για το πώς λειτουργεί ο Σιδηρόδρομος», τονίζει χαρακτηριστικά ο Νικολάου στο υπόμνημα.

Αναφέρει ότι το 2018 υπήρχαν 42 σταθμάρχες στο Τμήμα Λάρισας, ενώ το 2023 είχαν απομείνει 11. Αντίστοιχα, οι κλειδούχοι από 18 το 2018 είχαν μείνει 3 το 2023.

Το επιχείρημα του είναι ότι ο ίδιος λειτούργησε μέσα σε ένα πλαίσιο ακραίας έλλειψης προσωπικού, το οποίο γνώριζαν η Διοίκηση του ΟΣΕ, η Hellenic Train/ΤΡΑΙΝΟΣΕ και η πολιτική ηγεσία. Άρα, κατά την ένσταση, δεν μπορεί το Δημόσιο να εμφανίζεται ως θύμα της υπηρεσιακής διαχείρισης ενός προβλήματος που το ίδιο γνώριζε και άφηνε να υπάρχει.

«Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Μεταφορών γνώριζε. Ο Υπουργός και Υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών, ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων γνώριζαν. Όλοι όσοι μπορούσαν πράγματι να κάνουν κάτι γνώριζαν και ουδείς το έπραξε», συμπληρώνει ο Νικολάου.

Μάλιστα επισημαίνει και μια σειρά από αναφορές του για ελλείψεις:

«Ένα χρόνο περίπου πριν το σιδηροδρομικό δυστύχημα, αιτήθηκα επιτακτικά την κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Λάρισας, επισημαίνοντας ότι είναι απαραίτητο να γίνουν προσλήψεις, μεταξύ άλλων, είκοσι πέντε (25) σταθμαρχών και δεκαέξι (16) κλειδούχων (υπ’ αριθ. πρωτοκ. 9029855 από 04.07.2022 επιστολή μου). Από τους 25 που ζήτησα, προσελήφθησαν 14 ενώ δεν προσελήφθη κανένας κλειδούχος».

ΚΑΝΕΝΑ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Ο κεντρικός άξονας της ένστασης είναι ότι το Δημόσιο επιχειρεί να εμφανιστεί ως φορέας που υπέστη ζημία από τις πράξεις των κατηγορουμένων, ενώ κατά τον Νικολάου η πραγματική εικόνα είναι αντίστροφη. Οι παραλείψεις του κρατικού μηχανισμού, της δημόσιας σιδηροδρομικής υποδομής, της εποπτείας και των φορέων που είχαν την ευθύνη για τα συστήματα ασφάλειας ήταν καθοριστικές για το δυστύχημα.

Η ένσταση συνδέει το δυστύχημα με ελλείψεις σε κρίσιμα συστήματα ασφάλειας: τηλεδιοίκηση, φωτεινή σηματοδότηση, ETCS, GSM-R, δευτεροβάθμιο έλεγχο κυκλοφορίας και γενικότερα τεχνολογικά και ανθρωποτεχνικά επίπεδα ασφαλείας.

Η επιχειρηματολογία του είναι ότι αυτά τα συστήματα θα μπορούσαν να έχουν λειτουργήσει ως ασφαλιστικές δικλείδες έναντι του ανθρώπινου λάθους. Άρα, ακόμη και αν υπήρξε ανθρώπινο λάθος στον σταθμό Λάρισας, το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι το σύστημα δεν είχε δεύτερο, τρίτο ή τεχνολογικό επίπεδο αποτροπής.

Το δυστύχημα δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα μιας υπηρεσιακής επιλογής ή ενός ανθρώπινου λάθους, αλλά αποτέλεσμα ενός συστήματος χωρίς τις θεσμοθετημένες ή αναμενόμενες δικλείδες ασφαλείας.

Το νομικό βάρος αυτού του επιχειρήματος είναι ότι μετατοπίζει την αιτιότητα από το πρόσωπο του σταθμάρχη ή του προϊσταμένου επιθεώρησης προς τη θεσμική αποτυχία εγκατάστασης και λειτουργίας των αυτοματοποιημένων συστημάτων ασφαλείας.

24 Media Creative Team | SOOC

Ο ΡΥΘΜΙΣΤΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Την ημέρα του δυστυχήματος λειτουργούσε στην Αθήνα ο αποκαλούμενος Ρυθμιστής Κυκλοφορίας, ο οποίος και κλήθηκε από τον ανακριτή να καταθέσει και ακούγεται σε μια σειρά από ηχητικά πριν το δυστύχημα να αγωνιά για την τύχη των εμπορικών αμαξοστοιχιών, ενώ στη συνέχεια συλλέγει στοιχεία για την θέση των υπόλοιπων αμαξοστοιχιών που αγνοούσε.

«Ειδικότερα ο συγκεκριμένος ρυθμιστής ενημερώθηκε μετά το δυστύχημα ότι υπήρξε διακοπή παροχής ισχύος και ηλεκτροτροφοδοσίας στο σημείο του δυστυχήματος» επισημαίνει ο Νικολάου για να προσθέσει ότι δεν είχε όμως καμία δυνατότητα να παρακολουθεί την πορεία των δύο συρμών πριν από το δυστύχημα.

Το συγκεκριμένο όργανο, με βάση φωνητικές πληροφορίες που περιήρχοντο σε αυτό (είτε μέσω του συστήματος GSM-R μετά το 2018 είτε με τα ραδιοβοηθήματα του ΟΣΕ παλιότερα είτε ακόμη μια με χρήση σταθερής τηλεφωνίας), σημείωνε επί χάρτου και αποτύπωνε με ακρίβεια τη θέση και την πορεία κίνησης του κάθε συρμού.

Αν λειτουργούσε την ημέρα του δυστυχήματος, σύμφωνα με τον Νικολάου, θα αποτελούσε πρόσθετη ασφαλιστική δικλείδα, που θα έδινε πιθανόν τη δυνατότητα παρακολούθησης της πορείας των δύο συρμών.

ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΣΑΜΑΡΑ

Ο Νικολάου υπερασπίζεται ειδικά την επιλογή τοποθέτησης του Βασίλη Σαμαρά στη βραδινή βάρδια.

Σύμφωνα με το υπόμνημα του, ο Σαμαράς ήταν πιστοποιημένος, η βραδινή βάρδια είχε λιγότερα δρομολόγια, με 11 παλιούς σταθμάρχες και 14 βάρδιες ήταν αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν και νεοπροσληφθέντες και η Διεύθυνση Κυκλοφορίας είχε εγκρίνει το πρόγραμμα,

Παράλληλα προσθέτει ότι: «Πουθενά δεν προβλέπεται η τοποθέτηση σταθμαρχών σύμφωνα με την εμπειρία ή την αρχαιότητα καθώς δεν απαιτούνται συγκεκριμένα κριτήρια. […]

Μάλιστα, σε έτερους σταθμούς, όπως στο Σταθμό Παλαιοφαρσάλων, ο οποίος είναι επίσης απαιτητικός και σιδηροδρομικός κόμβος της Κεντρικής Ελλάδος, εργάστηκαν και εργάζονται αντίστοιχα μόνοι τους σε όλες τις βάρδιες, οι νεοπροσληφθέντες κ. Θανασάκης, κ. Γκολάντας και κ. Τζαφέρης».

Ουσιαστικά, το Δημόσιο εμφανίζεται στην ποινική δίκη ως υποστηρικτής της κατηγορίας, σαν να είναι ζημιωμένος τρίτος από τις πράξεις των κατηγορουμένων. Όμως η ίδια η υπόθεση, κατά την υπεράσπιση, αφορά ένα δυστύχημα που συνέβη μέσα σε ένα κρατικά εποπτευόμενο, υποστελεχωμένο και τεχνολογικά ανολοκλήρωτο σιδηροδρομικό σύστημα.

Άρα, κατά την ένσταση, το Δημόσιο δεν μπορεί να σταθεί στη δίκη ως θύμα απέναντι στους κατηγορούμενους, γιατί είναι ταυτόχρονα ο θεσμικός φορέας που όφειλε να έχει εξασφαλίσει τα μέσα αποτροπής.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα