Πολιτικό Ρετρό

Διαβάζεται σε 5'
Πολιτικό Ρετρό
Sooc

«Φαίνεται ότι στην Ελλάδα σφυρηλατούμε πολιτική ταυτότητα ανακυκλώνοντας το παρελθόν. Το “πολιτικό ρετρό” δεν δηλώνει απλώς νοσταλγία. Είναι μια δοκιμασμένη στρατηγική: όσο το βλέμμα των πολιτών παραμένει καρφωμένο στα “δράματα” του 2015, τόσο λιγότερο ενοχλητικά γίνονται τα προβλήματα του 2026.»

Όταν η Ελένη Βαρβιτσιώτη και η Βικτώρια Δενδρινού εξέδωσαν το βιβλίο τους «Η Τελευταία Μπλόφα», οι μετριοπαθείς κεντρωοι που από το 2012 «κακοποιούνταν αγρίως» τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά επειδή υποστήριξαν την προσφυγή στο ΔΝΤ από την άτακτη χρεοκοπία, αισθάνθηκαν ανακούφιση.

Όχι. Τελικά, δεν είχαν αδικήσει κανέναν και κυρίως την Αριστερά με την οποία κάθε κεντρώος και δη φιλελεύθερος δεν έχει τίποτα – τη Συντήρηση και την Ακροδεξιά είναι που λογίζει ως εχθρούς ο συγκεκριμένος χώρος, η Αριστερά είναι απλώς ένας πολιτικός αντίπαλος.

Δεν ήταν η ιδέα μας, ήταν όντως παρανοϊκό το α’ εξάμηνο του 2015. Ήταν αλήθεια ότι ο Γιάνης Βαρουφάκης έπαιζε «θεωρίες παιγνίων» αγνοώντας επιδεικτικά την αγωνία αλλά και τις προσδοκίες των πολιτών, καλά το είχαμε, τότε, υποψιαστεί.

Αλλά το βασικό συμπέρασμα από την ανάγνωση του βιβλίου ήταν αυτό: κάναμε το σωστό όταν σκαρφαλώσαμε στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη κρατώντας τα λάβαρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητώντας να παραμείνουμε μέλη της. Σημειώστε βέβαια ότι αυτό σήμερα – το να διαδηλώσεις στο μνημείο – απαγορεύεται διά νόμου και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας σε σχετική ερώτηση της Βίκυς Σαμαρά για το NEWS 24/7, έχει δηλώσει ότι κακώς το κάναμε.

Το βιβλίο έκανε φανερό και ότι ο Αλέξης Τσίπρας τότε, δεν ήξερε «πού πήγαιναν τα τέσσερα». Μου έχει μείνει η μαρτυρία ότι ενώ τον περίμεναν στη Σύνοδο Κορυφής, εκείνος αναζητούσε στις Βρυξέλλες τον τότε κομμουνιστή πρόεδρο της Βολιβίας Έβο Μοράλες για να τον συμβουλεύσει τι να κάνει, αλλά μέχρι κι εκείνος τον απέφυγε και τον άφησε μόνο.

«Η Τελευταία Μπλόφα» είναι ένα από τα βιβλία αναφοράς για την επίδικη εποχή που, στο βαθμό που με αφορά, είχα αισθανθεί μέχρι και ευγνωμοσύνη που γράφτηκε.

Όμως προ ημερών, δεν μου πέρασε καν η ιδέα να δω το ντοκιμαντέρ που βασίζεται σε αυτό.

Να το δω για να μάθω τι; Όλα όσα είναι πλέον γνωστά σε όλους; Ή μήπως για να ζωντανέψω το συναίσθημα του τρόμου που με είχε καταλάβει τότε;

Μου φτάνει η απελπισία που ακόμα αισθάνομαι για τα θύματα των Τεμπών, για τις κυβερνητικές μεθοδεύσεις για τη συγκάλυψη του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως τις επιστολικές ψήφους που έγραψε το Μαξίμου για να στείλουν οι βουλευτές της ΝΔ όπως επί ΕΡΕ, όταν οι κομματάρχες του κόμματος έδιναν στις γιαγιάδες του χωριού τα ψηφοδέλτια σταυρωμένα και σφραγισμένα για να τα ρίξουν, έτοιμα, στην κάλπη;

Μου φτάνει η απόγνωση που αισθάνομαι από τον διάχυτο τραμπισμό στα δεξιά και τα αριστερά.

Έχω πνιγεί από τη φαιδρότητα των προερχόμενων από το ΛΑΟΣ υπουργών που έχουν επιβάλει τους τόνους και την αισθητική τους στο κόμμα που ψήφισα γιατί με έπεισε ότι αξίζω καλύτερα.

Βέβαια, στην Ελλάδα το πολιτικό ρετρό το ποθεί μέχρι και το τελευταίο μας κύτταρο.

Ακόμα και σήμερα, κυριολεκτικά καθημερινά, ασχολούμαστε με τον Εμφύλιο.

Ακόμα και σήμερα γράφονται διδακτορικά στην Ιστορία όχι για να ανακαλύψουμε κάτι που δεν ξέρουμε ήδη για την περίοδο αυτή αλλά ως δήλωση αριστερής ταυτότητας μαζί με ανάλογα άρθρα γραμμένα για να μαζεύουν δεκάδες λάικ και κυρίως καρδούλες από τους ομόδοξους.

Μας αρέσει το πολιτικό ρετρό. Έτσι αντιλαμβανόμαστε την πολιτική: με όρους μελοδράματος όπου το «άκαυστο πολιτικό συναίσθημα» θυμίζει πολύ τις ιστορίες από τον Συναξαριστή με τους πρωταγωνιστές τους αγίους να λιώνουν από τη νηστεία και την αγαμία για να κερδίσουν τη χάρη του Κυρίου.

Οπότε, την ίδια στιγμή δεν πρέπει να εκπλήσσει το ενδιαφέρον που προκαλεί το ντοκιμαντέρ Βαρβιτσιώτη-Δενδρινού.

Αρκεί βέβαια, την ίδια στιγμή, ο «λαός του μελοδράματος» να μην έχει την αξίωση να λύνονται τα προβλήματα, ειδικά αυτά, τα ενοχλητικά, που περιγράφουν οι αριθμοί αλλά και τα άλλα, της καθημερινότητας.

Τι κι αν το πολιτικό σύστημα τοκίζει στο πολιτικό ρετρό για να αποστρέψει το βλέμμα των πολιτών από την ανικανότητά του να επιλύει προβλήματα; Δεν μπορούμε να έχουμε τα πάντα στη ζωή.

Πάντως, θέλω μια χάρη από αυτούς που εν έτει 2026 θα καταναλώσουν βουλιμικά «τα περσινά ξινά σταφύλια», αν βέβαια υπάρχει έστω κι ένας ανάμεσά τους που θα διαβάσει και αυτό το σημείωμα: από την «Τελευταία μπλόφα» μου έχει μείνει μια λεπτομέρεια: ο Τόμας Βίζερ που έτρεχε και δεν έφτανε με τις ευθύνες της Ελλάδας που τότε του είχε πετάξει η Μέρκελ, σιδέρωνε, λέει, μόνος του τα πουκάμισά του, γιατί η σύντροφός του ήταν εικαστικός και δεν ήθελε να την αποσπά από τη ζωγραφική της.

Αν αυτή τη λεπτομέρεια την καταθέτει ο ίδιος και στο ντοκιμαντέρ, ελπίζω να ενημερωθώ. Θα ‘θελα να το δω έστω και στο γυαλί, όπως στα ντοκιμαντέρ του National Geographic, αφού στην Ελλάδα δεν έχουμε τέτοιους άντρες.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα