ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ 210 ΛΕΠΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΪΝΣΤΑΙΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ;
Μείναμε 210 λεπτά με τον Αϊνστάιν στην παραλία: η συναυλιακή εκδοχή του Philip Glass, με ICTUS Ensemble, Collegium Vocale Gent και Suzanne Vega, αποδεικνύει γιατί η όπερα παραμένει αξεπέραστη.
Θα είμαι ειλικρινής. Παρότι ο Philip Glass και ο Robert Wilson αποτελούν δύο από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες και παρότι ενθουσιάστηκα όταν ανακοινώθηκε ότι το Φεστιβάλ Αθηνών θα φιλοξενήσει στην Πειραιώς 260 τη συναυλιακή εκδοχή του θρυλικού «Einstein on the Beach», η πρώτη μου αντίδραση ήταν μάλλον αμήχανη.
Ο λόγος ήταν απλός: η διάρκεια. Διακόσια δέκα λεπτά, ήτοι σχεδόν τρεισήμισι ώρες. Χωρίς διάλειμμα και συμβατική πλοκή και βέβαια χωρίς την υπόσχεση μιας ιστορίας που θα σε οδηγήσει από την αρχή στο τέλος.
Στη συνέχεια όμως έμαθα ότι, ακολουθώντας την παράδοση των ιστορικών παρουσιάσεων του έργου, το κοινό μπορούσε να μπαίνει και να βγαίνει από την αίθουσα όποτε το επιθυμούσε. Να κάνει ένα διάλειμμα, να επιστρέψει, να βιώσει το έργο με τον δικό του ρυθμό. Αυτή η λεπτομέρεια όχι μόνο με καθησύχασε, αλλά με έκανε να συνειδητοποιήσω πως το «Einstein on the Beach» δεν είναι μια παράσταση που παρακολουθείς παθητικά από την αρχή μέχρι το τέλος.
Και πράγματι, από τα πρώτα κιόλας λεπτά κατάλαβα ότι βρισκόμουν μπροστά σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Όχι απλώς μπροστά σε μια όπερα, αλλά μπροστά στο έργο που το 1976 ο Philip Glass και ο Robert Wilson χρησιμοποίησαν για να επαναπροσδιορίσουν την ίδια την έννοια της όπερας.
Philip Glass και ο Robert Wilson επαναπροσδιορίζουν την όπερα
Μέρος μιας τριλογίας σε προσωπικότητες οι οποίες επιχείρησαν να αλλάξουν τον κόσμο μέσα από τη δύναμη των ιδεών τους και όχι μέσω της βίας — οι άλλες δύο μορφές είναι ο Φαραώ Αμένοφις Δ΄ και ο Μαχάτμα Γκάντι — το «Einstein on the Beach» δεν είναι μια συμβατική βιογραφία του Άλμπερτ Αϊνστάιν. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για μια βιογραφία ενός ολόκληρου αιώνα.
Ο Αϊνστάιν λειτουργεί περισσότερο ως σύμβολο παρά ως χαρακτήρας. Το έργο εξερευνά αφαιρετικά τον κόσμο που συνδέθηκε με το όνομά του, αλλά ταυτόχρονα απελευθερώνει ένα πλήθος συνειρμών που ξεπερνούν κατά πολύ το ιστορικό πρόσωπο. Δεν αφηγείται τη ζωή του επιστήμονα ούτε επιχειρεί να εξηγήσει τις θεωρίες του. Αντίθετα, οδηγεί τον θεατή σε έναν αργό, σχεδόν υπνωτικό στοχασμό πάνω στον εικοστό αιώνα: την τεχνολογική πρόοδο, την επιστημονική επανάσταση, τον πόλεμο, την ανθρώπινη φιλοδοξία, αλλά και τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα που εξακολουθούν να μας απασχολούν.
Στην όπερα έτσι όπως παρουσιαστηκε – όχι στη συναυλιακή της εκδοχή που παρακολουθήσαμε εμεις- πρωταγωνιστές δεν υπήρχαν, ούτε μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, ούτε κάποια δραματική κορύφωση που να καθοδηγεί τον θεατή. Υπάρχει ένας κόσμος από ήχους, αριθμούς, φωνές, κινήσεις και επαναλαμβανόμενα μοτίβα που σε παρασύρουν σταδιακά σε μια διαφορετική εμπειρία του χρόνου.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του «Einstein on the Beach» είναι πως δεν ζητά να το καταλάβεις, απλώς αφεθείς μέσα του. Να σταματήσεις να αναζητάς νόημα και να επιτρέψεις στη μουσική, στον ρυθμό και στην επανάληψη να λειτουργήσουν πάνω σου σχεδόν υπνωτιστικά.
Πέρα όμως από το αδιαμφισβήτητο καλλιτεχνικό του εκτόπισμα, το «Einstein on the Beach» παραμένει το σημείο συνάντησης δύο από τις πιο ριζοσπαστικές καλλιτεχνικές προτάσεις του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Από τη μία βρίσκεται η φορμαλιστική μουσική πρόταση του Philip Glass, ο πρώιμος και σχεδόν «ανόθευτος» μινιμαλισμός που γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1970.
Από την άλλη, το σκηνικό όραμα του Robert Wilson, με τα περίφημα «knee plays», τις ιδιότυπες σκηνικές παρεμβολές που λειτουργούν σαν αρθρώσεις ενός σώματος, δίνοντας συνοχή, ρυθμό και κίνηση στο έργο. Η συνάντηση αυτών των δύο κόσμων δεν γέννησε απλώς μια όπερα. Γέννησε ένα νέο παραστατικό ιδίωμα, του οποίου η επιρροή παραμένει αισθητή μέχρι σήμερα.
Η συναυλιακή εκδοχή που παρουσιάστηκε το Σάββατο 30 Μαϊου στην Πειραιώς 260 από το ICTUS Ensemble και το Collegium Vocale Gent ακολούθησε έναν δρόμο διαφορετικό από εκείνον της “μυθικής” παραγωγής του Wilson. Και αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της, γιατί δεν επιχείρησε να αναμετρηθεί με κάτι.
Η προσέγγιση ήταν εξαιρετικά λιτή. Τα σκηνικά, οι εντυπωσιακές εικόνες και η εικαστική μεγαλοπρέπεια που έχουν ταυτιστεί με το έργο απουσίαζαν σχεδόν ολοκληρωτικά. Η σκηνή παρέμενε ουσιαστικά γυμνή και η προσοχή στρεφόταν αποκλειστικά στη μουσική. Σε μια εποχή υπερφόρτωσης εικόνων και διαρκούς οπτικού θορύβου, η επιλογή αυτή αποδείχθηκε απελευθερωτική.
Και τότε συνειδητοποιούσες ότι η μουσική του Glass δεν είναι απλώς επαναληπτική, αλλά συθέμελα μεταμορφωτική. Σύντομα μοτίβα επανέρχονται αδιάκοπα, αλλά ποτέ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Μικρές μετατοπίσεις, σχεδόν ανεπαίσθητες, αλλάζουν σταδιακά το ηχητικό τοπίο και μαζί αλλάζουν και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τον χρόνο. Η επανάληψη δεν οδηγεί στη μονοτονία, αλλά στη συγκέντρωση., δεν αδειάζει τον νου, τον μεταφέρει σε μια διαφορετική κατάσταση προσοχής.
Έτσι, μετά από κάποιο σημείο σταματούσες να σκέφτεσαι τη διάρκεια. Το έργο σε υποχρέωνε να εγκαταλείψεις τον συνηθισμένο τρόπο με τον οποίο βιώνεις τον χρόνο και να αφεθείς σε μια συνεχή ροή.
Το Collegium Vocale Gent, το ICTUS Ensemble και η συγκλονιστική Suzanne Vega
Σε αυτή την εμπειρία η συμβολή των ερμηνευτών υπήρξε καθοριστική.
Το Collegium Vocale Gent απέδειξε γιατί θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φωνητικά σύνολα της Ευρώπης. Με πειθαρχία, καθαρότητα και αξιοθαύμαστη αντοχή ανέδειξε τη λεπτοδουλεμένη φωνητική γραφή του Glass, εκεί όπου ακόμη και η πιο μικρή μεταβολή αποκτά βαρύτητα.
Το ICTUS Ensemble λειτούργησε ως η κινητήρια δύναμη του έργου. Με εντυπωσιακή ακρίβεια αλλά και ζωντάνια κράτησε αδιάκοπα τον παλμό της μουσικής, αποδεικνύοντας ότι ο μινιμαλισμός δεν είναι μια αισθητική της επανάληψης αλλά μια αισθητική της διαρκούς μεταμόρφωσης.
Ξεχωριστή υπήρξε και η παρουσία της Suzanne Vega. Η χαρακτηριστική, λιτή και άμεση φωνή της δεν λειτούργησε ως συμβατική αφήγηση ούτε ως οδηγός μέσα στο έργο. Έμοιαζε περισσότερο με μια ανθρώπινη παρουσία που εμφανίζεται στιγμιαία μέσα σε έναν αφαιρετικό κόσμο. Προσέφερε στιγμές οικειότητας χωρίς ποτέ να καταργεί το μυστήριο.
Το αποτέλεσμα ήταν συγκλονιστικό. Και ναι, η παράσταση κράτησε 210 λεπτά, αλλά όταν αφέθηκα μέσα της, ο χρόνος έπαψε να λειτουργεί με τους συνηθισμένους του κανόνες. Και αν υπάρχει ένα έργο που δικαιούται να συμβαίνει αυτό, είναι ακριβώς το «Einstein on the Beach» — μια όπερα για τη σχετικότητα και την ανθρώπινη αντίληψη, που σχεδόν πενήντα χρόνια μετά εξακολουθεί να μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο ακούμε, βλέπουμε και υπάρχουμε μέσα στον χρόνο.