Η συμφωνία με το Ιράν μπορεί να “κάψει” τον Τραμπ όσο και ο πόλεμος
Διαβάζεται σε 8'
Οι ισχυρισμοί του Τραμπ για μια επικείμενη συμφωνία-πλαίσιο με το Ιράν αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό και σύγχυση
- 25 Μαΐου 2026 18:45
Η καλύτερη ελπίδα για να τερματιστεί ένας πόλεμος, που ξεκίνησε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με το Κογκρέσο ή τον αμερικανικό λαό, ίσως είναι μια συμβιβαστική ειρήνη, που θα μεταθέσει τα κρίσιμα ζητήματα για το μέλλον και θα βαθύνει το πολιτικό χάσμα στην Ουάσιγκτον.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επαναλαμβάνει συνεχώς ότι επίκειται μια συμφωνία που θα βάλει τέλος στη σύγκρουση με το Ιράν, μια σύγκρουση που ο ίδιος επέλεξε. Κάθε φορά, όμως, οι προβλέψεις του αποδεικνύονται ευσεβείς πόθοι ή λάθος εκτίμηση των πραγματικών προθέσεων της Τεχεράνης.
Έτσι, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι τελευταίοι ισχυρισμοί του για μια επικείμενη συμφωνία-πλαίσιο αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό και σύγχυση. Τόσο οι σκληροπυρηνικοί συντηρητικοί όσο και οι Δημοκρατικοί, όπως αναφέρει το CNN, φαίνεται να πιστεύουν ότι ο Τραμπ είναι έτοιμος να υποχωρήσει και να υπογράψει μια κακή συμφωνία.
Παρ’ όλα αυτά, στους διπλωματικούς κύκλους ψιθυρίζεται ότι μπορεί να είναι κοντά μια φόρμουλα για το εκ νέου άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και τη χαλάρωση του αμερικανικού αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια και πλοία. Ένα τέτοιο βήμα θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για συνομιλίες, μέσω των οποίων η κυβέρνηση Τραμπ θα προσπαθήσει να ανακόψει τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν. Μια πιο στέρεη συμφωνία, πέρα από την τρέχουσα εύθραυστη εκεχειρία, θα γινόταν δεκτή με ανακούφιση διεθνώς, καθώς θα έφερνε την ελπίδα για εκτόνωση της ενεργειακής και οικονομικής κρίσης που προκάλεσε ο πόλεμος και το κλείσιμο των Στενών.
Όπως όλα στην Ουάσιγκτον, έτσι και ο πόλεμος με το Ιράν είναι όμηρος της κομματικής αντιπαράθεσης, των παγιωμένων ιδεολογιών και των πολιτικών σκοπιμοτήτων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από την επιθετική άρνηση της κυβέρνησης να δεχτεί κριτική για μια σύγκρουση, στην οποία φάνηκε να υποτιμά πλήρως τις αντοχές και την ικανότητα αντίστασης του Ιράν.
Στην πραγματικότητα, ο Τραμπ βρίσκεται σε πολιτικό αδιέξοδο. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών είναι αντίθετη στον πόλεμο, οπότε αν διέταζε νέα στρατιωτικά πλήγματα θα αντιμετώπιζε τεράστιες αντιδράσεις, με τον κίνδυνο μιας βίαιης κλιμάκωσης και ακόμη μεγαλύτερου οικονομικού κόστους. Από την άλλη, οι πρόεδροι συχνά μπαίνουν στον πειρασμό να ξεκινήσουν νέες στρατιωτικές περιπέτειες για να σώσουν το γόητρό τους ή να αναζητήσουν μια διέξοδο που τελικά εξελίσσεται σε τέλμα. Όταν πάντως κάνουν πίσω, σώζονται ζωές.
Ωστόσο, οι λεπτομέρειες της προτεινόμενης συμφωνίας που βλέπουν το φως της δημοσιότητας δείχνουν ότι οι όροι της είναι τέτοιοι που ούτε ο ίδιος ο Τραμπ δεν μπορεί να τους παρουσιάσει ως θρίαμβο. Για παράδειγμα, οι ενδείξεις ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να ξεπαγώσει ιρανικά περιουσιακά στοιχεία και να άρει σταδιακά τον αποκλεισμό για να πείσει το Ιράν να ανοίξει τα Στενά, ουσιαστικά δικαιώνουν την τακτική της Ισλαμικής Δημοκρατίας και στερούν από τις ΗΠΑ ισχυρά διαπραγματευτικά χαρτιά.
Παράλληλα, οποιαδήποτε γραπτή δέσμευση του Ιράν ότι δεν θα επιδιώξει την απόκτηση πυρηνικών όπλων θα αντιμετωπιστεί με τεράστια επιφύλαξη στην Ουάσιγκτον. Το χρονοδιάγραμμα των 60 ημερών που προτείνεται για τη διευθέτηση των ακανθωδών ζητημάτων –όπως ο εμπλουτισμός ουρανίου και τα ιρανικά αποθέματα– φαντάζει υπερβολικά στενό για ένα τόσο περίπλοκο θέμα. Η ιστορία έχει δείξει ότι το Ιράν επιδιώκει να παρασύρει τις ΗΠΑ σε μια μακρόσυρτη και άγονη διπλωματία ετών.
Ένας επιπλέον λόγος για να είναι κανείς επιφυλακτικός είναι ότι δεν είναι καν βέβαιο αν το Ιράν θα δεχτεί τους όρους των ΗΠΑ. Το σύστημα διακυβέρνησης εκεί έγινε ακόμη πιο αδιαφανές μετά την εξόντωση κορυφαίων ηγετών του στον πόλεμο, και τα μηνύματα που έρχονται από την Τεχεράνη είναι αντιφατικά. Οι νέοι ηγέτες δείχνουν να πιστεύουν ότι αυτοί βγήκαν κερδισμένοι από την αναμέτρηση με την αμερικανική υπερδύναμη, παρά το γεγονός ότι η οικονομία τους καταρρέει και ο λαός ζει σε άθλιες συνθήκες.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού Υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε μάλιστα ότι υπάρχει μια «σχετική κατανόηση» με τις ΗΠΑ, αλλά η συμφωνία δεν είναι προ των πυλών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το Ιράν θέλει να διατηρήσει κάποιον έλεγχο στα Στενά – όρος που αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για την Ουάσιγκτον.
Το προσχέδιο της συμφωνίας απέχει προφανώς έτη φωτός από την «ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ» που απαιτούσε ο Τραμπ τον Μάρτιο. Όμως ο Αμερικανός πρόεδρος πιέζεται ασφυκτικά να βρει μια λύση, καθώς οι τιμές των καυσίμων ανεβαίνουν, η δημοτικότητά του καταποντίζεται και η στήριξη των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο εξασθενεί.
Πυρά από Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους στον Τραμπ
Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί ανησυχούν σοβαρά για ενδεχόμενη αναδίπλωση του Τραμπ. Ο γερουσιαστής Τομ Τίλις υπενθύμισε ότι πριν από 11 εβδομάδες η ηγεσία του Πενταγώνου διαβεβαίωνε πως οι άμυνες του Ιράν είχαν εκμηδενιστεί και ότι η κατάσχεση του πυρηνικού υλικού ήταν θέμα χρόνου. «Τώρα συζητάμε να επιτρέψουμε στο πυρηνικό υλικό να παραμείνει στο Ιράν; Πού βασίζεται η λογική αυτή;» αναρωτήθηκε.
Για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, η εξάλειψη των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου ήταν ο κεντρικός στόχος του πολέμου. Ωστόσο, το ανθρώπινο κόστος μιας επιχείρησης για την απόσπασή του με τη βία κρίθηκε απαγορευτικό, ενώ τα ανταλλάγματα που θα ζητούσε η Τεχεράνη μέσω της διπλωματικής οδού θα ήταν δυσβάσταχτα. Σκεπτικισμό εξέφρασε και ο γερουσιαστής Ρότζερ Γουίκερ, τονίζοντας ότι μια συμφωνία αυτή τη στιγμή θα εξέπεμπε «εικόνα αδυναμίας», ενώ ο Λίντσεϊ Γκράχαμ προειδοποίησε ότι αν το Ιράν διατηρήσει τον έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ, θα ανατραπεί η ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή.
Τα επιχειρήματα αυτά έχουν βάση, όμως κανείς δεν εξηγεί πώς η παράταση των συγκρούσεων –μετά από εβδομάδες αμερικανοϊσραηλινών βομβαρδισμών– θα λυγίσει την αντίσταση της Τεχεράνης. Πρόσφατες εκθέσεις των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών αναφέρουν ότι το Ιράν έχει ήδη αρχίσει να αναδομεί μέρος των στρατιωτικών του υποδομών και να παράγει ξανά drones. Αυτό σημαίνει ότι μια επανάληψη του πολέμου θα οδηγούσε σε ακόμη πιο σφοδρά ιρανικά αντίποινα εναντίον των αμερικανικών δυνάμεων και των κρατών του Κόλπου.
Την ίδια ώρα, ο Τραμπ δέχεται σφοδρά πυρά και από τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι τον κατηγορούν τόσο για την έναρξη όσο και για τη διαχείριση του πολέμου. Οι Δημοκρατικοί βλέπουν ότι η λαϊκή δυσαρέσκεια για τον πόλεμο μπορεί να τους οδηγήσει σε νίκη στις ενδιάμεσες εκλογές. Ο γερουσιαστής Κόρι Μπούκερ δήλωσε εξοργισμένος με τη σειρά των βημάτων της συμφωνίας (πρώτα άνοιγμα των Στενών και μετά συνομιλίες για τα πυρηνικά), τονίζοντας ότι ο Τραμπ έπεσε στην παγίδα του Ιράν σαν ανόητος. Ο γερουσιαστής Κρις Βαν Χόλεν σχολίασε χαρακτηριστικά: «Όταν συνειδητοποιείς ότι έχεις κολλήσει σε έναν λάκκο, το πρώτο που κάνεις είναι να σταματήσεις να σκάβεις. Αυτό φαίνεται να κάνουμε επιτέλους».
Από την πλευρά του, ο Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο απέρριψε τις επικρίσεις, χαρακτηρίζοντας παράλογη την ιδέα ότι ένας πρόεδρος που έχει αποδείξει την αποφασιστικότητά του θα δεχόταν μια συμφωνία που θα ενίσχυε το Ιράν. Πάντως, ο ίδιος ο Τραμπ φάνηκε να κάνει πίσω, γράφοντας στα social media ότι έδωσε εντολή στους διαπραγματευτές του να μην βιαστούν, καθώς «ο χρόνος είναι με το μέρος μας».
Καθώς μπαίνουμε σε ένα θερμό πολιτικά καλοκαίρι, ορισμένα στελέχη των Ρεπουμπλικανών προσπαθούν να προβάλλουν τα οικονομικά οφέλη μιας ενδεχόμενης ειρήνης στους ψηφοφόρους. Υποστηρίζουν ότι η ροή του πετρελαίου μέσω των Στενών θα ρίξει κατακόρυφα τις τιμές της ενέργειας και των καυσίμων, οδηγώντας ακόμα και σε αρνητικό πληθωρισμό.
Ωστόσο, πολλοί αναλυτές της αγοράς (όπως της JPMorgan) προειδοποιούν ότι η αποκατάσταση της ομαλότητας μετά από εβδομάδες αποκλεισμού δεκάδων δεξαμενόπλοιων δεν θα γίνει μαγικά από τη μια μέρα στην άλλη, προβλέποντας ότι η τιμή του πετρελαίου θα παραμείνει ψηλά, κοντά στα 97 δολάρια το βαρέλι, για το υπόλοιπο του έτους.
Το διπλό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο Τραμπ
Ο Τραμπ καλείται να απαντήσει σε δύο κρίσιμα ερωτήματα:
Θα είναι η δική του συμφωνία πιο «θωρακισμένη» από εκείνη του Μπαράκ Ομπάμα το 2015, η οποία προέβλεπε αυστηρούς και συνεχείς ελέγχους, κλείνοντας κάθε δρόμο του Ιράν προς την απόκτηση πυρηνικών;
Η απόφασή του να ακυρώσει εκείνη τη συμφωνία –οδηγώντας σε έναν πόλεμο που κόστισε δισεκατομμύρια, τη ζωή σε 13 Αμερικανούς στρατιώτες και εκατοντάδες Ιρανούς– έφερε τελικά τις ΗΠΑ σε ισχυρότερη θέση έναντι του Ιράν;
Το γεγονός και μόνο ότι αυτά τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά αναδεικνύει το μεγάλο δίλημμα του Τραμπ: Η επιστροφή στον πόλεμο μπορεί να έχει ολέθριες πολιτικές και οικονομικές συνέπειες. Το να τον τερματίσει, όμως, με τους υφιστάμενους όρους, ίσως αποδειχθεί μια εξίσου προβληματική και μη δημοφιλής επιλογή.