ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΘΕΑΣΗ ΣΤΟΝ ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ
Μια συζήτηση με τον Ιωάννη Στεφανίδη, συγγραφέα του βιβλίου «Ο Ψυχρός Πόλεμος – Παγκόσμιος και Ελληνικός».
«Για τους Έλληνες ο Ψυχρός Πόλεμος έληξε το 1974, με την κυπριακή τραγωδία. Τότε, μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένου αντιαμερικανισμού και ουδετεροφιλίας, εγκαταλείφθηκε πλήρως το δόγμα του «από βορράν κινδύνου» και αντικαταστάθηκε από την «εξ ανατολών απειλή».
Τα παραπάνω επισημαίνει στη συνέντευξή μας ο συγγραφέας του βιβλίου «Ο Ψυχρός Πόλεμος – Παγκόσμιος και Ελληνικός» Ιωάννης Στεφανίδης (εκδόσεις Επίκεντρο), που παρέχει στον αναγνώστη μια συνοπτική χαρτογράφηση της περιόδου 1945-1989, σε παγκόσμιο και ελληνικό επίπεδο.
Το βιβλίο δίνει μεταξύ άλλων, 37 χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, μια ευκαιρία πιο νηφάλιας αντιμετώπισης της ιστορίας και του αντίκτυπου του Ψυχρού Πολέμου αλλά και το «τι απέμεινε» τώρα που μπήκαμε στην δεύτερη 25ετία του 21ου αιώνα.
Ο ίδιος μας εξηγεί γιατί κατά τη γνώμη του οι νεανικές, αντιπολεμικές και πολιτισμικές εξεγέρσεις του 1968, ταρακούνησαν μεν αλλά δεν ανέτρεψαν το ψυχροπολεμικό status quo και γιατί «η επανένωση της Γερμανίας εθεωρείτο αδιανόητη τρία μόλις χρόνια πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου».
Η ιδιαιτερότητα του Εμφυλίου στη χώρα μας πως επέδρασε στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό και τι άλλαξε με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο;
Στην Ελλάδα αναμετρήθηκαν, κατά κάποιον τρόπο, οι δύο «κόσμοι» του Ψυχρού Πολέμου, και μάλιστα προτού ακόμα τερματιστούν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και, συνεπώς, η συμμαχία των Δυτικών με τη Σοβιετική Ένωση.
Ο ελληνικός Εμφύλιος προεικόνιζε τις εξελίξεις, καθώς έθεσε αντιμέτωπους τους κομμουνιστές με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις και ενέπλεξε άμεσα τη Βρετανία, σε πρώτο στάδιο (1943-46), και, εμμέσως πλην σαφώς, τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, στην ύστερη φάση του (1946-49). Για τους Αμερικανούς, μάλιστα, η έκβασή του συμβόλιζε την ικανότητά τους να αναχαιτίζουν την κομμουνιστική εξάπλωση με οικονομική και στρατιωτική βοήθεια αλλά χωρίς την εμπλοκή δικών τους στρατιωτών. Το μάθημα αυτό λησμονήθηκε στη νοτιοανατολική Ασία.
Στο εσωτερικό της χώρας, η ψυχροπολεμική διαίρεση αποτυπώθηκε στη διάκριση εθνικοφρόνων και κομμουνιστών. Και οι δύο κατηγορίες απλούστευαν τις διαφοροποιήσεις στην πολιτική και την κοινωνία γύρω από το βασικό δίπολο «Ανατολής-Δύσης». Συνδυαζόταν με το «δόγμα του από βορράν κινδύνου» που εντόπιζε την απειλή στις χώρες του σοβιετικού μπλοκ. Συνυπήρχε επίσης με τη ρητορεία περί «εσωτερικού εχθρού», του κομμουνισμού, που συνδεόταν άμεσα με τον «από βορράν κίνδυνο».
Σε αδρές γραμμές, η αντικομμουνιστική ιδεολογία χρησίμευσε για να νομιμοποιήσει το πλέγμα εξουσίας που κληροδότησε ο εμφύλιος, σε βαθμό που θόλωνε την εικόνα της Ελλάδας ως προπύργιο του «ελεύθερου κόσμου» απέναντι στον «ερυθρό ολοκληρωτισμό».
Στο βιβλίο υποστηρίζω ότι, αν η Ελλάδα εγκατέλειψε την αρένα της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης ήδη από τη δεκαετία του 1970, για τους Έλληνες ο Ψυχρός Πόλεμος έληξε το 1974, με την κυπριακή τραγωδία. Τότε, μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένου αντιαμερικανισμού και ουδετεροφιλίας, εγκαταλείφθηκε πλήρως το δόγμα του «από βορράν κινδύνου» και αντικαταστάθηκε από την «εξ ανατολών απειλή».
Αυτό σήμανε και την οριστική εγκατάλειψη της ψυχροπολεμικής λογικής και του αντικομμουνισμού ως επίσημης κρατικής ιδεολογίας, τα ανοίγματα προς τα κομμουνιστικά καθεστώτα (που συντελέστηκαν μεταξύ 1972 και 1979) και την αποστασιοποίηση, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορείας και εντυπώσεων, από την κοινή γραμμή που υπαγόρευαν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ (μετά τη εκλογική νίκη του Ανδρέα Παπανδρέου, το 1981).
Η ειρωνεία είναι ότι οι χειρονομίες φιλίας και καλής θέλησης προς το ανατολικό μπλοκ έγιναν πολύ αργά για να αποφέρουν απτά οφέλη στην Ελλάδα. Τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού έπνεαν ήδη τα λοίσθια.
Η ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΕΘΕΩΡΕΙΤΟ ΑΔΙΑΝΟΗΤΗ
Θα ήθελα να μου κάνετε μια εκ των υστέρων θέαση της συνομιλίας σας το 1986 με τον μεγαλωμένο στο Βερολίνο Γερμανό φοιτητή για το διαγραφόμενο τότε μέλλον της διαιρεμένης πατρίδας του.
Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η επανένωση της Γερμανίας εθεωρείτο αδιανόητη τρία μόλις χρόνια πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Είχε επικρατήσει η αίσθηση ότι η ψυχροπολεμική διαίρεση, όχι μόνο της Γερμανίας αλλά και της Ευρώπης, ήταν δεδομένη για το απροσδιόριστο μέλλον. Ελάχιστοι είχαν αντιληφθεί τη διάβρωση του υπαρκτού σοσιαλισμού και ακόμα λιγότεροι διακινδύνευαν να προβλέψουν την κατάρρευσή του. Αυτοί οι λίγοι ήταν άνθρωποι που είχαν γεννηθεί και ζήσει σε χώρες του υπαρκτού και είχαν αντιληφθεί τα αδιέξοδα του συστήματος.
Ένας από αυτούς ήταν ο αντιφρονών Αντρέι Αμαλρίκ, ο οποίος, σε έργο του το 1970, προέβλεψε ότι η Σοβιετική Ένωση θα κατέρρεε λόγω των δικών της εσωτερικών αντιφάσεων και της αδυναμίας να προχωρήσει σε δομικές αλλαγές. Η απόπειρα του Γκορμπατσόφ να μεταρρυθμίσει το σύστημα εν τέλει επιτάχυνε το τέλος του.
Τι έγινε το 1968; Επρόκειτο για πολιτιστική εξεγερσιακή πινελιά που απείλησε αλλά δεν ανέτρεψε το ψυχροπολεμικό status quo;
Παρά την αίγλη που απολαμβάνει ως μέρος της λαϊκής, ιδίως της νεανικής, κουλτούρας, το «1968» ταρακούνησε αλλά δεν ανέτρεψε το πολιτικό status quo, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στο εσωτερικό των κρατών, τα οποία επηρεάστηκαν από ένα γενικευμένο κύμα αμφισβήτησης με πολύ διαφορετικές αφετηρίες και στοχεύσεις.
Στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, για παράδειγμα, η «Πολιτιστική Επανάσταση» ως κίνημα αμφισβήτησης κάθε αυθεντίας πλην εκείνης που περιείχε το «μικρό κόκκινο βιβλίο» του Μάο υποκινήθηκε από τον ίδιο τον «μεγάλο τιμονιέρη» σε μια προσπάθεια να αναβαπτίσει την εξουσία του έπειτα από οδυνηρές αποτυχίες που κόστισαν τη ζωή σε εκατομμύρια πολίτες.
Στον αντίποδα, βρέθηκε η Τσεχοσλοβακία. Εκεί, το πείραμα του κομμουνισμού «με ανθρώπινο πρόσωπο», δηλαδή της μετεξέλιξης του καθεστώτος σε πιο φιλελεύθερη κατεύθυνση, τερματίστηκε απότομα και άδοξα. Η επέμβαση στρατευμάτων της ΕΣΣΔ και δορυφόρων της σκοπό είχε να αναχαιτίσει τις μεταρρυθμιστικές τάσεις οπουδήποτε στο σοβιετικό στρατόπεδο, διαψεύδοντας τις προσδοκίες που είχε καλλιεργήσει η λεγόμενη «Άνοιξη της Πράγας».
Από την άλλη πλευρά, στη Δυτική Ευρώπη, οι νεανικές εξεγέρσεις είχαν επίκεντρο τα λαμπρά πανεπιστήμια των ανεπτυγμένων δυτικών χωρών. Πρωτοστάτησαν νέοι που είχαν μεγαλώσει σε συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης και κράτους πρόνοιας χωρίς προηγούμενο. Εκδήλωναν, όμως, απέχθεια στο σύστημα που τους είχε εξασφαλίσει ευμάρεια, τον καπιταλισμό, καταδίκαζαν την πολιτική των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεών τους, και έδειχναν να εμπνέονται από είδωλα του κομμουνιστικού κινήματος, όπως ο Μάο, ο Fidel Castro ή ο Αργεντινός σύντροφός του, ο Ernesto ‘Che’ Guevara.
Τα αιτήματα για ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα και οι διώξεις των αντιφρονούντων στις κομμουνιστικές χώρες ελάχιστα συγκινούσαν τους εξεγερμένους νέους στη Δυτική Ευρώπη, οι οποίοι εκστασιάζονταν από τις περίτεχνες θεωρητικέςκατασκευές της «μεταμοντέρνας» διανόησης, μαρξίζουσας και μη.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα. Εκεί, εκατομμύρια νέοι κινδύνευαν να βρεθούν στα πεδία του «βρώμικου» πολέμου στο Βιετνάμ. Πολλοί από αυτούς έβρισκαν στην ανώτατη εκπαίδευση ένα καταφύγιο από το δόκανο των στρατολογικών γραφείων.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο άμεσος αντίκτυπος του «1968» υπήρξε αμελητέος. Ο γαλλικός «Μάης» έπληξε την εικόνα παντοδυναμίας του de Gaulle, αλλά η παράταξή του θα παρέμενε στην εξουσία επί δεκατρία ακόμα χρόνια.
Στη Δυτική Γερμανία, το αριστερό κίνημα διαμαρτυρίας που καταδίκαζε τον δυτικό ιμπεριαλισμό και καλούσε σε συμπαράταξη με τους Βιέτ Κονγκ ή τους Κουβανούς επαναστάτες, ελάχιστη απήχηση είχε στην κοινωνία. Ωστόσο, από τις τάξεις του κινήματος αυτού ξεπήδησε η ένοπλη οργάνωση Φράξια Κόκκινος Στρατός, η οποία, όπως και οι Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία, επιδόθηκαν σε τρομοκρατικές ενέργειες με δεκάδες θύματα.
Οι διασυνδέσεις οργανώσεων αυτού του τύπου με μυστικές υπηρεσίες, ιδίως της ΛΔΓ, και παλαιστινιακές οργανώσεις αποτελούν ένα μικρό αλλά ιδιαίτερα σκοτεινό κεφάλαιο του Ψυχρού Πολέμου.