Το όνομα και το δίλημμα: Ποιος (δεν) φοβάται τον Τσίπρα…
Διαβάζεται σε 6'
Η ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης είχαν επαναπαυθεί στο δίπολο με το ΠΑΣΟΚ, το οποίο, όμως, φαίνεται αδύναμο να τους απειλήσει. Τώρα μπαίνουν στο παιχνίδι νέοι παίχτες και ουδείς γνωρίζει αν θα συνεχιστεί η «ακινησία» όπως την έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια.
- 28 Μαΐου 2026 06:48
Ας το δούμε με (κάπως) αθλητικούς όρους.
Ένας παίχτης που είχε αποχωρήσει από την ενεργό δράση επανέρχεται. Έχει πλούσιο παρελθόν. Πήρε μια πολύ μικρή ομάδα και την οδήγησε στο πρώτο της πρωτάθλημα. Κάτι σαν τη Νάπολη και τον Μαραντόνα.
Έπαιζε στην κορυφή 11 χρόνια (2012-2024), πέτυχε νίκες ανέλπιστες. Ώσπου ήρθε η ηχηρή ήττα από το βασικό του αντίπαλο και αποχώρησε. Και τώρα αποφασίζει να κάνει «καμ μπακ», που λένε συνήθως οι μπασκετικοί. Και μπαίνει στο γήπεδο με νέα ομάδα, που τη φτιάχνει ο ίδιος εξαρχής. Ουδείς γνωρίζει αν θα (ξανα) γίνει Νάπολη ή και Γιουβέντους, Μίλαν, Ίντερ. Και στα καθ’ ημάς δεν ξέρει αν θα γίνει Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός, ΑΕΚ, άντε ΠΑΟΚ (η σειρά με βάση τον αριθμό των τίτλων).
Τι προκαλεί η επανεμφάνιση αυτού του νέου-παλιού παίχτη; Ας περιοριστούμε σε δύο.
Πρώτον, το πιο φυσιολογικό, την περιέργεια. Πώς είναι σήμερα, τι είναι αυτό που κατεβάζει στο γήπεδο, τι πουλιά θα πιάσει;
Δεύτερον, την ανησυχία ή και το φόβο σε άλλες ομάδες και παίχτες. Πώς θα πλασαριστεί, ποια θέση θα καταλάβει στην αρχή, στην πορεία και στο τέλος του «πρωταθλήματος»;
Είναι η περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα. Κι αν ξενίζει η παρομοίωση με τη Νάπολη και τον Μαραντόνα, πόσοι ξέρουν ότι, πριν από αυτόν, η ομάδα του ιταλικού Νότου δεν είχε ούτε ένα πρωτάθλημα; Ακόμα χειρότερα: πριν από τον Τσίπρα, ο χώρος αυτός της παραδοσιακής Αριστεράς κυνηγούσε το 3% της εισόδου στη Βουλή.
Τέρμα τα «αθλητικά», ας έρθουμε στο πολιτικό προκείμενο.
Η περιέργεια ικανοποιήθηκε. Ο τίτλος ΕΛ.Α.Σ προκαλεί. Σε άλλους ιστορικούς συνειρμούς (με τον «Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό» της Κατοχής) και σε άλλους σημερινούς («Ελληνική Αστυνομία»). Και σε κάποιους λίγους «εθνική» ανατριχίλα (είναι αυτοί που δεν ξέρουν ότι η «Ελλάς» γράφεται με δύο «λάμδα»).
Είναι ορατά δύο συναισθήματα: ανησυχία και φόβος.
Πρώτον, ανησυχούν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και οι δικοί του, ενώ δεν θα έπρεπε. Γιατί να ανησυχούν, αφού λένε «δεν μας αφορά»; Αφού ο Τσίπρας είναι μόνο «παρελθόν»; Αφού είναι «ίδιος κι απαράλλαχτος»; Αφού «θέλει να μας γυρίσει δεκαετίες πίσω;». Αν ίσχυαν όλα ή κάποια από αυτά, η ΝΔ και ο Μητσοτάκης δεν θα είχαν καμιά ανησυχία. Όμως, γνωρίζουν ότι ο Τσίπρας δεν είναι παλιός παίχτης σαν την Κωνσταντοπούλου ή τον Βελόπουλο ή νέος σαν την Καρυστιανού. Αυτοί δεν μπορούν να τους απειλήσουν, ο Τσίπρας μπορεί. Το παρελθόν του δεν είναι μόνο «βαρίδι». Μπορεί να γίνει και εφαλτήριο (επ)ανόδου, επειδή το παρόν, αυτό που εκείνοι διαμορφώνουν εδώ και οκτώ χρόνια, δεν αρέσει στη μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων. Και το λένε.
Δεύτερον, φοβάται το ΠΑΣΟΚ, παρά τις ατρόμητες κατά καιρούς δηλώσεις στελεχών του ότι «δεν τους αφορά» αυτό που φτιάχνει ο επανακάμψας Τσίπρας. Για να το υποστηρίξουν, καταφεύγουν σε καταφανώς αβάσιμα έως φαιδρά επιχειρήματα.
Όπως ότι ο Τσίπρας «έχει ηττηθεί τρεις φορές από τον Μητσοτάκη». Παραβλέπουν, όμως, ότι ο Τσίπρας, με ένα πολύ μικρό κόμμα, νίκησε δύο φορές τη ΝΔ κι έφτασε στην κυβέρνηση. Επιπλέον, ο Τσίπρας έχει κατανικήσει έξι φορές το δικό τους κόμμα, το ΠΑΣΟΚ (2012, 2015, 2019 και 2023), ακόμα και όταν ο ίδιος ήταν ηττημένος.
Το τελευταίο επιχείρημα του ΠΑΣΟΚ, ότι ο Τσίπρας μπορεί να… συνεργαστεί σε κυβέρνηση με τη ΝΔ, δείχνει ότι στην ηγετική ομάδα του ΠΑΣΟΚ ο φόβος την οδηγεί σε παραλογισμό. Ο Τσίπρας δεν συνεργάστηκε με τη ΝΔ ούτε θα συνεργαστεί. Αντίθετα, η πιο πρόσφατη συνεργασία που γνωρίζουμε είναι του ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ (2012-2014). Και σήμερα, παρά τη ρητή και κατηγορηματική απόφαση του συνεδρίου του, υπάρχουν υψηλόβαθμα στελέχη του (π.χ Άννα Διαμαντοπούλου) που λένε ότι η ΝΔ είναι αντίπαλος του ΠΑΣΟΚ «μέχρι τις εκλογές».
Στην πολιτική σκηνή υπάρχει σήμερα ένα ζητούμενο ή δίλημμα, που δεν υπήρχε το 2019 και το 2023: ποια κυβέρνηση θα έχουμε την επομένη των επικείμενων εκλογών. Τότε γνωρίζαμε ποιος θα κυβερνήσει.
Σήμερα η ΝΔ εμφανίζεται να προηγείται, αλλά το «Μητσοτάκης ή χάος» δεν περνάει πια. Η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών λέει ότι θέλει αλλαγή κυβέρνησης. Και αυτό είναι που τους φοβίζει. Ο κ. Μητσοτάκης και οι δικοί του δεν αισθάνονται πλέον τη σιγουριά του παρελθόντος, η κυριαρχία τους έχει χαθεί. Μπορεί να μην αισθάνονται ακόμη άμεσα απειλούμενοι. Όμως, όταν το πολιτικό σκηνικό αναδιατάσσεται, δεν μπορούν να είναι ήσυχοι ότι έτσι θα φτάσουν στις εκλογές.
Η ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης είχαν επαναπαυθεί στο δίπολο με το ΠΑΣΟΚ, το οποίο, όμως, φαίνεται αδύναμο να τους απειλήσει. Τώρα μπαίνουν στο παιχνίδι νέοι παίχτες και ουδείς γνωρίζει αν θα συνεχιστεί η «ακινησία» όπως την έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια.
Αυτή η «σιγουριά» ότι όλα είναι δεδομένα και τίποτα δεν αλλάζει μπορεί να αποδειχθεί αυταπάτη. Όπως το έχει πει ο Ιταλός οδηγός αγώνων Μάριο Αντρέτι, «αν νομίζεις ότι τα έχεις όλα υπό έλεγχο, τότε δεν πας αρκετά γρήγορα»…
ΥΓ1:Σχολιάζοντας το όνομα του κόμματος του πρώην πρωθυπουργού(ΕΛ.Α.Σ) ο νυν είπε: «Φαντάζομαι ότι το ΕΑΜ το άφησε στον κ. Πολάκη». Καλό είναι κάποιος να πει στον κ. Μητσοτάκη ότι η ιστορία και τα ιστορικά ονόματα δεν προσφέρονται για, δήθεν, αστεϊσμούς. Κάποιος να τον πληροφορήσει ότι το ΕΑΜ ήταν η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση εναντίον των Γερμανών κατακτητών, στην οποία δεν πρωταγωνίστησαν μόνο αριστεροί. Καλό θα ήταν ένας συνεργάτης του να του δώσει να διαβάσει όσα είχε πει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, παλιός πρωθυπουργός της δικής του παράταξης, το 1982 στη Βουλή, όταν αναγνωριζόταν η Εθνική Αντίσταση και η τότε ΝΔ αποχώρησε. Αν δεν έχει τέτοιο φιλίστορα συνεργάτη, ας διαβάσει εδώ.
ΥΓ2: Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, σχολιάζοντας όσα είπε ο κ. Τσίπρας, έκανε λόγο για «ρητορική αναπαραγωγής των πιο διχαστικών και οπισθοδρομικών συνθημάτων του χθες». Κάποιος να πει στον κ. Μαρινάκη να είναι πιο συγκρατημένος, όταν μιλάει για «τοξικότητα» και «διχαστικά συνθήματα» των άλλων. Διότι πριν από μερικά χρόνια ήταν αυτός που είχε γράψει στο τότε Τwitter: «Τσίπρα, αν ζούσαμε στον εμφύλιο από μένα θα πήγαινες». Το οποίο, προφανώς, δεν ήταν ούτε τοξικό ούτε διχαστικό. Εντάξει, ήταν νεότερος, έκανε λάθος, το ξέρει. Αλλά ας προσέχει τώρα τις λέξεις που χρησιμοποιεί…