ΑΒ Βασιλόπουλος – WWF Ελλάς: Χαράσσουν κοινή στρατηγική βιωσιμότητας έως το 2030
Διαβάζεται σε 4'
Η συζήτηση γύρω από τη βιωσιμότητα του αγροδιατροφικού μοντέλου αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τον κλάδο του οργανωμένου λιανεμπορίου, καθώς οι επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμοστούν σε αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις, αλλά και σε μεταβαλλόμενες καταναλωτικές προσδοκίες.
- 27 Μαΐου 2026 16:50
Σε μια περίοδο κατά την οποία η πίεση για πιο βιώσιμα μοντέλα παραγωγής και κατανάλωσης εντείνεται διεθνώς, η ΑΒ Βασιλόπουλος και το WWF Ελλάς προχωρούν σε στρατηγική συνεργασία με χρονικό ορίζοντα το 2030, θέτοντας συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς στόχους που επηρεάζουν το σύνολο της αλυσίδας αξίας τροφίμων, από την προμήθεια πρώτων υλών έως την τελική κατανάλωση.
Το πρόγραμμα συνεργασίας εκτείνεται έως το 2030 και επικεντρώνεται σε έξι βασικούς άξονες: την κλιματική επίδραση της παραγωγής και διακίνησης τροφίμων, τη διατροφική μετάβαση, τη βιώσιμη προέλευση θαλασσινών, τη μείωση απωλειών τροφίμων, τον περιορισμό πλαστικών συσκευασιών και την αποτροπή αποψίλωσης δασικών εκτάσεων που συνδέονται με την παραγωγή πρώτων υλών υψηλού περιβαλλοντικού κινδύνου.
Παγκόσμιο διατροφικό σύστημα
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο κοινό πλαίσιο δράσης, το παγκόσμιο διατροφικό σύστημα ευθύνεται για περίπου το 30% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ενώ συνδέεται άμεσα με την απώλεια βιοποικιλότητας και περίπου με το 80% της παγκόσμιας αποδάσωσης. Οι δύο οργανισμοί εκτιμούν ότι η μετάβαση σε πιο βιώσιμες πρακτικές απαιτεί συντονισμένες παρεμβάσεις τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση, με ενεργή συμμετοχή όλων των κρίκων της αγοράς.
Μετρήσιμες δεσμεύσεις
Στο επιχειρησιακό σκέλος, η συνεργασία περιλαμβάνει μετρήσιμες δεσμεύσεις. Μεταξύ αυτών, προβλέπεται η ανάπτυξη επιστημονικά τεκμηριωμένων στόχων για τη μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε όλο το φάσμα δραστηριοτήτων της εταιρείας, με τελικό προσανατολισμό την επίτευξη καθαρών μηδενικών εκπομπών έως το 2050. Παράλληλα, τίθεται στόχος εξισορρόπησης των πωλήσεων ζωικών και φυτικών πρωτεϊνών, σε μια προσπάθεια προσαρμογής των διατροφικών επιλογών σε πιο βιώσιμα πρότυπα.
Τα θαλασσινά προϊόντα
Ειδική βαρύτητα δίνεται και στον τομέα των θαλασσινών προϊόντων, όπου προβλέπεται ότι έως το τέλος της περιόδου το 80% των προμηθειών θα προέρχεται από πηγές χαμηλού ή μεσαίου περιβαλλοντικού κινδύνου, όπως πιστοποιημένες υδατοκαλλιέργειες και αλιεύματα με τεκμηριωμένη βιώσιμη διαχείριση αποθεμάτων. Την ίδια στιγμή, προβλέπεται μείωση κατά 50% των τροφίμων που χάνονται ή απορρίπτονται στις εγκαταστάσεις και στις λειτουργίες της αλυσίδας, καθώς και περιορισμός της χρήσης πλαστικού κατά 15% στις συσκευασίες προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, με στόχο την πλήρη ανακυκλωσιμότητα των σχετικών υλικών.
Στο πεδίο των πρώτων υλών, η συνεργασία εστιάζει και σε πρακτικές μηδενικής αποδάσωσης, ιδιαίτερα σε κατηγορίες προϊόντων που θεωρούνται υψηλού κινδύνου, όπως το φοινικέλαιο. Η στόχευση αφορά τον περιορισμό αλλαγών χρήσης γης και την προστασία φυσικών οικοτόπων σε όλη την αλυσίδα προμηθειών.
Συνεργασία μετασχηματισμού για το εγχώριο αγροδιατροφικό σύστημα
Ο γενικός διευθυντής του WWF Ελλάς, Δημήτρης Καραβέλλας, ανέφερε ότι η συνεργασία επιδιώκει να λειτουργήσει ως πρότυπο ευρύτερου μετασχηματισμού για το εγχώριο αγροδιατροφικό σύστημα, επισημαίνοντας ότι η επίτευξη ουσιαστικών αλλαγών προϋποθέτει συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων, προμηθευτών και κοινωνικών φορέων. Από την πλευρά της ΑΒ Βασιλόπουλος, ο Brand President της εταιρείας, Νίκος Λαβίδας, υπογράμμισε ότι ο στόχος είναι η επιτάχυνση της μετάβασης σε ένα πιο υπεύθυνο μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης, με έμφαση στην επιστημονική τεκμηρίωση και στην καινοτομία.
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στη γενικότερη στροφή του κλάδου λιανεμπορίου τροφίμων προς στρατηγικές ESG και βιώσιμης ανάπτυξης, σε μια συγκυρία όπου οι περιβαλλοντικές επιδόσεις συνδέονται ολοένα περισσότερο με την ανταγωνιστικότητα, τη χρηματοδότηση και την εταιρική φήμη. Για τις μεγάλες αλυσίδες, η διαχείριση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων δεν περιορίζεται πλέον στις λειτουργικές δραστηριότητες, αλλά επεκτείνεται στο σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας και στις καταναλωτικές συμπεριφορές που επηρεάζουν.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να εξειδικευθούν τα επιμέρους έργα και οι μηχανισμοί παρακολούθησης των στόχων, με τις δύο πλευρές να επιδιώκουν τη δημιουργία ενός πλαισίου που θα μπορεί να αξιολογείται ποσοτικά και να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για τον κλάδο του οργανωμένου λιανεμπορίου στην Ελλάδα.