Η φαρμακολογική “ενίσχυση” των στρατιωτών

Διαβάζεται σε 10'
Η φαρμακολογική “ενίσχυση” των στρατιωτών
Πόλεμος στο Βιετάμ. Εικόνα αρχείου AP

Ο πόλεμος ζητάει από τον άνθρωπο περισσότερα απ’ όσα αντέχει και η χημεία υποσχέθηκε να καλύψει τη διαφορά.

Σε όλη την καταγεγραμμένη ιστορία, οι στρατοί ενίσχυαν τους μαχητές τους με ψυχοδραστικές ουσίες ώστε να αντέχουν σε πολύωρες μάχες και να μη νιώθουν πείνα, κόπωση ή φόβο — από το αλκοόλ, το όπιο και την κόκα της αρχαιότητας μέχρι τα βιομηχανικά διεγερτικά του 20ού αιώνα: Pervitin (μεθαμφεταμίνη) στη ναζιστική Γερμανία, Benzedrine στους Συμμάχους, Philopon στην Ιαπωνία, Dexedrine στο Βιετνάμ, Captagon στη Συρία. Η πιο εκτεταμένη χρήση καταγράφεται στον γερμανικό στρατό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ας δούμε, προσεκτικά, τι έχει διανεμηθεί στους στρατιώτες ανά τους αιώνες.

Αναλυτικά

I. Αρχαιότητα και πριν τη βιομηχανία της χημείας

Έλληνες και Ρωμαίοι. Το όπιο και το κρασί ήταν γνωστά στον αρχαίο μεσογειακό κόσμο — η Οδύσσεια αναφέρει ακόμη και ένα οπιοειδές φάρμακο, το νηπενθές, που «σβήνει τη λύπη». Δεν έχουμε όμως σαφείς αποδείξεις ότι χρησιμοποιούνταν συστηματικά ως πολεμικό διεγερτικό· οι σχετικές αναφορές παραμένουν ενδεικτικές.

Η κόκα των Ίνκας / των Άνδεων. Το φύλλο κόκας (Erythroxylum) μασιόταν στις Άνδεις επί χιλιετίες. Υπό το κράτος των Ίνκας, η κόκα ήταν ελεγχόμενος πόρος που διανεμόταν στον στρατό για αντοχή ενάντια στην κόπωση, την πείνα, τη δίψα και το υψόμετρο.

 ΙΙ. Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος: αλκοόλ, κοκαΐνη, μορφίνη

Στον Α’ Παγκόσμιο τα κύρια «πολεμικά ναρκωτικά» ήταν το αλκοόλ, η μορφίνη και η κοκαΐνη — άλλοτε χορηγούμενα από τις στρατιωτικές αρχές και άλλοτε «αυτο-συνταγογραφούμενα» από τους ίδιους τους στρατιώτες.

III. Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος: η φαρμακολογική κούρσα 

Ναζιστική Γερμανία — Pervitin

Στη ναζιστική Γερμανία η μεθαμφεταμίνη συντέθηκε από τον χημικό Friedrich Hauschild στην εταιρεία Temmler-Werke του Βερολίνου (πατέντα 1937) και κυκλοφόρησε από το 1938 ως Pervitin, σε χάπια των 3 mg. Στην αρχή πωλούνταν ελεύθερα και έγινε λαϊκό ναρκωτικό («Volksdroge»). Ο στρατιωτικός φυσιολόγος Otto F. Ranke, διευθυντής του Ινστιτούτου Αμυντικής Φυσιολογίας στην Ακαδημία Στρατιωτικής Ιατρικής, το δοκίμασε σε 90 φοιτητές το 1939 και το έκρινε «στρατιωτικά πολύτιμη ουσία» για την υπερνίκηση της κόπωσης — παρουσιάζοντας την κούραση, και όχι τον εχθρό, ως τον πραγματικό αντίπαλο. Αφού δοκιμάστηκε στους οδηγούς της εισβολής στην Πολωνία (1939), το «Διάταγμα των Διεγερτικών» (Pervitin-Erlass) του Απριλίου 1940 διέταξε τη μαζική διανομή του ενόψει της επίθεσης στη Δύση: μεταξύ Απριλίου και Ιουλίου 1940 στάλθηκαν στον στρατό και τη Luftwaffe πάνω από 35 εκατομμύρια χάπια Pervitin και Isophan (μια σχεδόν πανομοιότυπη εκδοχή της μεθαμφεταμίνης, που παρήγαγε η ανταγωνίστρια φαρμακευτική εταιρεία Knoll), τροφοδοτώντας ιδίως τα πληρώματα των αρμάτων που διέσχισαν τις Αρδέννες (Γαλλία). Το φάρμακο πήρε το παρατσούκλι «Panzerschokolade» (σοκολάτα των τανκς) και, στους αεροπόρους, «Stuka-Tabletten». Την 1η Ιουλίου 1941, υπό τον Αρχηγό Υγείας του Ράιχ, Leonardo Conti, εντάχθηκε στον Νόμο περί Οπίου λόγω ανησυχίας για εξάρτηση και εξάντληση των αποθεμάτων· ο περιορισμός όμως παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικός, με περίπου 10 εκατομμύρια χάπια να φτάνουν στα στρατεύματα ακόμη κι εκείνη τη χρονιά.

Στο τέλος του πολέμου αναπτύχθηκε το πειραματικό χάπι D-IX (5 mg οξυκωδόνη/Eukodal, 5 mg κοκαΐνη, 3 mg μεθαμφεταμίνη). Μετά από αίτημα του υποναυάρχου Hellmuth Heye (Μάρτιος 1944) για ένα φάρμακο που θα έδινε «υπεράνθρωπη» αντοχή, ο φαρμακολόγος Gerhard Orzechowski το ανέπτυξε στο Κίελο, με στόχο τα πληρώματα των μικρο-υποβρυχίων Neger και Biber. Δοκιμάστηκε σε κρατούμενους του στρατοπέδου συγκέντρωσης Σαχσενχάουζεν, που αναγκάζονταν να βαδίζουν φορτωμένοι με ~20 κιλά έως και περίπου 90 χλμ. χωρίς ανάπαυση. Ο πόλεμος τελείωσε πριν τη μαζική παραγωγή.

Συμμαχικές δυνάμεις — Benzedrine

Στους δυτικούς Συμμάχους το αντίστοιχο διεγερτικό ήταν η Benzedrine (αμφεταμίνη). Αφού οι Βρετανοί αιχμαλώτισαν Pervitin από καταρριφθέντα γερμανικά αεροσκάφη, και εν μέσω ανησυχίας του Τύπου για «ναρκωμένους» Ναζί πιλότους, η RAF ενέκρινε επίσημα την Benzedrine τον Νοέμβριο του 1942. Η συνιστώμενη δόση για τους πιλότους ήταν περίπου 10 mg, ενώ στην 24η Βρετανική Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία χορηγήθηκαν έως 20 mg την ημέρα πριν τη Δεύτερη Μάχη του Ελ Αλαμέιν υπό τον Μοντγκόμερι. Συνολικά, υπολογίζεται ότι αγοράστηκαν περίπου 72 εκατομμύρια χάπια αμφεταμίνης για τις βρετανικές ένοπλες δυνάμεις στη διάρκεια του πολέμου. Στις αμερικανικές δυνάμεις, ο στρατηγός Ντουάιτ Αϊζενχάουερ ενέκρινε περίπου 500.000 χάπια Benzedrine για τους στρατιώτες που αποβιβάστηκαν στη Βόρεια Αφρική τον Νοέμβριο του 1942· συνολικά, οι Αμερικανοί στρατιώτες πήραν κατ’ εκτίμηση 250–500 εκατομμύρια χάπια στη διάρκεια του πολέμου. Όπως έχει δείξει ο ιστορικός Nicolas Rasmussen, οι Σύμμαχοι δεν υιοθέτησαν την αμφεταμίνη επειδή η επιστήμη είχε αποδείξει ότι καταπολεμά πραγματικά την κόπωση, αλλά επειδή οι στρατιωτικοί έκριναν ότι «αύξανε την αυτοπεποίθηση και την επιθετικότητα, και ανέβαζε το ηθικό».

Ιαπωνία — Philopon/Hiropon. Η Ιαπωνία παρήγαγε μεγάλες ποσότητες μεθαμφεταμίνης με την εμπορική ονομασία Philopon (στην Ιαπωνία κυκλοφορούσε ως Hiropon) που διανέμονταν σε πιλότους, στρατιώτες και εργάτες πολεμοφοδίων· επίσημα ονομαζόταν senryoku zōkyō zai («φάρμακο για να εμπνεύσει το αγωνιστικό πνεύμα»).

Σοβιετική Ένωση. Σε αντίθεση με τη ναζιστική Γερμανία και τους δυτικούς Συμμάχους που στράφηκαν στα εργαστηριακά διεγερτικά, η ΕΣΣΔ βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην παραδοσιακή βότκα. Η περίφημη «μερίδα του Λαϊκού Επιτρόπου» — 100 γρ. βότκας ανά στρατιώτη την ημέρα — ανάγεται σε αίτημα του Επιτρόπου Άμυνας Κλίμεντ Βοροσίλοφ κατά τον Χειμερινό Πόλεμο με τη Φινλανδία (1939–40) και επισημοποιήθηκε με διάταγμα της Κρατικής Επιτροπής Άμυνας στις 22 Αυγούστου 1941. Τα πληρώματα αρμάτων έπαιρναν διπλή μερίδα, οι πιλότοι κονιάκ. Από το 1942 η χορήγηση περιορίστηκε στους μαχητές πρώτης γραμμής και σε ορισμένες κατηγορίες. Οι βετεράνοι διχάζονταν για το αν βοηθούσε· ο σκηνοθέτης Γκριγκόρι Τσουχράι θυμόταν ότι οι νέοι και άπειροι που έπιναν «πρώτα απ’ όλα, χάνονταν», ενώ οι έμπειροι αρνούνταν.

Συνέπειες μετά τον Β’ ΠΠ. Ο Β’ ΠΠ άφησε κληρονομιά μαζικού εθισμού. Στην Ιαπωνία, τα αποθέματα μεθαμφεταμίνης του αποστρατευμένου στρατού πλημμύρισαν τη μαύρη αγορά, παράγοντας την πρώτη επιδημία μεθαμφεταμίνης στον κόσμο («εποχή hiropon», περ. 1946–1957). Οι εκτιμήσεις διαφέρουν ανά πηγή: άλλες πηγές αναφέρουν πως 1,5 εκατομμύριο Ιάπωνες ήταν χρήστες μεθαμφεταμίνης και άλλες πως δεν ξεπερνούσαν τους 550.000 χρόνιους χρήστες. Η Ιαπωνία ψήφισε τον Νόμο Ελέγχου Διεγερτικών τον Ιούνιο του 1951. Στις ΗΠΑ, οι συνταγές αμφεταμίνης εκτοξεύτηκαν στους επιστρέφοντες στρατιωτικούς.

IV. Πειράματα του Ψυχρού Πολέμου και Βιετνάμ

Ψυχοχημικά όπλα. Δεν χρησιμοποίησαν όμως οι στρατοί τις ψυχοδραστικές ουσίες μόνο για να ενισχύσουν τους δικούς τους στρατιώτες· κάποιοι ονειρεύτηκαν και το αντίστροφο — να τις στρέψουν εναντίον του εχθρού. Στο πλαίσιο αυτό, ο αμερικανικός στρατός έτρεξε επί δεκαετίες (περίπου 1948–1975) ένα μυστικό πρόγραμμα στις εγκαταστάσεις του Edgewood Arsenal, στο Μέριλαντ. Εκεί, γύρω στους 7.000 στρατιώτες-«εθελοντές» εκτέθηκαν σε περισσότερες από 250 διαφορετικές ουσίες — LSD, μαριχουάνα, νευροτοξικοί παράγοντες και κυρίως το παραισθησιογόνο BZ. Ο στόχος δεν ήταν να σκοτώσουν, αλλά να εξουδετερώσουν: ένα όπλο που θα έκανε ολόκληρες μονάδες του εχθρού ανίκανες να πολεμήσουν, βυθίζοντάς τες σε σύγχυση και παραλήρημα αντί να τις σκοτώνει. Επικεφαλής μεγάλου μέρους των πειραμάτων ήταν ο ψυχίατρος συνταγματάρχης James Ketchum, που χρόνια αργότερα κατέγραψε την ιστορία στο βιβλίο του Chemical Warfare: Secrets Almost Forgotten (2006). Το πρόγραμμα έτρεχε παράλληλα με το πιο διαβόητο MKUltra της CIA, που πειραματιζόταν με LSD για «έλεγχο του νου». Και τα δύο σταμάτησαν στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν οι έρευνες του Κογκρέσου αποκάλυψαν ότι πολλοί από τους «εθελοντές» δεν είχαν ποτέ ενημερωθεί πραγματικά για το τι τους έδιναν.

Βιετνάμ — «ο πρώτος αληθινά φαρμακολογικός πόλεμος».

Στον πόλεμο του Βιετνάμ — που έχει χαρακτηριστεί «ο πρώτος αληθινά φαρμακολογικός πόλεμος» — ο αμερικανικός στρατός διένειμε περίπου 225 εκατομμύρια χάπια διεγερτικών (κυρίως Dexedrine, σχεδόν διπλάσιας ισχύος από τη Benzedrine του Β’ ΠΠ) μεταξύ 1966 και 1969. Η τυπική οδηγία ήταν «20 mg δεξτροαμφεταμίνης για 48 ώρες πολεμικής ετοιμότητας», συχνά υπερβαινόμενη· οι μονάδες περιπολίας μεγάλης εμβέλειας έπαιρναν αμφεταμίνες, ενώ κατασταλτικά δίνονταν για τη διαχείριση του άγχους.

Πιο εκρηκτικό ήταν όμως το κύμα των ναρκωτικών που έπαιρναν μόνοι τους οι στρατιώτες. Έρευνα του Υπουργείου Άμυνας του 1971 βρήκε ότι περίπου το 51% είχαν καπνίσει μαριχουάνα, το 31% είχαν δοκιμάσει ψυχεδελικά και το 28% «σκληρά ναρκωτικά» όπως κοκαΐνη και ηρωίνη· κατά την επίσημη μελέτη του 1973 (της ψυχιάτρου Lee Robins) το 43% των στρατευμένων ανέφερε χρήση ηρωίνης, με πάνω από τους μισούς να εθίζονται. Ο σύμβουλος Egil Krogh το συνόψισε στον Πρόεδρο Ρ. Νίξον: «Δεν έχετε πρόβλημα ναρκωτικών στο Βιετνάμ· έχετε μια γενικευμένη κατάσταση». Ο Λευκός Οίκος απάντησε με υποχρεωτικά τεστ ούρων το 1971.

Το πιο εντυπωσιακό εύρημα ήρθε μετά τον πόλεμο: η ψυχίατρος Lee Robins, παρακολουθώντας τους επαναπατριζόμενους, διαπίστωσε ότι, παρότι σχεδόν οι μισοί ξαναέκαναν χρήση τουλάχιστον μία φορά, περίπου το 90% δεν ξαναεθίστηκε ποτέ — ανατρέποντας την ως τότε πεποίθηση ότι ο εθισμός στην ηρωίνη ήταν μόνιμος και δείχνοντας πόσο καθοριστικό ρόλο παίζει το περιβάλλον.

V. Σύγχρονοι πόλεμοι: Captagon

Στους σύγχρονους πολέμους κυριαρχεί το Captagon — η εμπορική ονομασία της φενεθυλλίνης, ενός διεγερτικού που συνέθεσε αρχικά η γερμανική εταιρεία Degussa το 1961 ως φάρμακο για τη ΔΕΠΥ, τη ναρκοληψία και την κατάθλιψη, πριν απαγορευτεί διεθνώς τη δεκαετία του 1980. Τα σημερινά χάπια όμως είναι κατά κανόνα απομιμήσεις: πατιούνται με το γνήσιο λογότυπο των δίδυμων μισοφέγγαρων του παλιού φαρμάκου, αλλά δεν περιέχουν πια την αυθεντική φενεθυλλίνη — κυρίως αμφεταμίνη αναμεμειγμένη με καφεΐνη και άλλα πρόσθετα. Μαχητές σε όλο το συριακό φάσμα (ISIS, Ελεύθερος Συριακός Στρατός, Jabhat al-Nusra) φέρεται να το χρησιμοποίησαν για να καταστείλουν φόβο, πόνο και κόπωση — εξ ου και το παρατσούκλι «χημικό θάρρος». Επί Άσαντ η Συρία μετατράπηκε σε «ναρκο-κράτος»: έρευνα των New York Times (2021) συνέδεσε την παραγωγή με την 4η Τεθωρακισμένη Μεραρχία του Μάχερ αλ-Άσαντ, και το Captagon έγινε η πιο πολύτιμη εξαγωγή της χώρας (η αξία του αμφιλεγόμενη — από ~2 δισ. δολ. έως το υπερβολικό «έως 57 δισ.» του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών (FCDO)). Μετά την πτώση του Άσαντ (Δεκέμβριος 2024) η κρατικά υποστηριζόμενη βιομηχανία διαλύθηκε σε μεγάλο βαθμό και το εμπόριο φέρεται να μειώθηκε περίπου 90%, αλλά διασκορπίστηκε σε Λίβανο, Ιράκ και αλλού.

VI. Ο παθιασμένος λόγος

Όμως οι ουσίες δεν ήταν ποτέ ο μόνος τρόπος. Δίπλα στη χημική ενίσχυση υπήρχε πάντα και η ψυχολογική: οι διοικητές χρησιμοποιούσαν τη ρητορική, την ιδεολογία, τη θρησκεία, το τελετουργικό, τη μουσική και τους δεσμούς της ομάδας για να κάνουν τους άνδρες να πολεμούν σκληρότερα και πιο άφοβα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ιστορικός John Keegan, απαντώντας στο ερώτημα γιατί πολεμούν οι στρατιώτες, ξεχώρισε τρεις δυνάμεις: τον δελεασμό, τον εξαναγκασμό και τη «νάρκωση», εννοώντας όχι την αναισθησία, αλλά την αλλοίωση της συνείδησης μέσω ουσιών.

Στο τέλος, κάθε εποχή βρήκε τον δικό της τρόπο να σπρώξει τον στρατιώτη πέρα από τα ανθρώπινα όριά του — και κάθε φορά πλήρωσε το ίδιο τίμημα: εθισμό, ψύχωση, διαλυμένους βετεράνους. Ίσως γι’ αυτό θέλουμε πάντα να πιστεύουμε ότι «ναρκωμένος» ήταν ο εχθρός, ποτέ εμείς.

ΠΗΓΕΣ

Hitler’s Drugged Soldiers, Von Andreas Ulrich, Spiegel international, 06/05/2005

Lukasz Kamieński, Shooting Up: A Short History of Drugs and War, Oxford University Press/Hurst, 2016

1914-1918-Online Encyclopedia, λήμμα «Drugs».

PBS, Secrets of the Dead: World War Speed

Miriam Kingsberg Kadia, Moral Nation: Modern Japan and Narcotics in Global History (University of California Press, 2013)

Peter Andreas, Killer High: A History of War in Six Drugs (Oxford University Press, 2020)

Raffi Khatchadourian, «Operation Delirium», The New Yorker, 12/9/2012

Lee N. Robins, The Vietnam Drug User Returns, 1973/74

P. G. Kritikos & S. P. Papadaki, «The history of the poppy and of opium and their expansion in antiquity in the eastern Mediterranean area»

Ben Hubbard & Hwaida Saad, «The Tiny Pill Fueling Syria’s War and Drug Trade», The New York Times, 5 Δεκεμβρίου 2021.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα