ΕΡΙΚ ΚΑΝΤΟΝΑ ΣΤΟ NEWS24/7: “ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΚΑΝΑ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΛΑΘΟΣ ΛΟΓΟΥΣ”
Ο θρυλικός ποδοσφαιριστής μίλησε αποκλειστικά στο NEWS24/7 από το φεστιβάλ Καννών για τον Άλεξ Φέργκιουσον, για το ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, και για την προσπάθειά του να είναι πάντα ελεύθερος.
«Εγώ αποδέχομαι αυτό που είμαι», μου λέει ο Ερίκ Καντονά, με μια τέτοια σιγουριά στην έκφραση και στη γλώσσα του σώματός του, που νιώθεις πως δεν έχει υπάρξει ποτέ αβέβαιος για κάτι που αφορά τον εαυτό του.
«Σήμερα ακούω Νικ Κέιβ, αύριο Παβαρότι. Ξέρω τι είμαι. Ξέρω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι μέσα στο κεφάλι μου. Ναι, είμαστε πολλοί εκεί μέσα!», γελάει.
Μοιάζει φοβερά επιβλητικός από κοντά, κι όχι μόνο επειδή είναι ο Καντονά. Ξέρετε, κάποιοι άνθρωποι κουβαλάνε τόσο έντονα και αβίαστα την ίδια τους τη μυθολογία που νιώθεις ότι έχεις έρθει σε επαφή με κάτι το εξωγήινο. Πώς του αρέσει και του ίδιου να το λέει;
Α, ναι. «Δεν είμαι άνθρωπος. Είμαι ο Καντονά!»
Έχει πολλές φράσεις εμβληματικές που έχει πει κατά καιρούς εκτός από αυτή. Στην ερώτηση «ποιο είναι το αγαπημένο γκολ της καριέρας σου;» έχει απαντήσει εμβληματικά λέγοντας «δεν ήταν γκολ. Ήταν μια πάσα!». (Ναι, φυσικά πήγαμε να το παίξουμε έξυπνοι και τον ρωτήσαμε κι εμείς το ίδιο.)
Φυσικά υπάρχει και το ιστορικό «Όταν οι γλάροι ακολουθούν τις τράτες, το κάνουν επειδή πιστεύουν ότι οι σαρδέλες θα πεταχτούν ξανά στη θάλασσα», ένας συμβολικός τρόπος να πει στους δημοσιογράφους να σταματήσουν να τον ξεζουμίζουν όποτε μυρίζονται σκάνδαλο. Το οποίο σκάνδαλο τότε ήταν η κλωτσιά-καράτε που είχε ρίξει σε έναν αντίπαλο χούλιγκαν στο παιχνίδι με την Κρίσταλ Πάλας.
Μια ενέργεια που ο ίδιος ο Καντονά ποτέ δεν αποκήρυξε, και που επανέρχεται φυσικά και στο πολύ δυνατό ντοκιμαντέρ Cantona που είδαμε σε παγκόσμια πρεμιέρα στις φετινές Κάννες. Εκεί, ο Καντονά δεν βλέπει εκείνη τη στιγμή σαν κάτι το ντροπιαστικό ή κάτι για το οποίο μετανιώνει, αλλά για μια εκρηκτική και ζημιογόνα μεν, επίθεση σε έναν ρατσιστή χούλιγκαν, δε. Σα να λέει: Γιατί πρέπει εγώ επειδή είμαι ποδοσφαιριστής, να ανεχτώ αυτά τα αίσχη;
Ναι, είναι ο Καντόνα – αλλά είναι και άνθρωπος.
«Ποτέ δεν έκανα κάτι για λάθος λόγους» μου λέει κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας στις Κάννες, και θα μπορούσε να αναφέρεται σε αμέτρητα διαφορετικά σημεία μιας εκρηκτικής καριέρας, αλλά και πολύ πέραν αυτής. Είπαμε: Η σιγουριά που αποπνέει είναι κάτι το αδιανόητο.
Έχει διαρκώς ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο, σα να αποδέχεται πλήρως τη θέση του μέσα σε ένα δημόσιο οικοσύστημα προσωπικοτήτων: Γελάει όταν λέμε πως μισεί να μιλάει με δημοσιογράφους σαν εμάς και το διασκεδάζει σα να έχει μπει σε ρόλο, καθώς με απολαυστικά meta τρόπο αρχίζει να απαντάει τις διάσημες ατάκες του όταν ρωτάμε για το αγαπημένο του γκολ.
Αλλά ταυτόχρονα μοιάζει… πώς να το θέσω αλλιώς; Με ένα βουνό. Ο συνδυασμός της σωματικότητάς του με το larger than life της περσόνας του τον κάνει να μοιάζει αληθινός γίγαντας. Και παρολαυτά δε φοβάται να ανοιχτεί ή να εμφανίσει συναισθηματικότητα.
Μιλάει για τη σχέση του με την τέχνη, και για τους αγαπημένους του καλλιτέχνες – συγγραφείς, μουσικούς, κινηματογραφιστές. Ανοίγεται για το πώς βλέπει τον Άλεξ Φέργκιουσον, κάτι που αποτελεί και τον αφηγηματικό πυρήνα του ντοκιμαντέρ. Θαυμάζει τον Κεν Λόουτς και τον Πολ Λάβερτι που ακόμα και σε ένα context σαν αυτό των Καννών, μιλούν πάντα για κοινωνικά ζητήματα – αναφέρεται συγκεκριμένα μάλιστα στις δηλώσεις του Λάβερτι για τη γενοκτονία στη Γάζα, λίγες μέρες νωρίτερα, την πρώτη μέρα διεξαγωγής του φεστιβάλ.
«Στη ζωή μου γνώρισα τρεις σπουδαίους που με βοήθησαν», λέει σε μια στιγμή αναστοχασμού. «Γκι Ρου, Άλεξ Φέργκιουσον και Κεν Λόουτς».
Δε φοβάται το συναισθηματισμό: Μιλάει για το πόσα σήμαινε για αυτόν να δει στο ντοκιμαντέρ τους γονείς του να μιλάνε για εκείνον – η μητέρα του έχει έκτοτε φύγει από τη ζωή – αλλά και το πόσο σημαντικό είναι για τα παιδιά του, να έχουν ένα πορτρέτο για εκείνον σαν αυτό που σχηματίζει η ταινία. Δηλαδή δίκαιο, σκληρό αλλά ανθρώπινο, κατανοητικό, και πάνω από όλα αναπολογητικό.
Η ταινία, σε σκηνοθεσία των έμπειρων στο είδος Ντέιβιντ Τράιχορν και Μπεν Νίκολας, αποφεύγει να έχει ένα σωρό συνεντεύξεις με ό,τι άνθρωπο συνάντησε ποτέ ο Καντονά, και δεν ενδιαφέρεται για τους τίτλους ή για μια τυπική καταγραφή όλης της καριέρας του. Αντιθέτως, είναι πλήρως εστιασμένο σε τρεις σεζόν στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, και στη σχέση του Καντονά αφενός με τον εαυτό του κι αφετέρου με τον Άλεξ Φέργκιουσον – ο οποίος είναι σχεδόν ο μοναδικός που μιλάει στην κάμερα εκτός του ίδιου του Καντονά.
Ως εκ τούτου, η ταινία βγάζει κάτι το πατρικό απέναντι στον ιδιοσυγκρασιακό ποδοσφαιριστή-καλλιτέχνη. Και φυσικά έναν τεράστιο θαυμασμό, γιατί ακόμα και τις σκοτεινές στιγμές του Καντονά, τις πλησιάζει αναπολογητικά, χωρίς να κρύβει τι συνέβη, αλλά τοποθετώντας το μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ζωής και –ναι– της μυθολογίας του γάλλου.
Μια μέρα μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του Cantona στο 79ο φεστιβάλ Καννών (η ταινία βρίσκεται σε αναζήτηση διανομής στην Ελλάδα), μαζί με λίγους συναδέλφους καθίσαμε σε ένα άνετο σαλόνι με τον ίδιο τον Καντονά, και τον σκηνοθέτη του φιλμ Ντέιβιντ Τράιχορν (ο οποίος μας τονίζει πριν ξεκινήσουμε πως ο ίδιος είναι φαν της Λίβερπουλ, και δεν ήταν ποτέ οπαδικό το ενδιαφέρον του για τον Καντονά), για να προσπαθήσουμε να αποκωδικοποιήσουμε την περσόνα του αληθινά μοναδικού αυτού σταρ.
Ή, ποιον κοροϊδεύουμε; Για να ανταλλάξουμε μερικά τσιτάτα μαζί του.
Ντέιβιντ, είσαι hardcore ποδοσφαιρόφιλος;
Ντέιβιντ Τράιχορν: Μου αρέσει, αλλά νομίζω πως πάντα με ενδιαφέρουν περισσότερο οι ιστορίες έξω από το ποδόσφαιρο. Η μεγαλύτερη ιστορία γύρω από αυτό, υποθέτω. Και η ιστορία του Ερίκ είναι ίσως πιο μοναδική από οποιουδήποτε άλλου ποδοσφαιριστή έχει υπάρξει.
Ερίκ, έχουμε τόσους ποδοσφαιριστές που προσπαθούν τόσο πολύ να ελέγξουν την εικόνα τους, το brand τους, το αφήγημα γύρω από τον εαυτό τους. Εδώ όμως με εσένα έχουμε μια τελείως διαφορετική περίπτωση. Για εσένα, ήταν αυτό ένας μηχανισμός άμυνας ή αντίδρασης απέναντι σε αυτή την τάση ελέγχου της εικόνας;
Ερίκ Καντονά: Εγώ προσπαθώ να ελέγχω την εικόνα αυτού που πραγματικά είμαι. Και νομίζω πως οι περισσότεροι άνθρωποι προσπαθούν να ελέγχουν την εικόνα αυτού που οι άλλοι περιμένουν από αυτούς. Είναι μεγάλη η διαφορά.
Εγώ αποδέχομαι αυτό που είμαι. Και ξέρω ότι σήμερα μπορώ να πω κάτι και αύριο να πω κάτι άλλο. Σήμερα μπορεί να ακούω Νικ Κέιβ και αύριο να ακούω Παβαρότι. Ή να ακούω Σούμπερτ και Σοπέν. Αυτή είναι η ζωή μου. Και εγώ, ξέρω τι είμαι. Ξέρω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι μέσα στο κεφάλι μου. Ναι, είμαστε πολλοί εκεί μέσα!
Οπότε προσπαθώ να ελέγχω αυτή την ελευθερία.
Και όταν κάνω κάτι… ενστικτωδώς είτε μου αρέσει είτε δεν μου αρέσει. Δεν κάνω ποτέ κάτι που δεν μου αρέσει. Διαβάζω ένα σενάριο: ενστικτωδώς το αγαπάω, θέλω να το κάνω. Δεν θέλω να λέω στον εαυτό μου… [σκέφτεται]
Ποτέ δεν έκανα κάτι για λάθος λόγους. Ακόμα κι όταν κάνω διαφημίσεις. Διαβάζω το σενάριο και λέω στον εαυτό μου: «Α, αυτό θα το απολαύσω». Θα το απολαύσω. Και ο κόσμος της διαφήμισης χρησιμοποιεί εμένα, αλλά κι εγώ χρησιμοποιώ αυτούς. Έτσι έγινα ηθοποιός, για παράδειγμα. Γιατί ο κόσμος με έβλεπε στις διαφημίσεις και ήθελε μετά να δουλέψει μαζί μου. Οπότε εκείνοι χρησιμοποιούν εμένα κι εγώ αυτούς.
Προσπαθώ λοιπόν όσο πιο σκληρά, να είμαι όσο πιο ελεύθερος γίνεται. Όσο πιο ελεύθερος γίνεται.
Μιλάς για ελευθερία, και στην ταινία…
Ερίκ Καντονά: Ε, καμιά φορά πρέπει να κάνεις πράγματα που δεν θέλεις πραγματικά να κάνεις.
Όπως να συναντάς δημοσιογράφους…
Ερίκ Καντόνα: Όπως τώρα, ναι! [γελάμε]
Το απολαμβάνω περισσότερο, γιατί πιστεύω πως είχα μια πολύ καλή, πολύ συναρπαστική σχέση με τους δημοσιογράφους. Ακόμα και στο ντοκιμαντέρ, νομίζω ότι υπάρχουν τρεις βασικοί χαρακτήρες εκτός από εμένα. Ο Άλεξ Φέργκιουσον, ο Γκι Ρου, και οι δημοσιογράφοι. Είναι μέρος της δραματουργίας του ντοκιμαντέρ.
Και παίζετε μαζί μου. Εγώ παίζω μαζί σας. Με αγαπάτε, με μισείτε, μετά με αγαπάτε, μετά λέτε κάτι κακό και αύριο θα πείτε κάτι άλλο. Και το αποδέχομαι αυτό. Αυτός είναι ο κόσμος ενός δημόσιου προσώπου.
Μιλάς για τον Άλεξ Φέργκιουσον, και αυτό ήθελα να σε ρωτήσω: η ελευθερία που σου έδωσε. Γιατί ακούμε συχνά να λένε ότι υπήρχαν κανόνες για όλους, και μετά υπήρχε ένας ειδικός κανόνας για τον Ερίκ. Ότι δηλαδή ο προπονητής αποφάσιζε τα πάντα για όλη την ομάδα, αλλά με σένα υπήρχε διαφορετική αντιμετώπιση. Σα να ήξερε πως έπρεπε να σου δώσει ελευθερία για να εκφράσεις αυτό που είσαι.
Ερίκ Καντονά: Νομίζω ότι ο Άλεξ Φέργκιουσον είχε μια συμπεριφορά… [σκέφτεται, σταματά] Γι’ αυτό είναι ένας από τους κορυφαίους όλων των εποχών. Σε παίρνει έτσι όπως είσαι, με την προσωπικότητά σου. Προσπαθεί να σε καταλάβει. Προσπαθεί να σε βοηθήσει να εκφράσεις τον εαυτό σου στο 100%. Προσπαθεί να σε βοηθήσει.
Δεν έχουν όλοι την ίδια δυνατή προσωπικότητα. Αλλά μπορούσε να διαχειριστεί κάθε είδους προσωπικότητα και να βοηθήσει όλους αυτούς τους ανθρώπους να παίξουν μαζί. Οπότε ήμουν μέρος αυτού. Και ένιωθε ότι εγώ χρειαζόμουν αυτή την ελευθερία. Κι είναι αλήθεια. Χρειαζόμουν αυτή την ελευθερία για να εκφραστώ.
Οι άλλοι ίσως χρειάζονταν κάτι διαφορετικό. Κι εκείνος ήξερε ότι χρειάζονταν κάτι διαφορετικό. Και έτσι εξέφραζαν κι εκείνοι τον εαυτό τους στο 100%. Γι’ αυτό ήταν σπουδαίοι. Φυσικά γιατί ήταν και σπουδαίοι παίκτες. Τους βοήθησε από τότε που ήταν 15 χρονών. Εγώ ήρθα αργότερα.
Ντέιβιντ, πώς σου φάνηκε ο Φέργκιουσον;
Ντέιβιντ Τράιχορν: Νομίζω ότι στα αγγλικά media έχουμε συνηθίσει να τον βλέπουμε σαν έναν αδίστακτο πειθαρχικό τύπο. Και αυτό που προσπαθήσαμε να αναδείξουμε, ειδικά μέσα από το αρχειακό υλικό που βρήκαμε, ήταν στην πραγματικότητα ένας πολύ πιο ζεστός άνθρωπος, με πολύ ανοιχτή και άνετη σχέση με τους παίκτες.
Και νομίζω ότι αυτό φαίνεται στο αρχείο της ταινίας. Ακόμα κι όταν του κάνουν ερωτήσεις για τον Ερίκ, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι πάντα να τον βάζει μπροστά. Είναι πάντα έτοιμος να τον υπερασπιστεί.
Και τώρα πια είναι ένας πολύ μεγαλύτερος άνθρωπος, πολύ ευγενικός, με εκπληκτική μνήμη για τα πάντα. Και είναι ξεκάθαρο ότι εξακολουθεί να έχει τεράστιο σεβασμό και αγάπη για τον Ερίκ.
Ερίκ, η πραγματικότητα της σχέσης σου με τον Φέργκιουσον ποια ήταν;
Ερίκ Καντονά: Ήταν σχέση πατέρα-γιου. Και γι’ αυτό νομίζω ότι αυτό το ντοκιμαντέρ είναι διαφορετικό από τα άλλα. Θα μπορούσε να ήταν ταινία μυθοπλασίας, θα μπορούσε να ήταν ερωτική ιστορία.
Αλλά ακολουθούμε κάποιον που προσπαθεί να καταλάβει τον εαυτό του. Ή που προσπαθεί να είναι όσο πιο ελεύθερος γίνεται, και υπάρχει κάποιος που τον βοηθά να το πετύχει αυτό. Και μετά υπάρχει το αποτέλεσμα, να προσπαθούν να κερδίσουν δηλαδή. Μετά υπάρχει σύγκρουση. Και υπάρχουν οι δημοσιογράφοι στη μέση.
Υπάρχει σχέση γιου και πατέρα με τον Γκι Ρου και με τον Άλεξ Φέργκιουσον. Υπάρχουν πολλά. Υπάρχει πολλή δραματουργία. Νομίζω ότι είναι κάτι περισσότερο από ντοκιμαντέρ. Αυτό ήθελα όταν δέχτηκα να το κάνω. Το είχα πει εξαρχής, ότι ήθελα αυτό το ντοκιμαντέρ να είναι διαφορετικό, πιο καλλιτεχνικό. Όχι σαν τα υπόλοιπα.
Τους εμπιστεύτηκα, ήταν ελεύθεροι να κάνουν ό,τι ήθελαν. Και το αποτέλεσμα ήταν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι περίμενα, γιατί βρήκαν τη σωστή γωνία. Γι’ αυτό είναι τόσο συγκινητικό και γι’ αυτό χθες, μετά την προβολή, ήμουν κι εγώ πολύ συγκινημένος.
Γιατί είναι η ιστορία μου. Μπορεί να σκέφτεσαι τη νοσταλγία ή δεν ξέρω τι. Αλλά βλέπω τον πατέρα μου. Βλέπω τη μητέρα μου, που πέθανε τον περασμένο Αύγουστο. Οπότε ναι, φυσικά ήταν πολύ συγκινητικό. Αλλά μπορούσα επίσης να δω ότι και ο κόσμος ήταν πολύ συγκινημένος.
Γιατί στο τέλος της ημέρας δεν αφηγείται την ιστορία του Ερίκ Καντονά. Αφηγείται την ιστορία κάποιου ανθρώπου. Ενός ανθρώπινου όντος. Και ενός μάνατζερ. Ακολουθούμε αυτή την ιστορία. Δεν μας νοιάζει ο Καντονά , δεν μας νοιάζουν τα γκολ που έβαλε. Απλώς ακολουθούμε την… trajectoire;
Την τροχιά, ναι.
Ερίκ Καντονά: …ενός ανθρώπινου όντος, ναι. Και του μάνατζέρ του. Κι αυτό δημιουργεί συγκίνηση γιατί ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα σε μια τέτοια ιστορία. Γι’ αυτό είναι πολύ συγκινητικό για όλους, αγγίζει τους πάντες.
Ντέιβιντ Τράιχορν: Προσπαθούσαμε πάντα να μείνουμε μέσα στο τόξο της ιστορίας. Ένας από τους λόγους που περιορίσαμε τόσο πολύ τις φωνές στην ταινία, και μιλήσαμε με τόσο λίγους συνεντευξιαζόμενους, είναι ότι δεν ήθελα πολλούς πρώην συμπαίκτες να λένε «ο Ερίκ ήταν αυτό», «ο Ερίκ ήταν υπέροχος», «ο Ερίκ ήταν φανταστικός».
Θέλαμε η ταινία να μοιάζει αυθεντικά σαν να βρίσκεται κυρίως μέσα στη φωνή του Ερίκ, και να είναι αληθινή στον τρόπο που εκείνος βλέπει τα πράγματα. Και αυτό συμβαίνει. Γιατί ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνεις σε ένα ντοκιμαντέρ είναι να περάσεις ατελείωτο χρόνο ψάχνοντας και βλέποντας αρχειακό υλικό. Γιατί αυτό θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και τη μορφή της ταινίας.
Και αυτό που μας έκανε εντύπωση ήταν ότι σε συνεντεύξεις που έδινες στα 20 σου έλεγες σχεδόν ακριβώς τα ίδια πράγματα που λες και τώρα.
Ο ΚΑΝΤΟΝΑ ΠΑΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΑΝΤΟΝΑ
Κάποια στιγμή στη διάρκεια της κουβέντας ρωτάμε τον Καντονά ποιο είναι το τελειότερο γκολ που έβαλε στην καριέρα του. Δεν θέλει πια να μιλάει πολύ για ποδόσφαιρο, δεν είναι πια μέρος της προσωπικότητάς του (διαβάστε και τη συνέχεια της κουβέντας μας για να το διαπιστώσετε) αλλά είναι δύσκολο να αντισταθείς σε μια τέτοια ερώτηση.
Εκείνος κατευθείαν χαμογέλασε πριν απαντήσει, σα να διέκρινε πως τώρα είναι η ώρα να “παίξει τα χιτάκια”, να απαντήσει την ερώτηση όχι ως άνθρωπος-Ερίκ, αλλά ως περσόνα-Καντονά. «Δεν ήταν γκολ», ξεκινάει, και το χαμόγελό του φτάνει μέχρι τα αυτιά καθώς βλέπει πως αναγνωρίζουμε την ατάκα που πάει να πει – σα να είμαστε συνεννοημένοι, όλοι συμμετέχοντες στο ίδιο in-joke.
«Ήταν μια πάσα», συμπληρώνει υψώνοντας τον δείκτη του, σα να λέει “κοίτα τώρα, τι θα σου εξηγήσω”. Γελάμε, και συνεχίζει, σα να λέει: “αφού θες το σόου, θα παίξω όλους τους διαλόγους”.
«Δεν είμαι άνθρωπος… είμαι ο Καντόνα!», λέει γελώντας.
Ποδόσφαιρο εξακολουθείς να παρακολουθείς;
Ερίκ Καντονά: Όχι, όχι, όχι.
Δηλαδή δεν θα δεις το Μουντιάλ;
Ερίκ Καντονά: Κάποια παιχνίδια, ίσως. Αν παίζει κάποιος που θέλω να δω, θα το δω. Αυτό είναι όλο.
Δεν παρακολουθώ πια ποδόσφαιρο. Όχι επειδή πιστεύω ότι παλιά ήταν καλύτερο, απλώς επειδή με ενδιαφέρουν άλλα πράγματα.
Θεωρείς ότι είναι πιο αποστειρωμένο σε σχέση με τα ’90s;
Ερίκ Καντονά: Νομίζω πως… ξέρεις, και στα ‘90s και στα ‘80s και στα ‘70s, πάντα υπήρχαν παίκτες που ήταν διαφορετικοί. Πάρε τον Τζορτζ Μπεστ, πάρε τον Μαραντόνα… πάρε τον ΜάκΕνρο!
Εσύ ας πούμε, θα μπορούσες να έχεις την ίδια καριέρα σήμερα πιστεύεις;
Ερίκ Καντόνα: Ναι, ναι. Φυσικά! Αν βάζεις γκολ, τότε τα καταφέρνεις. [γελάμε]
Οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές μένουν κάπως μέσα στο ποδόσφαιρο. Γίνονται σχολιαστές ή προπονητές. Εσύ δεν το έκανες ποτέ αυτό. Είπες ότι σε ενδιαφέρουν άλλα πράγματα. Προτιμούσες άρα να εξερευνήσεις όλες αυτές τις άλλες πλευρές του εαυτού σου, την καλλιτεχνική σου πλευρά, την υποκριτική;
Ερίκ Καντονά: Με ενδιέφερε η τέχνη από παιδί. Και πάντα έλεγα, όταν ήμουν 20, 25 χρονών, ότι θα παίζω ποδόσφαιρο όσο έχω πάθος για το παιχνίδι, όσο έχω αυτή τη φλόγα μέσα μου. Όταν τη χάσω, θα σταματήσω. Θα αποσυρθώ.
Και αυτό έκανα.
Ήσουν πάντα κάπως ποιητής, μέσα κι έξω από το γήπεδο. Φανταζόσουν πάντα μια εντελώς διαφορετική καριέρα;
Ερίκ Καντονά: Ναι, φυσικά. Ήμουν σίγουρος ότι θα δοκίμαζα. Αλλά ας πούμε με την υποκριτική ποτέ δεν ξέρεις, εξαρτάσαι από την επιθυμία των άλλων. Από το αν ένας σκηνοθέτης θέλει να σε έχει σε μια ταινία ή ένας παραγωγός θέλει να συνεργαστεί μαζί σου. Δεν το ελέγχω εγώ.
Οπότε στην αρχή το δοκίμασα. Και μετά, εμπειρία με την εμπειρία, γινόμουν όλο και καλύτερος. Και τώρα το κάνω τόσα χρόνια. Περισσότερα απ’ όσα κράτησε η ποδοσφαιρική μου καριέρα!
Ήμουν σίγουρος ότι θα δοκίμαζα να γράψω. Να παίξω μουσική. Να τραγουδήσω. Να παίξω ως ηθοποιός. Αλλά σήμερα μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις κι από το σπίτι σου. [γελώντας] Ή να τραγουδήσεις, στο ντους σου.
Ή να ζωγραφίσεις.
Ερίκ Καντονά: Ή να ζωγραφίσεις! Ναι, μπορείς. Αν δεν έχεις την ανάγκη να πουλήσεις πίνακες.
Και είμαι τυχερός γιατί… έχω τα χρήματα. Οπότε μπορώ να εκφράζομαι, κατάλαβες; Είμαι ελεύθερος να εκφράζομαι, είμαι τυχερός. Γιατί κάποιοι άνθρωποι, φυσικά, αναγκάζονται να κάνουν πράγματα για να βγάλουν χρήματα. Για να πληρώσουν το νοίκι, το σχολείο των παιδιών…
Είχες έρθει στις Κάννες παλιότερα με το Αναζητώντας τον Έρικ. Τη θυμάσαι ακόμα με αγάπη τη συνεργασία με τον Κεν Λόουτς;
Ερίκ Καντονά: Λατρεύω τον Κεν. Είναι ένας από τους πιο όμορφους ανθρώπους που γνώρισα ποτέ στη ζωή μου. Με τόση ταπεινότητα, τόση ανθρωπιά, τόσο χιούμορ. Τον αγαπώ πραγματικά.
Στη ζωή μου γνώρισα τρεις σπουδαίους ανθρώπους που με βοήθησαν… Ο Γκι Ρου, ο Άλεξ Φέργκιουσον και ο Κεν Λόουτς. Ο Κεν Λόουτς κάνει υπέροχες ταινίες, φυσικά. Κοινωνικές ταινίες.
Νοιάζεται πραγματικά για τους ανθρώπους και δεν αλλάζει ποτέ. Έχει τις ιδέες του για πολλά πράγματα και τις υποστηρίζει, ό,τι κι αν πουν γι’ αυτές. Και κάποιες φορές παίρνει θέσεις που μπορεί να είναι δύσκολες.
Εγώ δεν πιστεύω ότι είναι δύσκολες, αλλά για κάποιους ανθρώπους μπορεί να είναι. Και είναι πάντα εκεί. Το ίδιο και ο Πολ Λάβερτι, ο σεναριογράφος του. Είναι μέλος της επιτροπής φέτος.
Είναι καλό να έχεις τέτοιους ανθρώπους γύρω σου. Και ειδικά στις Κάννες. Ξέρεις, όταν βλέπεις τόσα πράγματα… [δείχνει τριγύρω μας, το ξενοδοχείο που γίνεται η συνέντευξη, τη θέα της Κρουαζέτ από ψηλά] Influencers… ξέρεις. Όλα αυτά, τα πάντα. Είναι καλό να έχεις κάποιον σαν τον Πολ, που μιλάει για πράγματα όπως πριν λίγες μέρες που μίλησε για την Γάζα. Ή τον Κεν, όταν έρχεται στις Κάννες.
Έχεις σκεφτεί ποτέ να σκηνοθετήσεις μεγάλου μήκους ταινία;
Ερίκ Καντονά: Έχω σκηνοθετήσει μια μικρού μήκους, βασισμένη σε ένα μυθιστόρημα του Τσαρλς Μπουκόφσκι, το Bring Me Your Love. Γιατί αυτό που μου αρέσει στη μικρού μήκους είναι ότι μπορώ να πληρώσω για να τη φτιάξω. [γελάμε]
Οπότε είναι πραγματικά δική σου ταινία. Δεν είμαι αρκετά πλούσιος ακόμα για μεγάλου μήκους. Όχι ακόμα! Οπότε οι μικρού μήκους είναι εντελώς ελεύθερες. Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Και πραγματικά λατρεύω τον κόσμο του Μπουκόφσκι.
Είσαι και φαν του Μποντλέρ; Γιατί στη διάρκεια της ταινίας λες: “Je suis la fleur du mal”. [σσ. “Είμαι το άνθος του κακού”.]
Ερίκ Καντονά: Α, ναι, ναι!
Ντέιβιντ Τράιχορν: Νομίζω ότι αυτή η συλλογή ποιημάτων βοηθά να εξηγήσει τον χαρακτήρα του Ερίκ. Το εξηγεί και ο ίδιος. Ένα από τα πράγματα που βρίσκω συναρπαστικά στον Ερίκ είναι ότι αποδέχεται όλες του τις αντιφάσεις.
Και πρέπει να έχεις αντιφάσεις. Αυτό σημαίνει να ζεις, αυτό είναι η ζωή. Είσαι ατελής. Όλοι είμαστε ατελείς! Και αυτή ήταν η οπτική μέσα από την οποία θέλαμε να δούμε τον Ερίκ. Αυτή η ποιητική συλλογή το συνοψίζει τέλεια.
Νομίζω ότι εκείνο το μεσαίο κομμάτι της ταινίας, όπου ο Ερίκ λέει «μπορώ να είμαι υποκριτής, δεν έχω πάντα τη μεγαλύτερη ακεραιότητα, όπως όλοι μας», είναι ακριβώς αυτό. Κι αυτό είναι που κάνει τον Ερίκ τόσο συναρπαστικό θέμα για ένα ντοκιμαντέρ. Διότι δεν πρόκειται να ξεπλύνει την ίδια του την εικόνα.
Είναι πρόθυμος να δείξει: «Αυτός είμαι. Αυτή είναι η ζωή που έζησα. Αυτός θέλω να είμαι.»
Υπήρχε κάτι στην ταινία που σε ενόχλησε;
Ερίκ Καντονά: Υπήρχε απόλυτη ελευθερία για την ταινία, και ήμουν χαρούμενος με αυτήν, μου άρεσε πολύ. Αν είχα κάτι να πω, θα το έλεγα. Αλλά όχι! Τους πήρα τηλέφωνο για να τους συγχαρώ.
Ήταν… περισσότερο απ’ ό,τι περίμενα. [χαμογελάει] Αλλά το αγαπώ. Και θα είναι κάτι υπέροχο για τα παιδιά μου.
Η ταινία Cantona αναζητά ελληνική διανομή. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο 79ο φεστιβάλ Καννών.