Sinna Nasseri

ΣΤΟ “PRIMETIME” Ο ΡΟΜΠΕΡΤ ΠΑΤΙΝΣΟΝ ΚΥΝΗΓΑ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΥΣ ΘΗΡΕΥΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΗΛΕΘΕΑΣΗ

Μια από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες του 83ου φεστιβάλ Βενετίας βρίσκει τον Πάτισον σε τρομερή φόρμα, να υποδύεται τον παρουσιαστή Κρις Χάνσεν, της δημοφιλούς και αμφιλεγόμενης εκπομπής “To Catch a Predator”.

Πάντα μας αρέσει να ψάχνουμε τάσεις και κοινά στοιχεία μέσα από τις φεστιβαλικές επιλογές, καθώς μέσα από αυτά βγαίνει κι ο παλμός της κάθε περιόδου. Η περσινή Βενετία ας πούμε ήταν γεμάτη με ταινίες πάνω στη βία, σε αδιέξοδα, και σε μορφές που μπορεί να παίρνει το τέλος του κόσμου.

Κάποιες φορές αυτές οι κοινές γραμμές δεν είναι προφανείς. Άλλοτε, σε κοιτάζουν ευθέως μες στα μάτια. Φέτος ας πούμε δυο μέρες μετά το Ink του Ντάνι Μπόιλ, είδαμε άλλη μια ταινία πάνω στο μπαστάρδεμα ενημέρωσης, εξουσίας και entertainment, επίσης γυρισμένη με ένα στυλ που αναπαράγει ακριβώς αυτά τα επιφανειακά στοιχεία που μαγνητίζουν το κοινό.

Στο Primetime του Λανς Όπενχαϊμ, ο Ρόμπερτ Πάτινσον δίνει μια ηλεκτρισμένα καρτουνίστικη ερμηνεία ως τηλεοπτική περσόνα Κρις Χάνσεν, έναν παρουσιαστή πίσω από τον οποίον, το κυνήγι του εγκλήματος μετατρέπεται σε μαζική διασκέδαση. Σημεία των καιρών!

TO CATCH A PREDATOR: ΜΙΑ ΝΕΑ ΜΟΡΦΗ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΥ ENTERTAINMENT

A24

Το φθινόπωρο του 2004 στην αμερικάνικη τηλεόραση έκανε πρεμιέρα η σειρά To Catch a Predator, στην οποία το συνεργείο ερευνά πιθανούς θηρευτές ανηλίκων, προσπαθώντας να τους φέρει σε μια προκαθορισμένη τοποθεσία (decoy σπίτια, όπως τα λένε) όπου τα πάντα καταγράφονται από κάμερες.

Η ερευνητική σειρά ξεκίνησε μέσα από ενότητες στην δημοσιογραφική εκπομπή Dateline NBC, αλλά τόσο η δίψα του παρουσιαστή Κρις Χάνσεν για την επιτυχία του primetime, όσο και η δίψα του κοινού για τιμωρία και θέαμα, έκαναν πραγματικότητα το To Catch a Predator.

Κάθε επεισόδιο, κάθε «έρευνα» τραβούσε εκατομμύρια θεατές, καθώς εν δυνάμει κυνηγοί ανηλίκων έπεφταν στην παγίδα του σόου και αποκάλυπταν εαυτόν (και προθέσεις) λίγο πριν ο κουστουμαρισμένος Χάνσεν ξεπροβάλλει από μια πόρτα ενημερώνοντας τον θύτη/θύμα πως βρίσκεται στην τηλεόραση. Μια πιο αρρωστημένη εκδοχή του «χαμογελάστε, είστε στην Candid Camera», για το κοινό του 21ου αιώνα.

Η ομάδα του σόου χρησιμοποιούσε μια ομάδα ερευνητών αποτελούμενη ακόμα κι από εθελοντές, που συνομιλώντας ονλάιν με υποψήφιους κυνηγούς, εντόπιζε τις πιο υποσχόμενες περιπτώσεις, και σταδιακά τους ζητούσαν να συνομιλήσουν τηλεφωνικά ή να βρεθούν από κοντά – με στόχο να τους τραβήξουν στα ανοιχτά. Η σειρά μάλιστα χρησιμοποιούσε και “decoys”, δηλαδή ενήλικα άτομα που μπορούσαν πειστικά να υποδυθούν τα 13χρονα, ώστε να φέρουν τους εν δυνάμει θηρευτές μέσα στον χώρο δράσης του σόου.

Σταδιακά, και καθώς η σειρά άρχισε να έχει μεγάλη επιτυχία, αληθινή αστυνομική δύναμη άρχισε να συνεργάζεται, προχωρώντας ακόμα και σε συλλήψεις εντός του πλαισίου παραγωγής του σόου. Σε μια σκηνή εισβολής των αστυνομικών δυνάμεων που έρχεται στην τρίτη πράξη της ταινίας Primetime, η παραγωγός κατευθύνει τις αστυνομικές δυνάμεις να περάσουν κάμερες στα όπλα τους, ώστε να έχει το υλικό που χρειάζεται.

Εν τέλει, το To Catch a Predator δεν κράτησε πολύ – κόπηκε μετά από 20 επεισόδια, όχι λόγω απώλειας θεατών (το αντίθετο!) αλλά επειδή οι αντιδράσεις απέναντι στο φορμάτ και τις τακτικές του φούντωναν, σε συνδυασμό με ένα σοκαριστικό περιστατικό που κατέγραψαν οι κάμερες και, ειλικρινά, ήταν μια απόλυτη, νομοτελειακή κατάληξη.

Αν όλα αυτά ακούγονται σαν μια μορφή infotainment δυστοπίας, αυτό είναι που κι η ταινία του ντοκιμαντερίστα Λανς Όπενχαϊμ θέλει να αποτυπώσει. Υπάρχουν οι ταινίες –όπως το Wild Horse Nine για το οποίο πριν λίγες μέρες σας γράφαμε από τη Βενετία– που αφηγούνται τι έχει συμβεί, και υπάρχουν και οι άλλες, σπανιότερες ταινίες, που αφηγούνται πώς ήταν να συμβαίνει.

Χωρίς πολύ context, χωρίς επεξηγήσεις, χωρίς καν ιδιαίτερο ηθικό ζύγισμα γύρω από τα γεγονότα, αυτό που θέλει το Primetime είναι να αποτελέσει μια ταινία-εμπύρετο όνειρο για την Στιγμή στην αυγή του 21ου αιώνα όπου ριάλιτι κατανάλωση, συστημική αποτυχία, ενημέρωση-ως-entertainment, και κουλτούρα παρακολούθησης, όλα ήρθαν κι έδεσαν μαζί, σε ένα εκρηκτικό, αισθητικά γκροτέσκο μίγμα πρώιμων ψηφιακών αποχρώσεων.

PRIMETIME: ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ-ΕΙΚΟΝΑ

A24

Πάνω σε αυτή την ιδέα χτίζεται το Primetime, βασιζόμενο περισσότερο στο vibe και στις ερμηνείες παρά σε στέρεες σεναριακές ιδέες.

Ο Ρόμπερτ Πάτινσον δίνει μια ξεσαλωμένη ερμηνεία ως Χάνσεν, ένας βαμπίρ Μπαγκς Μπάνι που όλο και εντονότερα προσπαθεί να πουλήσει την περσόνα του, όσο διαπιστώνει πως πίσω από τη βιτρίνα δεν υπάρχει τίποτα για τον ίδιο. Ο Πάτινσον είναι καιρό τώρα ένας από τους πιο ενδιαφέροντες ερμηνευτές του σημερινού Χόλιγουντ, όλο και πιο άφοβος στις επιλογές και στις προσεγγίσεις του, θυμίζοντας άλλοτε Ντάνιελ Ντέι Λιούς κι άλλοτε Τζέρι Λιούις.

Τη χρονιά του εμβληματικού «somebody get these BEGGARS out of here» της Οδύσσειας, ο Πάτινσον είχε μέσα του έναν ακόμα πιο τολμηρό ρόλο, παίζοντας μια αμφιλεγόμενη φιγούρα του αμερικανικού ‘ενημερωτικού entertainment’: Η επιτυχημένη εκπομπή του Χάνσεν παρά την κατά βάση αναντίρρητη ηθική βάση της αποστολής της («ξετρυπώνουμε εν δυνάμει predators ανηλίκων») ξεσήκωσε πολλές αντιδράσεις λόγω της λειτουργίας της και του πλαισίου στο οποίο ενεργεί.

Σε μια σκηνή της ταινίας, ένα από αυτά τα εν δυνάμει τέρατα φωνάζει στον Χάνσεν: «Ποιος είσαι; Ποιος σου δίνει το δικαίωμα;;». Διαδικαστικά, έχει δίκιο: Αναμφίβολα, η παρουσία κάθε λογής υπηερηρώων/δικαστών είναι σύμπτωμα μιας κοινωνίας με θεσμούς σε κρίση. Το ότι, δε, η συγκεκριμένη «παίρνω το νόμο στα χέρια μου» περίπτωση αποτελούσε και αντικείμενο primetime ‘διασκέδασης’ για ένα κοινό που χρειαζόταν παρακολούθηση και true crime για να φάει το βραδινό του, είναι το κερασάκι στην τούρτα.

Δυστυχώς πάντως το σενάριο του πρωτοεμφανιζόμενου Ατζόν Σινγκ αφήνει όλες αυτές τις πτυχές ανεκμετάλλευτες. Η ταινία δεν ενδιαφέρεται στα αλήθεια για την ηθική συζήτηση γύρω από την ύπαρξη της εκπομπής, ενώ και δραματουργικά στέκεται κάπως αμήχανα: Το φιλμ είναι σα να μην έχει αρχή και τέλος, με χαρακτήρες και δραματικές διαδρομές να μένουν στον αέρα και την περσόνα του Χάνσεν να μην εξερευνάται πέρα από κάποιες επιδερμικές αναφορές στην φιλοδοξία του.

Ο ντοκιμαντερίστας σκηνοθέτης Λανς Όπενχαϊμ (του φανταστικού Ren Faire του ΗΒΟ max, μια από τις καλύτερες σειρές των τελευταίων χρόνων) το κάνει όλο αυτό να λειτουργεί πάντως. Χρησιμοποιεί σαν πλεονέκτημα την άτσαλη εστίαση του σεναρίου σε γεγονότα αντί για context, και σκηνοθετεί την ιστορία του σαν ένα εφιαλτικό παραλήρημα τύπου «έπρεπε να είσαι εκεί για να το καταλάβεις».

Αγχωμένη, σχεδόν φτηνιάρικη χρήση αμεσότητας στην κάμερα, σαν πρώιμο ριάλιτι. Επιθετικές γωνίες λήψης, κοφτό μοντάζ, εστίαση σε ακολουθίες γεγονότων παρά σε ψύχραιμη αφήγηση – σχεδόν σα να βλέπεις επεισόδιο παλιού ριάλιτι ή κάποιο βιντεάκι στο YouTube φτιαγμένο για να τραβήξει τα εύκολα views. Ο διευθυντής φωτογραφίας Ντέιβιντ Μπόλεν (με μεγάλη προϋπηρεσία σε βιντεοκλίπ και σειρές του Netflix) παίζει με χαρακτηριστικά ‘00s αισθητικές αποχρώσεις, με χρώματα που μοιάζουν κάτι ανάμεσα σε θολά και καμμένα από την έκθεση, σα να προσπαθείς να δεις κάτι με τα μάτια ανοιχτά μέσα σε πισίνα.

Η κακοφωνία των πολλαπλών μόνιτορ κατά την σκηνή του κρεσέντου, είναι τελικά και η απόλυτη υπογραφή του φιλμ. Μια τραγωδία σε παράλληλη δράση, με τις κάμερες να γράφουν και το κοινό (εμείς) χορτασμένο.

Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία-κολάζ, γεμάτη με οθόνες που παραμονεύουν για να αποτυπώσουν μια στημένη εκδοχή της πραγματικότητας, στην αυγή μιας εποχής κατά την οποία το τρίγωνο εικόνας-αλήθειας-ευθύνης μοιάζει να τεμαχίστηκε για τα καλά. Ίσως ταιριαστά, η διαλεκτική της ταινίας είναι η εικόνα της. Δεν μου φάνηκε πλήρες, αλλά μου φάνηκε ενδιαφέρον.

Ο ΡΟΜΠΕΡΤ ΠΑΤΙΝΣΟΝ ΚΙ ΕΝΑ ΕΞΟΧΟ ΚΑΣΤ

A24

Εκτός από τον Όπενχαϊμ, το φιλμ το κουβαλάει και το εξαιρετικό καστ του, ακόμα και σε ρόλους ελλιπώς δοσμένους. Ο Πάτινσον είπαμε: κάνει μια εντυπωσιακή δουλειά χωρίς ούτε μια ασφαλή και προφανή απόφαση, γεννώντας γέλιο, φόβο, και απόγνωση με κάθε του έκφραση, κάθε του ιδιόμορφη εκφορά, ακόμα και σε στιγμές που βρίσκεται παγωμένος, σε εκκωφαντική ακινησία.

Ό,τι πιο κοντινό σε συμβατικό δραματικό arc το έχει η παραγωγός Άντι, που παίζει η φανταστική Μέριτ Γουίβερ (Marriage Story), η οποία αποδίδει έξοχα την ανθρώπινη ικανότητα να ανεβοκατεβάζουμε διακόπτες συμπεριφοράς και ηθικής. Δεν υπάρχει στιγμή που είναι στην οθόνη και να μην θες να την κοιτάς.

Εξίσου όμως εντυπωσιάζουν και οι ηθοποιοί που παίζουν τα δύο ‘decoys’ της εκπομπής. Ο νεοφερμένος Νταν, που παίζει ο ανερχόμενος Σκάιλερ Γκιζόντο (μας έχει εντυπωσιάσει στο παρελθόν σε ανύπαρκτους ρόλους λίγων λεπτών ή ακόμα και δευτερολέπτων) θέλει να γίνει ηθοποιός και ο δρόμος που του φέρνει η μοίρα είναι ενός ανατριχιαστικού περφόρμανς στο To Catch a Predator: Εκεί, θα πρέπει να προσποιείται πως είναι 13χρονο αγόρι έτοιμο να προσκαλέσει επικίνδυνους άντρες στο ‘σαλόνι του’. Βλέπεις την αθωότητα να γκρεμίζεται στο βλέμμα του.

Την πιο έμπειρη decoy περφόρμερ, την Ντελ, που άλλοτε υποδύεται το έφηβο κορίτσι κι άλλοτε το έφηβο αγόρι, παίζει η λατρεμένη μουσικός Φίμπι Μπρίτζερς που μας ταξίδεψε πρόσφατα με το νέο της άλμπουμ, Lost Weekend. Η Μπρίτζερς ήταν φίλη του Όπενχαϊμ από πριν καν γίνει διάσημη, κι έτσι ο σκηνοθέτης την είχε κατά νου για ρόλο, παρόλο που δεν είχε δείξει ως τώρα διάθεση ή επιθυμία για την ηθοποιία.

Ίσως αναπάντεχα, είναι φανταστική. Δεν μοιάζει ούτε ελάχιστα με stunt casting. Η παρουσία της έχει κάτι το φευγαλέο, κάτι το αδύνατον να βάλεις ακριβώς σε ένα κουτί, όπως ακριβώς απαιτεί ο ρόλος της – αλλά και όπως είναι αναγκαίο, για έναν περιφερειακό χαρακτήρα που σιωπηλά (και εκτός του κεντρικού αφηγηματικού πυρήνα) είναι ό,τι πιο κοντινό σε ηθική πυξίδα έχει η ταινία.

(Η Μπρίτζερς ερμηνεύει και έχει γράψει –μαζί με τον Τζακ Αντόνοφ– και το πολύ καλό τραγούδι τίτλων τέλους της ταινίας, και άρα δε θα είναι έκπληξη αν βρεθεί ακόμα και υποψήφια για Όσκαρ.)

Τελικά, ακόμα κι αν το σύνολο αφήνει αρκετά κενά, τα επιμέρους αισθητικά και ερμηνευτικά στοιχεία του Primetime το κάνουν μια αξιόλογη αποτύπωση της προ 20ετίας περιόδου. Ίσως, τελικά, μέσα από αυτή ακριβώς την απουσία συμβατικής δραματικής ραχοκοκαλιάς, και με μια προσέγγιση ψηφιακού σχεδόν-εξπρεσιονισμού, να καταφέρνει να κοιτάξει το παρελθόν δίχως νοσταλγία. Και, ακόμα περισσότερο, με ειλικρινή περιέργεια, σα να ήταν αίθουσα σε μουσείο.

Info:

Το Primetime κυκλοφορεί στην Ελλάδα στις 8 Οκτωβρίου από την Spentzos Film. Το 83ο φεστιβάλ Βενετίας διεξάγεται 2 με 12 Σεπτεμβρίου.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα